ΒΙΒΛΙΟ

Αδεια κορνίζα απόντος

ΛΙΝΑ ΠΑΝΤΑΛΕΩΝ

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ
Ωστικό κύμα
εκδ. Πατάκη, σελ. 158

«Πόσοι γιοι υπήρξε ο γιος μου πριν πάρει αυτή τη μορφή;». Τη μορφή, δηλαδή, του δέκατου πέμπτου πορτρέτου, που πρόβαλλε σε μια γιγαντοοθόνη, ανάμεσα σε άλλους τριάντα επτά νεκρούς, θύματα μιας βομβιστικής επίθεσης στο μετρό του Λονδίνου. Η μητέρα, κεντρική ηρωίδα στο μυθιστόρημα του Νίκου Δαββέτα, βρίσκεται χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την εστία της έκρηξης. Ο θανατηφόρος κυματισμός έσκασε πάνω στο παράθυρο του σπιτιού της «εξασθενημένος, ελάχιστος, ένα δειλό τρεμούλιασμα του αέρα». Δεν ήξερε ακόμα πως το ωστικό κύμα είχε παρασύρει τον γιο της έξω από τη ζωή και πως η δική της ζωή θα σωριαζόταν από το ίδιο ακριβώς κύμα.

Η μητέρα αντιμετριέται με την αδιανόητη απώλεια παλεύοντας να ανασυστήσει το απόν πρόσωπο του γιου της, για να καταλάβει, έστω εκπρόθεσμα, τι είδους πλάσμα είχε φέρει στη ζωή. Αποδυόμενη σε έναν ανάποδο τοκετό, τον φέρνει στο μυαλό της, καθώς καταδυόταν στις κυλιόμενες σκάλες του λονδρέζικου υπογείου, μέχρι που χάθηκε διά παντός από τα μάτια της, στην τελευταία επίσκεψή της στην πόλη της μετοικεσίας του. Πίσω από τα βλέφαρά της τα δεκαεννιά του χρόνια αίφνης λιγοστεύουν και ο γιος ξαναγίνεται έφηβος, μετά παιδί και ύστερα βρέφος. Ανακαλώντας τις διαφορετικές του όψεις, έχει την εντύπωση πως πάντα τον έβλεπε από μακριά. Η μνήμη της συγκρατούσε μια σκιώδη σιλουέτα, που ολοένα μίκραινε, ενόσω έφευγε από κοντά της.

Μέσα από τις οδυνηρές αναδρομές, έπαιρνε σχήμα κάτι που δεν είχε σχέση με τον γιο που πενθούσε, αλλά με την ίδια. Οσο τον σκεφτόταν, τόσο περισσότερο κραταιωνόταν μέσα της το αίσθημα της ενοχής, η επίγνωση της ολιγωρίας της απέναντι στις αναμετρήσεις που εκείνος, ερήμην της, είχε επωμιστεί. Ο Δαββέτας καταφεύγει στην ταραγμένη, συχνά όμως αδιάψευστη, ενσυναίσθηση του ονείρου για να εξεικονίσει την παρείσδυση της ενοχής. Κάθε βράδυ η μητέρα έβλεπε τον γιο της, μικρό αγόρι, ασάλευτο στον πάτο μιας πισίνας. «Ποτέ όμως δεν είδε τον εαυτό της να πέφτει με τα ρούχα στο νερό για να τον σώσει». Ξύπναγε έντρομη στο χείλος της πισίνας «και κοκάλωνε μπροστά στο αναπότρεπτο, όπως της συνέβαινε συχνά κι έξω από τον ύπνο».

Η απουσία του γιου μεταστοιχειώνεται για τη μητέρα του σε τρομακτική ακαταληψία τής, καταργημένης πλέον, παρουσίας του. Γι’ αυτό κομματιάζει τις φωτογραφίες του και αφήνει τα περιγράμματα των ασώματων κορνιζών να φέγγουν στον γυμνό τοίχο. Δεν θα ήξερε ποτέ ποιος την κοιτούσε πίσω από το γυαλί. Η ερμητική υλικότητα του μνήματός του καθιστούσε τη μορφή του αδιάρρηκτη. Σε ένα σφραγισμένο μεταλλικό κουτί τής είχε επιστραφεί ό,τι είχε απομείνει από εκείνον. Τίποτα πια δεν μπορούσε να είναι ακέραιο, από τη στιγμή που ο ίδιος ήταν διάσπαρτος. Ανώνυμος σε όλες τις σελίδες, ο γιος συρρικνώνεται στο βλέμμα της μητέρας, της μαρτυρικής Δέσποινας, στο δυσυπέρβατο αίνιγμα της παράλογης θυσίας του.

Ο Δαββέτας παρακολουθεί νηφάλια το πένθος της, από τις πιο άγριες εξάρσεις μέχρι την καταλλαγή του. Μέσα από τις χρονικές παλινδρομήσεις της αφήγησης εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη φονική έκβαση της ζωής της. Κρισιμότερο απ’ όλα: ποιος είχε πυροδοτήσει τη βόμβα; Εκείνη ή ο γιος της; Στιγμιότυπα από το παρελθόν υπαινίσσονται μια λογική ακολουθία που προοικονομούσε το παρανάλωμα. Ωστόσο ο Δαββέτας δεν παρηγορεί την ηρωίδα με κατευναστικές εξηγήσεις. Την αφήνει να ρημάζει από τον πόνο και να ψάχνει στα σκοτεινά τη θρυαλλίδα που την κατέκαψε. Ολες της οι λέξεις είχαν πεθάνει μαζί με τον γιο της, «είχαν διαμελιστεί από την έκρηξη». Ο γιος της είχε μεταμορφωθεί σε κάτι το άφατο. Η γέννησή του εγκυμονούσε την ασύλληπτη φρίκη της ταφής του. Στην πιο συγκινητική σκηνή του βιβλίου, η μητέρα κήδεται αυτού του επάρατου χρέους με μια συμβολική τελετουργία εξιλέωσης. Θάβοντας το τελευταίο του ίχνος στο χώμα, έμοιαζε να ζητάει άφεση για τη ζωή που είχε εκθέσει «στο φως του θανάτου».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ