Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Πολίτης: τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εκ των υστέρων, και αφού ο Ντόναλντ Τραμπ είχε αναδειχθεί νέος, 45ος πρόεδρος των ΗΠΑ, η τελευταία φράση της ταινίας του Κεν Λόουτς «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» απέκτησε και άλλη διάσταση. Γράφει ο ήρωας σε σημείωμά του: «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ, είμαι πολίτης: τίποτα λιγότερο, τίποτα περισσότερο». Ως κατακλείδα μιας ιστορίας έχει ειδικό συναισθηματικό φορτίο, ιδεολογικές καταβολές και κοινωνικές απολήξεις.

Ομως, την περασμένη Τετάρτη το πρωί, όταν ξυπνούσαμε στον εφιάλτη μιας επιλογής που θα έμοιαζε με φάρσα εάν δεν ήταν τόσο δυσοίωνη και απρόβλεπτη για όλη την υφήλιο, η συγκεκριμένη φράση αναδύθηκε ενισχυμένη. Ανάμεσα στις πολλές ερμηνείες και αναλύσεις που δημοσιεύτηκαν και δημοσιεύονται συνεχώς για το εκλογικό αποτέλεσμα στην Αμερική, υπάρχει μια σκέψη που αποτελεί κοινό τόπο: το πολιτικό σύστημα και οι ελίτ είχαν γυρίσει την πλάτη σε ό,τι αποκαλούμε «απλό πολίτη» της χώρας. Οχι εκείνον ο οποίος ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, είναι άστεγος ή περιθωριοποιημένος μετανάστης. Ο Αμερικανός σκηνοθέτης Αϊρα Σακς, ο οποίος συμμετείχε στο επιτελείο της προεκλογικής εκστρατείας της Χίλαρι Κλίντον, είπε ότι «το γεγονός πως η απογοητευμένη και δυσαρεστημένη εργατική τάξη των λευκών βρήκε ένα σύμμαχο στο κόμμα που παραδοσιακά συνδέεται με την άρχουσα τάξη είναι μία από τις εκπλήξεις αυτής της αναμέτρησης».

Ο πρωταγωνιστής τής, βραβευμένης με τον Χρυσό Φοίνικα του Φεστιβάλ Καννών, ταινίας του Κεν Λόουτς, είναι 59 χρόνων, ξυλουργός, ζει στο μάλλον καταθλιπτικό Νιούκαστλ και είναι υποχρεωμένος να συνταξιοδοτηθεί πρόωρα εξαιτίας σοβαρότατου εμφράγματος που υπέστη. Μπλέκει στο καφκικό σύμπαν των αρμόδιων υπηρεσιών για την παροχή επιδομάτων αλλά και σε έναν –σε πρώτη ανάγνωση τουλάχιστον– παραλογισμό: θα πρέπει να αποδείξει ότι βρίσκεται σε αναζήτηση εργασίας για να μπορέσει να επιτύχει τον στόχο του επιδόματος. Οι διαρκείς επαναλήψεις των ίδιων ερωταπαντήσεων, μέρος του «τελετουργικού» του Δημοσίου, η δική του «αναπηρία» να χειρίζεται υπολογιστή, ο χρόνος που δεν είναι σύμμαχός του, τον οδηγούν σιγά σιγά σε μια ζωή που φαντάζει ξένη και φορτική. Μια ζωή που γλιστράει ήσυχα, χωρίς εντάσεις, στην απελπισία. Πουλάει όλα τα έπιπλά του για να αποκτήσει ελάχιστα χρήματα, ενώ εξακολουθεί να διεκδικεί το αυτονόητο: αξιοπρέπεια. «Οταν χάνεις την αυτοεκτίμησή σου είσαι τελειωμένος», επαναλαμβάνει. Παράλληλα με τη δική του καθημερινότητα, ο θεατής παρακολουθεί και την ιστορία μιας νεαρής, ανύπαντρης και άνεργης μητέρας δύο μικρών παιδιών, με την οποία ο Μπλέικ συνδέεται με συγκινητική φιλία.

Μπορεί ο Λόουτς να είναι δέσμιος των εμμονών του. Να χρεώνει στον νεοφιλελευθερισμό κάθε καταστροφή, δυστυχία και αδιέξοδο, να υποστηρίζει με πάθος το «σινεμά της διαμαρτυρίας». Ομως η λιπόσαρκη αυτή ταινία, χωρίς τίποτα περιττό, με τη θαυμαστή σεναριακή οικονομία, απογυμνωμένη από κάθε «καλολογικό» στοιχείο, βρίσκει χωρίς χρονοτριβή τον στόχο της: ο απλός πολίτης είναι όλο και πιο εκτεθειμένος, μόνος και απροστάτευτος σε έναν κόσμο που μεταβάλλεται βίαια· το παραμικρό ολίσθημά του μπορεί να σημάνει την καταστροφή του.

Ναι, αυτός ο συχνά σχηματικός κινηματογράφος, που ενδίδει σε στερεότυπα και ιδεολογικά κλισέ, έχει, την ίδια στιγμή, τη δύναμη να αποκαλύπτει και να συγκινεί. Ο Λόουτς όσο κι αν έχει μεγαλώσει δεν χάνει από το οπτικό πεδίο του αυτό που αγαπάει περισσότερο απ’ όλα: τον άνθρωπο. «Το σινεμά μάς κάνει καμιά φορά να βλέπουμε καθαρότερα τον κόσμο κι ο κόσμος μας, αυτήν τη στιγμή, κινδυνεύει», είχε πει τον περασμένο Μάιο στις Κάννες, παραλαμβάνοντας το βραβείο του. «Κινδυνεύουμε ν’ απελπιστούμε και όταν υπάρχει τόση απελπισία, η Ακροδεξιά παίρνει την εξουσία. Πρέπει να πιστέψουμε ότι ένας διαφορετικός κόσμος είναι εφικτός και απαραίτητος». Η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ όσο δυσκολεύει την πίστη «σε έναν διαφορετικό κόσμο», άλλο τόσο την καθιστά και απαραίτητη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ