ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μάρω Κοντού: «Γέρασα σ’ αυτό που γράφει η ταυτότητα, όχι μέσα μου...»

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

Φωτογραφίες Δημήτρης Βλάικος

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο θέατρο την έβγαλε ο Δημήτρης Χορν. «Η πρώτη φορά που παίξαμε μαζί ήταν κοσμογονία για μένα. Δεν το πίστευα, τσιμπιόμουν, δεν αισθανόμουν έτοιμη... Ιδιαίτερα στο “Ρομανσέρο” ήμουν ανώριμη υποκριτικά. Αλλά η δική του προσωπικότητα και η δοτικότητά του προς τους ηθοποιούς με γλίτωσαν». Κάμποσες φιλίες έχει κρατήσει από το σινάφι της, όπως με τον Κώστα Βουτσά. «Πολύ χάρηκα που απέκτησαν μωρό με την Αλίκη. Πρέπει να τολμάς για το θέλω σου, αν δεν ενοχλείς τον άλλο. Πήγα και τον είδα. Είχε το μωρό στην αγκαλιά του και του έλεγε: “Αλφα, βήτα, γάμμα, δέλτα”. Το κοίμιζε με την αλφαβήτα, γιατί δεν ξέρει νανουρίσματα!» Άνθρωποι πολλοί πέρασαν από τη ζωή της. Κάποιοι βρίσκονται ακόμα δίπλα της. Όλοι είχαν μερίδιο από την κουβέντα μας ένα γλυκό φθινοπωρινό απόγευμα, στη βεράντα του διαμερίσματός της, στους Αμπελοκήπους. Αφορμή, η συμμετοχή της στις «Επικίνδυνες σχέσεις» του Πιερ Σοντερλό ντε Λακλό, που ανεβαίνει σε λίγες μέρες στο θέατρο Άλμα σε διασκευή και σκηνοθεσία του Γιώργου Κιμούλη.

«Πρώτη φορά θα παίξω ρόλο που δεν πρέπει να είμαι εγώ, κόντρα σ’ εμένα δηλαδή. Αλλά μου αρέσει αυτή η πρόκληση. Θα παίξω μια δολοπλόκα, που δεν είμαι καθόλου. Μια υποκρίτρια, που δεν καταδέχτηκα ποτέ να είμαι...»

Οταν η τηλεόραση προβάλλει παλιές ταινίες σας, πώς νιώθετε;

Ευχάριστα, σαν να βλέπω παλιές φωτογραφίες. Σκέφτομαι πως υπήρξα πιο νέα και πιο ευτυχής, γιατί εκείνες οι εποχές ήταν πιο ανάλαφρες. Αλλά δεν είμαι πολύ της νοσταλγίας, δεν στέκομαι στο χθες. Το ένα μου πόδι πατάει στο σήμερα και το άλλο στο αύριο.

Τι ελπίζετε για το αύριο;

Να είμαι αύριο όπως είμαι σήμερα. Φοβάμαι τη φθορά του χρόνου, άλλωστε πεθαίνουν άνθρωποι που έχουν την ηλικία μου ή και νεότεροι. Αλλά είμαι αισιόδοξη. Το ποτήρι το βλέπω όχι απλώς μισογεμάτο, αλλά σχεδόν ξέχειλο.

Πάντα έτσι ήσασταν;

Οχι βέβαια, πέρασα περιόδους δύσκολες, που άγγιξα την κατάθλιψη, ιδιαίτερα έπειτα από θανάτους και χωρισμούς. Ευτυχώς, τις ξεπέρασα επιτυχώς. Αλλά δεν τα λησμόνησα όλα αυτά, έγιναν μια εμπειρία θετική τελικά. Δεν μπορείς να είσαι πάντα... τραλαλά. Μέσα από τα ζόρια αποκτάς κάποιες γωνίες που σταδιακά γίνονται στρογγυλάδες και αποδεικνύονται πολύ ωφέλιμες. Γιατί έτσι εκτιμάς αυτά που έχεις.

Η έλλειψη του πατέρα σας είχε ρόλο-κλειδί στις σχέσεις και στους γάμους σας;

Φυσικά. Είχα πάντα αδυναμία στους μεγαλύτερους άντρες με προσωπικότητα.

Τον θυμάστε καθόλου;

Οχι, ήμουν δύο ετών όταν πέθανε από φυματίωση. Μόνο από φωτογραφίες τον γνώρισα. Μέχρι σήμερα τις βλέπω και τον περιεργάζομαι.

Η μητέρα σας πώς σας τον περιέγραφε;

Μου έλεγε ότι έκανε μια δουλειά στην οποία ασφυκτιούσε, γιατί δεν ταίριαζε στην ιδιοσυγκρασία του. Ζωγράφιζε καταπληκτικά, έγραφε στίχους, είχε πάθος για τη μόδα· μπορούσε να μεταμορφώσει το ντύσιμο του ίδιου ή της μητέρας μου με ελάχιστες κινήσεις. Αλλά αναγκάστηκε να ακολουθήσει το επάγγελμα του εμπόρου, για να κρατήσει την επιτυχημένη οικογενειακή επιχείρηση. Ετσι λοιπόν έχει «καταγραφεί» στο μυαλό μου, ως ρομαντικός, ευαίσθητος, ευρηματικός, δημιουργικός, με μία λέξη: καλλιτέχνης. Είχα όμως την ευτυχία να γνωρίσω έναν δεύτερο πατέρα.

Ωστε ξαναπαντρεύτηκε η μητέρα σας;

Ναι, στην Κατοχή, έναν παιδικό της φίλο. Είχαν μεγαλώσει στην ίδια γειτονιά ο πατέρας μου, η μητέρα μου και εκείνος. Την κέρδισε ο Ανδρέας Κοντός κι ο άλλος έφυγε στα καράβια. Την ξανασυνάντησε τυχαία, στο νεκροταφείο, πάνω από τον τάφο του πατέρα μου. Σε μία εβδομάδα ήρθε στο σπίτι μας και τη ζήτησε από τον παππού μου. Της εξομολογήθηκε ότι δεν την είχε ξεχάσει ποτέ. Το φαντάζεστε; Παντρεύτηκε μια χήρα με δύο παιδιά. Σαν ταινία του Στράντζαλη. (Γέλια) Εγώ είχα χαρεί πολύ. Μπήκε ένα αρσενικό στο σπίτι, ένας ωραίος άντρας, ευχάριστος και τρυφερός. Εχω ωραίες εικόνες. Επαιζε κιθάρα και τραγουδούσαμε μαζί. Αλλά σε έξι μήνες μπάρκαρε πάλι. Κι έπειτα ήρθε το κακό μαντάτο: οι Γερμανοί βομβάρδισαν το πλοίο του και σκοτώθηκε. Μόλις τον ακούμπησα, χάθηκε κι αυτός. Τι τα θέλετε... Δεν είχα τύχη με τους μπαμπάδες και κατά συνέπεια ούτε με τους άνδρες.

Γιατί το λέτε αυτό;

Γιατί άλλοι έφευγαν, άλλους τους έδιωχνα. Ισως αποζητούσα ένα είδος πατρικής αγάπης την οποία είχα στερηθεί. Δεν έχει σημασία, δεν τα αναλύω πια τα πράγματα. Πέρασα πολύ όμορφα. Και αγάπησα, και αγαπήθηκα. Aυτό έχει σημασία. Να μην περάσεις από αυτή τη ζωή χωρίς να το νιώσεις.

Οι άνδρες σάς προσέγγιζαν κυρίως για τη Μάρω ή για την Κοντού;

Τι να σου πω, κορίτσι μου, δεν ξέρω. Ποτέ δεν θα μάθεις ακριβώς πώς σε έβλεπε ένας άνδρας και τι γύρευε από σένα. Πάντα θα υποθέτεις. Αβυσσος η ψυχή των ανθρώπων – και των ανδρών, αλλά και των γυναικών. Οταν ήμουν νέα, με κυνηγούσαν πολλοί που μου έλεγαν «σ’ αγαπώ», «σε θέλω» και τα σχετικά. Ομως κάποτε γνώρισα κάποιον ο οποίος στο πρώτο μας ραντεβού μού είπε: «Σε εμπιστεύομαι». Και τσίμπησα! Δεν μου είχαν ξαναπεί κάτι τέτοιο.

Πιτσιρικάδες σάς φλέρταραν;

Βεβαίως! Αν σου πω ότι μέχρι και σήμερα συμβαίνει αυτό, θα με πιστέψεις; Αλλά καθόλου δεν με ενδιέφερε.

Αλήθεια, έφτιαξε ξανά τη ζωή της η μητέρα σας;

Ποτέ! Μολονότι ήταν νέα και όμορφη και είχε πολλές προτάσεις, δεν ήθελε. Χαρακτήριζε τον εαυτό της με μια λέξη που δεν γράφεται...

Την έλλειψη ενός παιδιού πώς τη διαχειριστήκατε;

Δεν μου έδωσε ο Θεός παιδιά, το «φόρεσα» πολύ καλά και δεν με πειράζει. Αλλωστε, είχα μια ζωή που δεν ήταν ιδανική για τη μητρότητα. Τα πάντα εν σοφία εποίησε! Ξέρετε, θα ήμουν πολύ καταπιεστική μαμά. Εχω έναν ανιψιό, τον οποίο λατρεύω. Με το παραμικρό που παθαίνει, λυγίζω.

Παρακολουθείτε την επικαιρότητα; Τα πολιτικά τεκταινόμενα;

Η Ελλαδίτσα μας είναι μια ταλαιπωρημένη, δυστυχισμένη γυναίκα. Κρίμα την ομορφιά της! Σαν μια καλλονή που την πολέμησαν, τη λήστεψαν και τη βίασαν. Στην πιο δύσκολη στιγμή της, όταν χρειαζόταν μια «διαβολεμένη» προσωπικότητα να την κρατήσει όρθια, ήρθε να την κυβερνήσει μια παρέα με πολλή όρεξη αλλά μηδενική πείρα. Ελα, όμως, που δεν αρκεί η όρεξη. Και να πού φτάσαμε. Είμαι θλιμμένη, αγανακτισμένη, θυμωμένη – όλα μαζί. Ολοι οι πολιτικοί έχουν πέσει πια στα μάτια μου. Και πολύ φοβάμαι ότι από εδώ και πέρα κανείς αξιόλογος άνθρωπος δεν θα θέλει να ασχοληθεί με την πολιτική.

Ποιον πολιτικό ξεχωρίζετε από όσους γνωρίσατε;

Τον Κωνσταντίνο Καραμανλή. Ηταν απίστευτα ειλικρινής. Δυστυχώς, έχει εκλείψει πια από τους πολιτικούς η ειλικρίνεια. Αλλά έχουμε κι εμείς ευθύνη. Οι Ελληνες είμαστε ευκολόπιστοι. Θέλουμε αυτός που θα επιδιώξει να μας κυβερνήσει να μας παραμυθιάσει. Μας αρέσουν τα μεγάλα, τα κούφια λόγια, το τάξιμο, το «θα».

Να υποθέσω, λοιπόν, ότι έχετε μετανιώσει για το πέρασμά σας από τη Βουλή;

Ηταν μέγα λάθος. Οι ηθοποιοί και οι πολιτικοί μιλάμε διαφορετική γλώσσα. Εμείς παίζουμε καλό θέατρο, αυτοί κακό. Μικρές εξαιρέσεις ίσως να υπάρχουν. Αλλά συνήθως τους αναγκάζουν οι άλλοι να μένουν στη γωνία – και μέσα στα κόμματα, και μέσα στη Βουλή.

Τον Αλέξη Τσίπρα πώς τον βλέπετε;

Δεν μπορώ να καταλάβω τι ήταν αυτό που τον έκανε σε μια τόσο δύσκολη συγκυρία να θέλει να γίνει πρωθυπουργός. Η φιλοδοξία; Η άγνοια; Δεν έχω καταλήξει σε συμπέρασμα... Να μιλήσουμε για το θέατρο; Με το που λέω αυτή τη λέξη, αμέσως νιώθω μια μικρή ανάταση.  Φυσικά.

Με τι θα αναμετρηθείτε φέτος;

Με τον Γιώργο Κιμούλη στις «Επικίνδυνες σχέσεις»! Είναι ηδονή να παίζεις μαζί του. Γιατί δεν είναι μόνο υπέροχος ηθοποιός, αλλά και σπουδαίος σκηνοθέτης και δάσκαλος. Το έργο είναι επίσης ιδιαίτερο. Κάτι ξεχωριστό γεννιέται και με κάνει να πηγαίνω με λαχτάρα στην πρόβα. Σκέφτομαι ότι η καριέρα μου ξεκίνησε με τον Χορν και ίσως τελειώσει με τον Κιμούλη. Λέτε να είμαι τόσο τυχερή;

Τι θυμάστε πιο έντονα από τον Χορν;

Τα πάντα! Χιλιάδες πράγματα. Εβγαλα ένα πανεπιστήμιο δίπλα του. Πτυχίο όχι μόνο υποκριτικής, αλλά και Κοινωνιολογίας. Ηταν βαθιά ευγενής, είχε μια ποιότητα στο DNA του κι έναν απίστευτο αυτοσαρκασμό. Είχε κάτι πολύ τρυφερό πάνω του, που σε έκανε να τον βλέπεις ως παιδί, όχι ως άνδρα. Γινόσουν ή αδελφή του ή μαμά του.

Δεν τον ερωτευτήκατε δηλαδή;

Οχι. Τον θαύμαζα. Αλλωστε, ήμουν πολύ ερωτευμένη με τον μετέπειτα σύζυγό μου, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς, όταν τον γνώρισα. Ποτέ δεν υπήρξαμε ζευγάρι με τον Χορν. Αν είχε συμβεί, θα έβγαινα και θα το έλεγα. Τιμή μου και καμάρι μου! Ούτε με τον Κωνσταντάρα, όπως πολλοί νομίζουν. Ηταν ταλαντούχος, αλλά πανδύσκολος άνθρωπος ο Λάμπρος και καθόλου του τύπου μου. Και τι ωραίο ζευγάρι που ήμασταν στην οθόνη...

Αποτυχίες είχατε; Κι αν ναι, ποια ήταν η μεγαλύτερη;

Η «Δεσποινίς Μαργαρίτα», το 2013. Μόλις δεκαπέντε μέρες ανέβηκε η παράσταση. Μετά δεν πάτησε ψυχή.

Πώς το αντιμετωπίσατε;

Στενοχωρήθηκα, αλλά μετά έκανα την αυτοκριτική μου και κατάλαβα τι είχε πάει στραβά. Ενδεχομένως ήταν λάθος το θέατρο, λάθος η χρονική στιγμή ή και η σκηνοθεσία. Αλλά πάνω απ’ όλα λάθος ήμουν εγώ, δικό μου το φταίξιμο. Και μια, και δυο, και τρεις αποτυχίες σε μια καριέρα εξήντα ετών δεν είναι πολλές. Απλώς πικραίνεσαι γιατί ξόδεψες πολλή ψυχή.

Εχετε σκεφτεί πώς θα ήταν σήμερα η ζωή σας αν είχατε ακούσει τη μητέρα σας και είχατε δώσει εξετάσεις για να προσληφθείτε στην Εθνική Τράπεζα;

Οπως είναι της αδελφής μου, που είναι συνταξιούχος της Εθνικής, όπως είναι του ανιψιού μου, της ανιψιάς μου, ενός θείου μου και πολλών άλλων συγγενών που επίσης ήταν ή είναι συνταξιούχοι της Εθνικής. (Γελάει) Είναι άνθρωποι ισορροπημένοι, ευτυχείς, έζησαν σε ένα ασφαλές περιβάλλον, αλλά δεν είχαν την τύχη να πετάξουν, όπως εγώ. Σε κάθε παράσταση πετάς, φεύγεις από την καθημερινότητα. Το θέμα είναι να κάνεις ωραία προσγείωση το επόμενο πρωί. Αυτό προσπάθησα πολύ να το κατακτήσω. Και το κατάφερα. Οπως το είχαν καταφέρει και αρκετοί άλλοι. Η Ρένα Βλαχοπούλου το βράδυ ήταν μια θεά πάνω στη σκηνή και το επόμενο πρωί έβαζε ένα τσεμπέρι και σφουγγάριζε τις τουαλέτες του θεάτρου. «Δεν πρέπει να είναι βρώμικες, ο κόσμος θα βρίζει εμάς», έλεγε.

Είναι ελκυστικό αυτό για έναν άνδρα;

Για τον άνδρα της Βλαχοπούλου ήταν. Γιατί είχε δύο γυναίκες! Και μια γκομενάρα σταρ, και μια νοικοκυρά που ήταν τρελά ερωτευμένη μαζί του και τον φρόντιζε. (Γελάει ξανά)

Πώς θέλετε να σας θυμάται ο κόσμος; Τι να λέει για σας;

Ο,τι λέει τώρα: «Είστε από τις λίγες κυρίες του θεάτρου». Δεν μπορώ να πω ότι δεν μου αρέσει αυτός ο τίτλος. Αλλά και να μην το λένε, δεν τρελαίνομαι. Ξέρω ποια είμαι. Δεν θα κλονιστώ εύκολα από μια κριτική.

Τι σας δίνει χαρά;

Μέχρι και ο πρώτος καφές κάθε πρωί. Παίρνω το φλιτζάνι μου, ανάβω κι ένα τσιγάρο. Δεν ζητάω πολλά. Ηρεμία, ειλικρίνεια από τον μικρό μου κύκλο, μια βόλτα, μια εκδρομή, μια συμπαθητική δουλειά, να είμαι υγιής. Εχοντας ένα κεραμίδι και μια μικρή σύνταξη, είμαι ικανοποιημένη. Δεν μπορώ πια να ψωνίσω ρούχα και παπούτσια, αλλά δεν με νοιάζει. Θα βγω και με ένα μακό μπλουζάκι αγορασμένο από τους Κινέζους.

Δένεστε με τα αντικείμενα; Με ενθύμια;

Καθόλου. Πάρ’ τα όλα από το σπίτι μου, θα βρω τρόπο να το φτιάξω αλλιώς. Εδώ είναι όλα τα ενθύμια. (Δείχνει την καρδιά της...)

Τι θαυμάζετε στους ανθρώπους;

Το χάρισμά τους. Που δεν είναι ένα, αλλά ένας συνδυασμός πραγμάτων. Μπορεί κάποιος να είναι... μπαγάσας, αλλά να έχει προσωπικότητα. Θα με γοητεύσει. Οι αυθεντικοί άνθρωποι με ελκύουν, κι ας έχουν και κακές πλευρές – φτάνει να φαίνονται, να μην τις κρύβουν.

Εχετε σκεφτεί να γράψετε την αυτοβιογραφία σας;

Πολλές φορές, αλλά μετά λέω: Αντε, καλέ, ποιον ενδιαφέρει η ζωή μου; Αλλωστε ο κόσμος ξέρει τα πάντα για μένα. Ποτέ δεν είχα μυστικά. Είμαι ανοιχτό βιβλίο.

Ξέρω ότι ασχολείστε με το νοικοκυριό. Τι μαγειρέψατε σήμερα;

Γεμιστές ντομάτες με κιμά. Τις περισσότερες συνταγές τις έχω μάθει από τη γιαγιά μου, που ήταν Σμυρνιά. Η αδελφή μου κάνει υπέροχα σμυρναίικα σουτζουκάκια, όπως η μαμά μου. Ποτέ δεν τα πέτυχα. Τα φτιάχνω, αλλά δεν είναι ίδια.

Πώς κατακτήσατε την αυτοπεποίθηση που φαίνεται να έχετε;

Με τα χρόνια. Δεν ήμουν πάντα έτσι. Στο ξεκίνημα της καριέρας μου σκεφτόμουν: Μήπως δεν είμαι καλή, μήπως δεν κάνω για το θέατρο; Και για την εμφάνισή μου αισθανόμουν ανασφάλεια. Πάντα κάτι μου έφταιγε. Η μύτη μου ήταν... κάπως, την έφτιαξα. Δεν μου άρεσε που είχα μικρό στήθος, που ήμουν πολύ ψηλή. Tώρα που μεγάλωσα και γέρασα –σ’ αυτό που γράφει η ταυτότητα, όχι μέσα μου– μου αρέσει πολύ ο εαυτός μου. Εχω πιο μεγάλη αυτοπεποίθηση σήμερα από ό,τι στα είκοσί μου, που ήμουν κουκλάρα. Περνάω από τον καθρέφτη μου και λέω: Φτου σου, Μάρω! Ογδοντάρα είσαι εσύ; 
 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ