ΒΙΒΛΙΟ

Τρικούπης, ένας Ελληνας με μεγάλη αυτοπεποίθηση

ΜΑΡΙΑ ΤΟΠΑΛΗ

Εκθεση ιστορικών κειμηλίων της οικογενείας Τρικούπη στη Βουλή των Ελλήνων το 2012. Στη φωτογραφία, αντικείμενα του Χαρίλαου Τρικούπη.

ΛΥΝΤΙΑ ΤΡΙΧΑ
Χαρίλαος Τρικούπης, ο πολιτικός του «Τις πταίει;» και του «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν»
εκδ. Πόλις, 2016, σελ. 598

Λίγες ζωές και προσωπικότητες είναι σε θέση να προκαλέσουν στον σύγχρονο Ελληνα αναγνώστη τόσο έντονη την εντύπωση της συνάφειας με τα μεγάλα ερωτήματα που και σήμερα, ιδίως με τη μορφή δεινών, αφορούν την πορεία του σύγχρονου ελληνισμού όσο εκείνη του Χαρίλαου Τρικούπη (1832-1896). Ποιος δεν συνδέει το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» του μεγάλου άνδρα με τη σύγχρονη κρίση χρέους, αλλά και ποιος δεν αναρωτήθηκε, ξανά και ξανά, όλα αυτά τα χρόνια, «τις πταίει;». Η νομικός Λύντια Τρίχα, επί δεκαετίες αφιερωμένη στη μελέτη του τρικουπικού αρχείου, εισφέρει με την εκτεταμένη υπό έκδοση ιστορική βιογραφία μιαν εύληπτη οπτική όχι μόνον της ζωής και του έργου του, αλλά και μιας ολόκληρης εποχής, που παραμένει μάλλον υποφωτισμένη στη συλλογική συνείδηση.

Από τα πρώτα βήματά του νηπίου Τρικούπη στο μετεπαναστατικό Ναύπλιο της μετέωρης λιλιπούτειας χώρας, που έμοιαζε περισσότερο με ουτοπικό όνειρο του ευρωπαϊκού ρομαντισμού, έτοιμου κάθε στιγμή να κυλιστεί στη λάσπη των χωματόδρομων και των μονοπατιών της, μέχρι την εκ μέρους του καθιέρωση της «αρχής της δεδηλωμένης» το 1875 και τον επιθετικό υπό την καθοδήγησή του εξευρωπαϊσμό και εκσυγχρονισμό της νεαρής Ελλάδας που, στη συνέχεια, τη στερέωσε ως συμπαγή υπόσταση στην οικογένεια της Δύσης, μη αποφεύγοντας βέβαια τις μοιραίες κακοτοπιές, η απόσταση είναι ιλιγγιώδης. Το διάνυσμα αυτής της εθνικής πορείας ταυτίζεται με τον βίο του που δεν υπήρξε μακρύς, έφερε όμως εξ αρχής τα στοιχεία της αποφασιστικής χάραξης μιας τροχιάς που την ακολούθησε με εντυπωσιακή επιμονή.

Η υπό έκδοση βιογραφία του, αποσπάσματα της οποίας προδημοσιεύουμε εδώ, επικεντρώνεται στον βίο και την προσωπικότητα, καθώς και στις εγχώριες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις της τρικουπικής περιόδου. Παραθέτει με συστηματικό και λεπτομερή τρόπο ένα πλούσιο βιβλιογραφικό και αρχειακό υλικό, με τη βοήθεια του οποίου ο αναγνώστης θα γνωρίσει τον Τρικούπη και την Ελλάδα της εποχής του, με έμφαση, οπωσδήποτε, στο πολιτικό σύστημα. Το διεθνές περιβάλλον, η οικονομία, η κοινωνία, ο πολιτισμός φωτίζονται στοιχειωδώς, στον βαθμό που είναι απαραίτητο για να συντεθεί ο καμβάς της βασικής αφήγησης περί το πρόσωπο. Μολονότι δεν πρόκειται για το μεικτό είδος της λογοτεχνικής-επιστημονικής βιογραφίας, το έργο της Τρίχα, βαρύ σε πληροφορίες, δεν στερείται συγκρατημένης συγκίνησης. Είναι ένα έργο-βάση για μελλοντικούς αφηγητές, που θα επιχειρήσουν, ελπίζουμε, να εμβαθύνουν και να ανασυνθέσουν περαιτέρω όψεις του βίου και της εποχής.

«Τα παραμύθια δεν του άρεσαν ποτέ. Αντίθετα, του άρεσε να του αφηγούνται οι γονείς του πραγματικές ιστορίες από τη ζωή τους. Τις άκουγε με κομμένη την ανάσα, γιατί οι περισσότερες ήταν τρομακτικές και, καθώς εκείνους τους συνέπαιρνε η διήγηση, η αγωνία κορυφωνόταν. Τόσο ο Σπυρίδων όσο και η Αικατερίνη Τρικούπη είχαν ζήσει τον φόβο του ραγιά, την αγριότητα του πολέμου και την απώλεια προσφιλών προσώπων», διαβάζουμε για τα παιδικά του χρόνια. Αργότερα, ο νεαρός διπλωμάτης, που έχει ζήσει και μορφωθεί στην Αγγλία και τη Γαλλία, θα δώσει ένα δείγμα του ταμπεραμέντου που τον διέκρινε όχι μόνον στην επιδίωξη των πολιτικών του στόχων: «Αληθεύει άραγε ότι κατά το ταξίδι της επιστροφής του έσωσε τη ζωή ενός σκύλου διακινδυνεύοντας τη δική του; Λέγεται ότι, βλέποντας έναν σκύλο να πέφτει στην αγριεμένη θάλασσα και να κινδυνεύει να πνιγεί, ζήτησε από τον Εγγλέζο καπετάνιο να σταματήσει για να τον περισυλλέξουν. Ο καπετάνιος, ωστόσο, δεν φάνηκε τόσο πρόθυμος, οπότε εκείνος, για να τον εξαναγκάσει να σταματήσει, έβγαλε το σακάκι του και, φωνάζοντας “είμαι ο Τρικούπης”, πήδηξε στο νερό αψηφώντας τον κίνδυνο». Είναι 34 ετών, έχει ήδη εκλεγεί για πρώτη φορά βουλευτής Μεσολογγίου και πρόκειται σύντομα να αναλάβει το υπουργείο Εξωτερικών στην κυβέρνηση Κουμουνδούρου. «Λέγεται», γράφει η Τρίχα, «ότι η πρώτη ενέργεια του Τρικούπη ως υπουργού, ενδεικτική για τον τρόπο που ήθελε να αντιμετωπίζουν οι Μεγάλες Δυνάμεις την Ελλάδα, ήταν να μην επισκεφθεί τους πρεσβευτές τους, όπως γινόταν μέχρι τότε από τους προκατόχους του, αλλά να περιμένει να τον επισκεφθούν εκείνοι, όπως συνηθιζόταν σε όλα τα δυτικοευρωπαϊκά κράτη. Δεδομένου ότι το ίδιο λέγεται και για το 1882, όταν ανέλαβε την πρωθυπουργία, η αναφορά γίνεται εδώ με μεγάλη επιφύλαξη».

Οι αποτυχίες του

Η πορεία του στην πολιτική κάθε άλλο παρά ανθόσπαρτη υπήρξε. Απέτυχε κατ’ επανάληψιν να εκλεγεί βουλευτής, ενώ δεν δίσταζε κάθε τόσο, είτε ως υπουργός είτε αργότερα ως πρωθυπουργός, να υποβάλει την παραίτησή του όποτε έκρινε ότι δεν μπορούσε να εφαρμόσει το πρόγραμμά του. Το πρόγραμμα, άρρηκτα συνδεδεμένο με το όραμα, που δεν ήταν άλλο από μιαν ισχυρή και εκμοντερνισμένη κατά τα δυτικά πρότυπα Ελλάδα, και η απίστευτη επιμονή και συνέπεια ήταν τα χαρακτηριστικά του. Ο αναγνώστης του Τσίρκα δεν θα ξεχάσει τα όσα του επιρρίπτει ο αριστερός λογοτέχνης στο «Ο Καβάφης και η εποχή του» (Κέδρος, 2001) για τη στάση του στο πλευρό των Αγγλων κατά τη διάρκεια της επανάστασης του Αραμπή πασά στην Αίγυπτο (1882). Η εκδοχή της Τρίχα είναι διαφορετική: «Η αποστολή των πλοίων [απέστειλε ελληνικά πολεμικά πλοία στην Αίγυπτο, για την προστασία της εκεί ελληνικής κοινότητας], παρότι δεν είχε ενθαρρυνθεί από τη βρετανική κυβέρνηση, αποδόθηκε και στην επιθυμία του να συνδέσει την ελληνική εξωτερική πολιτική με αυτήν της Μεγάλης Βρετανίας». Ενώ, όμως, στην Ελλάδα τον ονόμαζαν «Αγγλο», οι Βρετανοί διπλωμάτες δεν είναι τόσο βέβαιοι για τον προσανατολισμό του. «Κατά την άποψή μου, ο κύριος Τρικούπης δεν είναι πιο αντι-γάλλος από ό,τι αντι-άγγλος», έγραφε το 1883 ο Βρετανός επιτετραμμένος Egerton στον υπουργό του, συμπληρώνοντας ότι «είναι ένας Ελληνας με μεγάλη αυτοπεποίθηση».

Μορφωμένος και οραματιστής...

Την αυτοπεποίθηση δεν του τη συγχώρησαν, στην πορεία, ούτε οι συμπατριώτες του ούτε οι ξένοι. Χάρη σε αυτήν ωστόσο ο Τρικούπης συνέβαλε αποφασιστικά στην καθιέρωση του κοινοβουλευτισμού, στον εκσυγχρονισμό των πολιτικών θεσμών και ηθών αλλά και πραγματοποίησε, ως «πατέρας των σιδηροδρόμων», τεράστιο έργο στις υποδομές. Στραμμένος πάντοτε προς τη Μεγάλη Ιδέα, δεν δίστασε να θυσιάσει για χάρη της εξεγέρσεις, π.χ. στην Κρήτη, που τις θεώρησε άκαιρες και καταδικασμένες. Αν ο πατέρας του, ο Σπυρίδων, με τη λυρική φλέβα, εκφώνησε άλλοτε τον επικήδειο του Μπάυρον και ο λόγος του «πολύ καλά διατυπωμένος και συγκινητικός, μεταφράσθηκε, έκανε τον γύρο όλης της Ευρώπης και έφθασε μέχρι την Αμερική», ο Χαρίλαος με την ελαφρώς ξενική προφορά (!) και τον τραυλισμό που ξεπέρασε με άσκηση, τιμάται στις αγορεύσεις του στη Βουλή από ξένους επίσημους και διπλωμάτες, οι ομιλίες του μεταφράζονται, ενώ και ο διεθνής Τύπος παρακολουθεί στενά τις κινήσεις του όχι μόνον ως πρωθυπουργού αλλά ακόμη και ως αντιπολιτευόμενου.

Θριαμβεύει αλλά και συντρίβεται, κατόπιν, από την κρίση χρέους για την οποία, όπως φαίνεται, δεν ήταν υπεύθυνος αλλά την οποία, πάντως, υποτίμησε. Το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου περιλαμβάνει χρήσιμη και νηφάλια αποτίμηση του έργου του. Είναι ενδιαφέρουσες οι εκεί αναφορές στην «αυτοαξιολόγησή» του, καθώς και στη μελαγχολική του πρόβλεψη ότι από το ευρύτατο αυτό μεταρρυθμιστικό και ανοικοδομητικό σύνολο «μόνο τα δημόσια έργα και τα θωρηκτά θα έμεναν». Να γνώριζε άραγε ο δεινός ιστοριοδίφης Νίκος Θέμελης αυτή την εκτίμηση του Τρικούπη όταν, αναφερόμενος με τη σειρά του στην οκταετία Σημίτη, εξέφραζε την ευχή «να μη μείνουν μόνο τα μπετά» ή πρόκειται απλώς για την Ιστορία, που αρέσκεται σε επαναλήψεις;

Το βιβλίο δεν στερεί από τον αναγνώστη τις άλλες όψεις της προσωπικότητας και του βίου, από τους δύσκολους έρωτες μέχρι τη στενότατη σχέση με την αδερφή του Σοφία και από το παρουσιαστικό μέχρι την κατάσταση της υγείας και τις διατροφικές συνήθειες του Τρικούπη, ανοίγοντας, ομολογουμένως, την όρεξη για περισσότερα. «Τίποτε μέτριον παρ’ αυτώ», διατυπώνει με τη γλαφυρή του πένα ο Βλάσης Γαβριηλίδης. Δεν πρέπει λοιπόν να εκπλήσσει το γεγονός ότι ο μορφωμένος οραματιστής που με πάθος εξίσου όπως και με πρόγραμμα προσπάθησε και, ιδωμένος πλέον από απόσταση, σφράγισε τη σύγχρονη μοίρα της χώρας, υπήρξε επίσης αγαπημένος σημαντικών λογοτεχνών όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Ροΐδης, ο Παλαμάς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ