ΒΙΒΛΙΟ

Τελευταίο ραντεβού με τη γυναίκα μου

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Οι Παριζιάνοι αποτίουν φόρο τιμής στα θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων στην πόλη τους πριν από ένα χρόνο ακριβώς, τέτοιες ημέρες.

ANTOINE LEIRIS
Και όμως δεν θα σας μισήσω
μτφρ.: Κατερίνα Σχινά
εκδ. Στερέωμα, 2016, σελ. 144

«“Επίθεση στο Μπατακλάν”. O ήχος κόβεται απότομα. Δεν ακούω πια παρά μονάχα την καρδιά στο στήθος μου, που λες και πασχίζει να δραπετεύσει. Οι τρεις αυτές λέξεις αντηχούν στο κεφάλι μου σαν ηχώ που μοιάζει να μην έχει τέλος. Ενα δευτερόλεπτο σαν ένας χρόνος. Ενας χρόνος σιωπής, που έχει ριζώσει εκεί, στον καναπέ μου. Σίγουρα, πρόκειται για λάθος. Θέλω να επαληθεύσω πως ναι, πήγε εκεί, ίσως να σφάλλω, να ξεχνάω. Ομως η συναυλία γινόταν όντως στο Μπατακλάν. Η Ελέν είναι στο Μπατακλάν».

Στις 15 Νοεμβρίου 2015, η ανοικτή επιστολή του Αntoine Leiris προς τους δολοφόνους της γυναίκας του, η οποία ήταν μεταξύ των θυμάτων των τρομοκρατικών επιθέσεων στο Παρίσι, έκανε τον γύρο του κόσμου και «κοινοποιήθηκε» από σχεδόν 200 χιλιάδες χρήστες των social media. «Δεν ξέρω ποιοι είστε και δεν θέλω να ξέρω. Είστε νεκρές ψυχές» ήταν το μήνυμα του προς τους ενόπλους, που δύο μέρες νωρίτερα είχαν εισβάλει στο θέατρο Μπατακλάν σκοτώνοντας 89 άτομα. «Θέλετε να φοβηθώ, να δω τους συμπολίτες μου με καχυποψία, να θυσιάσω την ελευθερία μου στην ασφάλεια. Χάσατε». Εναν χρόνο αργότερα, ο Leiris επανέρχεται στο προσκήνιο με ένα αφήγημα που δανείζεται τον τίτλο του από την πολυσυζητημένη ανάρτησή του στο Facebook: «Και όμως δεν θα σας μισήσω» (κυκλοφορεί αυτή την εβδομάδα από τις εκδόσεις Στερέωμα).

Λιτό, απαλλαγμένο από υπερβολικούς συναισθηματισμούς και ταυτόχρονα σπαρακτικό, το κείμενό του ανατρέχει στο βράδυ της τραγωδίας και τις ημέρες που ακολούθησαν. Ο 35χρονος συγγραφέας, που μέχρι τότε εργαζόταν ως σχολιαστής πολιτιστικών θεμάτων στο ραδιόφωνο, μιλάει με αφοπλιστική ειλικρίνεια για τα συναισθήματα που βίωσε όταν πληροφορήθηκε πως η γυναίκα του ήταν νεκρή. Για την τελευταία «συνάντησή» του μαζί της όταν κλήθηκε να την αναγνωρίσει στο νεκροτομείο. Για την απόγνωσή του όταν συνειδητοποίησε πως έπρεπε να εξηγήσει στον μόλις 17 μηνών γιο τους ότι η μητέρα του δεν θα επέστρεφε ποτέ ξανά στο σπίτι. «Εχει χύσει ήδη κάμποσα δάκρυα από πόνο, από φόβο, από απογοήτευση, από ιδιοτροπία. Εδώ όμως πρόκειται για κάτι άλλο, είναι η πρώτη του μεγάλη οδύνη, η πρώτη φορά που είναι αληθινά δυστυχισμένος. Οι φωτογραφίες παρελαύνουν, οι νότες της μουσικής γίνονται όλο και πιο φαρμακερές. Είμαστε σαν δυο παιδιά σκυμμένα πάνω από ένα μουσικό κουτί που παίζει τη μελωδία της ζωής μας, κλαίγοντας με όσα δάκρυα μας έχουν απομείνει». Για την απόφασή του να διασώσει, με κάθε τρόπο, ό,τι είχε απομείνει από την αίσθηση της κανονικότητας στη ζωή του μικρού Μελβίλ, να τον προστατέψει κι εκείνον από τις καταστροφικές συνέπειες του μίσους.

Καθώς προσπαθεί να προσαρμοστεί, όσο αυτό είναι δυνατόν, στα νέα δεδομένα, ο αφηγητής «βομβαρδίζεται» καθημερινά από επιστολές συμπαράστασης, προσφορές από γνωστούς και αγνώστους, δώρα και βλέμματα γεμάτα οίκτο. Τα υπομένει στωικά, απαντώντας ευγενικά όταν του εύχονται «καλή δύναμη» και επιστρέφοντας κάθε Παρασκευή τα τάπερ με φαγητό που του φέρνουν μέσα στην εβδομάδα οι μαμάδες των άλλων παιδιών στον παιδικό σταθμό.

Εχω το δικαίωμα να μην είμαι γενναίος;

«Συνέχισα αυτό το παιχνίδι όσο καιρό το είχαν ανάγκη. Ηθελαν να προσφέρουν λίγη μητρική αγάπη σε ένα παιδί που τόσο του έλειπε, κι εγώ την έπαιρνα, είτε έτρωγε είτε όχι αυτές τις σούπες... Δεν είχα το κουράγιο να τους ομολογήσω πως ο Μελβίλ δεν δοκίμασε ποτέ τίποτα από τα μικρά, σπιτικά τους βαζάκια – μου φαινόταν αδιανόητο να τους πω ότι δεν είχαν θέση στο σπίτι μας».

Μακριά από τα «εχθρικά» βλέμματα, βουλιάζει κάτω από το βάρος της απώλειας, και ενίοτε εξεγείρεται ενάντια στις προσδοκίες εκείνων που θεωρούν πως είναι ήρωας. «Περιμένουν από μένα πολλά, και φοβάμαι πως δεν στέκομαι στο ύψος τους. Εχω ακόμα το δικαίωμα να μην είμαι γενναίος; Το δικαίωμα να είμαι οργισμένος. Το δικαίωμα να μην αντέχω άλλο. Το δικαίωμα να πίνω πολύ και να καπνίζω ακόμα περισσότερο. Το δικαίωμα να δω μιαν άλλη γυναίκα, ή να μην ξαναδώ ποτέ καμία. Το δικαίωμα να μην ξαναγαπήσω, ποτέ πια. Να μην ξαναφτιάξω τη ζωή μου και να μη θέλω μιαν άλλη ζωή. Το δικαίωμα να μην έχω όρεξη να παίξω, να πάω στο πάρκο, να αφηγηθώ μία ιστορία».

Σταδιακά, ο πόνος δίνει τη θέση του στο πένθος. Η γραφή λειτουργεί σαν μιας μορφής ψυχανάλυση και ο συγγραφέας βιάζεται να ολοκληρώσει την αφήγηση πριν η ανάμνηση της Ελέν αρχίσει να ξεθωριάζει. «Προτού ο θάνατος ρίξει τελειωτικά την αυλαία πάνω σ’ αυτόν που ήμουν, παραμένω ακόμη εκείνος ο μέγας αφελής που η ελπίδα τον εμποδίζει να πέσει. Ποιος ξέρει τι θα γίνω αύριο, όταν η θλίψη μου θα με σπρώχνει να πέσω;». Τα τραύματα του Αntoine Leiris είναι πολύ βαθιά για να επουλωθούν, όμως, παρότι δεν έχει τίποτα το «ηρωικό», είναι υποχρεωμένος να παραμείνει στην επιφάνεια για χάρη του Μελβίλ. Αποφασισμένος να μη «χαρίσει» το μίσος του στους δολοφόνους, δεν έχει καν τη ευκαιρία να εκτονώσει την οργή του. «Αυτοί που δεν έχουν κανέναν να του ρίξουν το φταίξιμο, είναι μόνοι με τη δυστυχία τους», παραδέχεται, αλλά επιμένει: «Δεν θα ξαναγυρίσουμε ποτέ στην παλιά μας ζωή. Ομως δεν θα οικοδομήσουμε μια ζωή ενάντια σ’ εκείνους. Θα προχωρήσουμε στη δική μας ζωή, ο ένας με τον άλλο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ