ΘΕΑΤΡΟ

Τριάντα χρόνια στην Οδό Κεφαλληνίας

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Οι «Τρωάδες σήμερα» «είναι οι Τρωάδες της εποχής μας, οι συνέπειες του πολέμου σήμερα». Το έργο έγραψε και σκηνοθετεί η Ρούλα Πατεράκη και παίζουν οι Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Αρβανίτης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Αννα Κουτσαφτίκη, Νίκος Μαυράκης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Δημήτρης Παπανικολάου, Τασία Σοφιανίδου.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Οταν ανέβασε πριν από 30 χρόνια τα «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ» του Ράινερ Βέρνερ Φασμπίντερ, το αστικό κοινό που έφτανε στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας αναρωτιόταν τι ήταν αυτό που οδήγησε την εντυπωσιακή πρωταγωνίστρια από τις μεγάλες σκηνές στην Κυψέλη. Γυναίκες με βλέμμα-μικροσκόπιο αναζητούσαν να βρουν ψεγάδια πάνω στην αγαπημένη τους από τον εμπορικό κινηματογράφο της δεκαετίας του ’60-’70 ηθοποιό. Κι έμεναν άναυδες όταν την έβλεπαν να ερμηνεύει μια λεσβία.

Η Μπέττυ Αρβανίτη, καθισμένη στο μικρό καμαρίνι του θεάτρου της, τα θυμάται όλα αυτά και γελάει ανοιχτόκαρδα. «Κάποιες σοκάρονταν από μια φράση του κειμένου, άλλες από ένα φιλί ή ένα χάδι μεταξύ των ηρωίδων». Συχνά οι ανάσες κόβονταν στη μέση. «Θυμάμαι πολλά τέτοια βράδια με το “αχ” που συνόδευε το ξάφνιασμα να μένει μετέωρο και άλλοτε να συνοδεύεται από σχόλια: “Ομως δεν σοκάρει”». Στα παρασκήνια αργότερα αρκετές προσπαθούσαν να της πουν την ιστορία τους. «Τότε ανακάλυψα ότι υπάρχουν πολλές λεσβίες στην Ελλάδα. Μου έστελναν γράμματα, μου έλεγαν τα προβλήματα στις σχέσεις τους, ήθελαν κάπου να ακουμπήσουν».

Πενήντα και πλέον χρόνια στη σκηνή «είναι μεγάλη διαδρομή» και απ’ αυτά, τα 30 στο θέατρό της. Δεν θα έβρισκε όμως ποτέ τον χώρο της Οδού Κεφαλληνίας εάν δεν ερωτευόταν τον πολιτικό μηχανικό και μεταφραστή Βασίλη Πουλαντζά, τον τρίτο σύζυγό της. «Γνωριστήκαμε, ερωτευθήκαμε παράλληλα με το θέατρο που φτιάξαμε. Ηταν... διπλούς έρως. Απλώς η γνωριμία μας προηγήθηκε δύο χρόνια νωρίτερα. Δική του ήταν η ιδέα να πάρουμε ένα χώρο. Δεν μου είχε περάσει από το μυαλό έως τότε γιατί στα διαχειριστικά δεν είμαι καλή».

Στο μεταξύ ο Νίκος Μαστοράκης, που είχε γνωρίσει στο ΚΘΒΕ και εκτιμούσε πολύ, της είχε μιλήσει για τη Ρούλα Πατεράκη. Και όταν αργότερα της τηλεφώνησε από τη Γερμανία, της σύστησε με επιμονή να παίξει «Τα πικρά δάκρυα της Πέτρα φον Καντ». «Ο Βασίλης έχοντας σπουδάσει στη Γερμανία γνώριζε καλά τη γλώσσα. Αλλωστε, η προηγούμενη σύζυγός του ήταν Γερμανίδα και τα παιδιά του μισά Γερμανάκια. Ενθουσιάστηκε όταν το διάβασε».

Η πρώην αποθήκη του Καπερνάρου που λειτουργούσε ως θεατρική σκηνή στην Κυψέλη έγινε το θεατρικό τους σπίτι. Η Ρούλα Πατεράκη ήταν η αντισυμβατική σκηνοθέτις που αναζητούσε. Τώρα, στις 24 Νοεμβρίου θα γιορτάσουν τα 30χρονα της «Πράξης» και του Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας με νέα συνεργασία. Ανεβάζουν τις «Τρωάδες σήμερα» με έναυσμα την τραγωδία του Ευριπίδη. Η σκηνοθέτις - ηθοποιός έγραψε το έργο στηριζόμενη στη μετάφραση της Ελένης Βαροπούλου για τις «Τρωάδες», θίγοντας σύγχρονα θέματα που αφορούν τον πόλεμο και τις ολέθριες συνέπειές του.

«Είναι οι Τρωάδες της εποχής μας, γιατί βιώνουμε κάτι αντίστοιχο. Οι συνέπειες του πολέμου σήμερα. Η Ρούλα έγραψε ένα ενδιαφέρον κείμενο με τα ίδια πρόσωπα, Εκάβη, Κασσάνδρα, Ανδρομάχη, Ελένη, αλλά και άλλα παρμένα από την Ιλιάδα. Εδώ για παράδειγμα δεν υπάρχει ο Μενέλαος. Αντικαθίσταται από τον Οδυσσέα. Υπάρχει επίσης η ιδιαιτερότητα του χώρου. Κλειστός και περιορισμένος, από μόνος του είναι μικρός και ενδιαφέρων για το συγκεκριμένο ανέβασμα στο οποίο μοιάζει να παίρνει ρόλο και το κοινό». Περισσότερα αποφεύγει να αποκαλύψει. Χτυπάει όμως ξύλο. «Μακάρι να πάμε καλά»!

Η κυρία που κάθεται αναπαυτικά απέναντί μου μοιάζει γαληνεμένη. Και αντίθετα από το 1987 που την πρωτογνώρισα, όταν ίδρυσε το θέατρο, μιλάει με διάθεση και χιούμορ για τα παλιά. Λέει πως δεν είχε πει ούτε ένα ποίημα στο σχολείο. «Οχι από σεμνότητα αλλά από σνομπάρισμα. Θεωρούσα ότι ήμουν πιο ηθοποιός από τα άλλα παιδιά. Τα αντιμετώπιζα όλα μέσα από μια θεατρική φαντασίωση. Οταν κάποια στιγμή η μαμά με έβαλε να σκουπίσω γιατί “δεν επιτρέπεται να μην είσαι καλή νοικοκυρά” όπως είπε, άνοιξα την ντουλάπα, πήρα έξι μακριές ζώνες, έφτιαξα κοτσίδια, έπιασα τη σκούπα και άρχισα το καθάρισμα σκεπτόμενη ότι ήμουν υιοθετημένη. Ρόλος ακόμη και το σκούπισμα». Από τις αγαπημένες της στιγμές ήταν κι όταν τρύπωνε στο ιατρείο του μπαμπά της κι έπαιζε με τα απαγορευμένα μπουκαλάκια, δίνοντάς τους ρόλους, ενώ η ίδια άλλαζε φωνές. «Ηταν αναμενόμενο να ασχοληθώ με το θέατρο. Εδωσα εξετάσεις στην Αρχιτεκτονική γιατί ήμουν καλή στο σχέδιο και παράλληλα εξετάσεις στο Θέατρο Τέχνης. Στην Αρχιτεκτονική δεν μπήκα για δύο βαθμούς, τα κατάφερα όμως στο Τέχνης».

Ο κινηματογράφος

Η κορμοστασιά, το μπλαζέ βλέμμα, ο αέρας της απόμακρης ντίβας που είχαν οι φινετσάτες ηρωίδες του ξένου κινηματογράφου, δεν άφησαν ασυγκίνητο το ελληνικό σινεμά της εποχής. «Η αλήθεια είναι ότι λαϊκό είδωλο δεν έγινα ποτέ. Τότε ο κινηματογράφος ήταν ένα μέσον στο οποίο δεν έλεγες όχι. Με ζήτησαν, πήγα. Αντιμετώπισα την εμπειρία διασκεδαστικά. Επαιζα ανάλαφρους ρόλους. Ομως από τότε με ενδιέφερε το θέατρο. Τρανταχτή απόδειξη του πόσο με ενδιέφερε η σκηνή είναι ότι, παρότι μου ζητήθηκε, δεν συνέχισα τη συνεργασία που είχα με το ΒΒC. Τα παράτησα και επέστρεψα. Με ενδιέφερε το θέατρο εδώ, η γλώσσα».

Λέει πως δεν επένδυσε στον ρόλο της ωραίας. «Ούτε αυτόγραφα έστελνα ποτέ όπως ήθελε η εποχή. Μόνο μια φορά που πήγαμε περιοδεία με τον Φαίδωνα Γεωργίτση». Αυτός ήταν ο δεύτερος σύζυγός της. «Εγώ τα έκανα όλα μαζί. Πήγα στη σχολή του Κουν, ήμουν ήδη δύο μηνών έγκυος, παντρεύτηκα, έκανα παιδί. Ο πρώτος μου σύζυγος, ο αρχιτέκτονας Κώστας Σταμάτης, πίστευε το θέατρο. Με στήριξε και με παρότρυνε. Οι γονείς ήταν επίσης ανοιχτοί άνθρωποι. Η μάνα μου θεωρούσε ότι ο χώρος είχε κινδύνους για μένα. Ισως γιατί ήμουν ριψοκίνδυνη από μικρή. Είχα μια άγνοια κινδύνου, όπως ο πατέρας μου. Θυμάμαι, παιδί, με πήγαινε η δασκάλα μου στο Μουσείο στην πλατεία μπροστά στην Πατησίων. Μέναμε τότε στην οδό Σολωμού στα Εξάρχεια. Λες και με έτρωγε κάτι και τη λαχταρούσα, πήγαινα όπου υπήρχε κίνδυνος».

Οταν άλλες στην ηλικία της «σκέφτονταν τι θα κάνουν όταν μεγαλώσουν, εγώ ήμουν ήδη μητέρα». Με τον γιο της, τον συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη, μεγάλωναν μαζί. «Χώρισα όταν ο Αλέξης ήταν επτά μηνών. Ηταν ζόρικο. Το πληρώσαμε όλοι. Κι εγώ και ο γιος μου... Κερδίσαμε και χάσαμε. Δεν ήταν ανώδυνο. Αλλα πότε κερδίζεις από τα ανώδυνα;».

Εχασε τη βαθιά εμπειρία της μάνας-παιδιού. «Τώρα, όταν ρωτάω καμιά φορά ανήσυχα αν έφαγε, αν είναι καλά ντυμένος, μου απαντά έκπληκτος: “Τι έπαθες;”. Αν έρθει εγγόνι θα βγάλω όλα αυτά τα μητρικά στην επιφάνεια. Το θέλω πολύ», λέει με ενθουσιασμό και μου δείχνει με αγάπη τις φωτογραφίες της βαφτιστήρας της στον απέναντι καθρέφτη. «Είναι η Χλόη, η κόρη του Στάθη (Λιβαθινού) και της Γιολάντας (Μαρκοπούλου)».

«Ο,τι έχω κάνει το έχω πληρώσει ακριβά»

Επιστρέφει στον γιο της. «Περάσαμε δύσκολες εποχές. Στο πρώτο του βιβλίο “Ο έβδομος ελέφαντας” καταγράφει την περιπέτειά του με το ποτό. Γινόμουν κομμάτια τότε. Παναγία μου, να μη συμβεί σε κανέναν. Ηθελε τρομερή δύναμη ο τρόπος που το αντιμετώπισε. Εδωσε στήριγμα σε όσους βιώνουν τέτοιες εμπειρίες, και σε μένα ως μητέρα. Ξέρεις ό,τι έχω κάνει, ό,τι μου έχει συμβεί, το έχω πληρώσει ακριβά. Δεν κλαίγομαι, μου είναι απεχθές. Στην προσωπική μου ζωή, όμως, πλήρωσα πολλά. Αλλά αυτή η εμπειρία ήταν τραγική, άγρια».

Αυτές τις τρεις δεκαετίες έπαιξε ηρωίδες των Ιψεν, Στρίντμπεργκ, Πιραντέλο, Ζενέ, Τσέχοφ κ.ά. Γυναίκες δυναμικές, μοχθηρές, σκληρές, ευάλωτες, εξουσιαστικές. «Μου αρέσουν οι πολύπλοκες, οι ακραίες, δεν μπορώ να με φανταστώ στον ρόλο της γλυκιάς». Ομως όταν έπαιζε γυναίκες που παραμόρφωναν την εικόνα της, έγινε απ’ όλους αποδεκτή. Η Φόνισσα του Παπαδιαμάντη ήταν μία απ’ αυτές. «Αλλά και η Κλαίρη στη “Γηραιά κυρία”, η Σολάνζ στις “Δούλες” του Ζενέ, η ηρωίδα του Μπότο Στράους στο “Ο Χρόνος και το δωμάτιο” έβαλαν θεμέλια για να φτάσω ώς εδώ. Ο Τειρεσίας το καλοκαίρι. Θα έπληττα εάν έπαιζα την ωραία».
Τι την ενοχλεί απ’ όσα αλλοίωσε ο χρόνος πάνω της στις επτά δεκαετίες; «Η ξεγνοιασιά που βλέπω στις παλιές φωτογραφίες. Το βλέμμα βαραίνει όσο μεγαλώνεις. Αλλά το κέρδος είναι η αφαίρεση, η ουσία». Την ενοχλεί που μεγαλώνει, λέει με ευθύτητα. «Σε ποιον αρέσει να γερνάει; Ωστόσο, συνηθίζεις τις ρυτίδες σου, τις αποκαλύπτει ο καθρέφτης. Εχει και μια δικαιοσύνη ο χρόνος: αν δεν είχα ρυτίδες πώς θα έπαιζα κάποιους ρόλους;».

Χορτασμένη από τη ζωή; Την αποχαιρετώ περιμένοντας θετική απάντηση. «Οχι βέβαια. Τη στήνω στον εαυτό μου να δω πόσο ακόμη μπορεί να με εκπλήξει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ