ΒΙΒΛΙΟ

Τα παραμύθια της μεγαλούπολης

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΣ

Βερολίνο, Πύλη του Βραδεμβούργου και στο βάθος το Ράιχσταγκ (αριστερά), 1910.

FRANZ HESSEL
Απόκρυφο Βερολίνο
μτφρ.: Απόστολος Στραγαλινός
εκδ. Κριτική, σελ. 159

Ισως είναι και το «βιβλίο της χρονιάς», τουλάχιστον για εκείνη την ξενόγλωσση λογοτεχνία που μεταφέρεται στα καθ’ ημάς με σημαντική καθυστέρηση, δεκαετιών.

Ομως, το «Απόκρυφο Βερολίνο» είναι κάτι πολύ παραπάνω από λογοτεχνία: «ένα βιβλίο με παραμύθια της μεγαλούπολης», όπως το χαρακτήρισε ο βερολινέζικος Τύπος το 1927, ένας μικρός λογοτεχνικός Baedeker στον αντίποδα του ογκώδους «Μπερλίν Αλεξάντερπλατς», δύο χρόνια πριν περιπλανηθεί ο προλετάριος Φραντς Μπίμπερκοπφ του Αλφρεντ Ντέμπλιν στους δικούς του δρόμους και τις εσωτερικές αυλές των βερολινέζικων πολυκατοικιών, ένα «γράμμα αποχαιρετισμού» στη γυναίκα και την πόλη από τον «αιώνιο περιπατητή του Βερολίνου». Και ακόμα, ένα από τα βιβλία-κλειδιά που διανοίγουν τις μυστικές διαδρομές στην περιπλάνηση, όταν η μητρόπολη μεταμορφώνεται σταδιακά σε «δάσος» ή «λαβύρινθο», ο πλάνης (flâneur) μετατρέπεται σε «αφηγητή», η ιστορία σε λογοτεχνία και το αχανές πολεοδομικό συγκρότημα σε «“αόρατες πόλεις” μέσα στην πόλη».

Εξομολόγηση

Το «Απόκρυφο Βερολίνο» είναι κατ’ εξοχήν «μία πόλη από λέξεις», μια ερωτική εξομολόγηση στη γυναίκα και την πόλη. Ταυτόχρονα, είναι μια ιστορία έρωτα και περιπλάνησης, αναζήτησης και (απο)χωρισμού και, ανάμεσα στ’ άλλα, μια «γέφυρα» που θα ενώσει, μαζί με τις μοίρες των πρωταγωνιστών της, σε πραγματικό χρόνο το Βερολίνο και το Παρίσι, τις κατ’ εξοχήν μητροπόλεις της flânerie. Τριάντα πέντε χρόνια μετά, ο Φρανσουά Τριφό θα μεταφέρει στον κινηματογράφο την ελεγεία του amour fou, στη μυθική ταινία «Ζιλ και Ζιμ» (1962), βασισμένη βέβαια στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ανρί-Πιερ Ροσέ (1953), «βασικoύ συνένοχου» σε ένα εξιδανικευμένο ménage à trois μεταξύ του ζεύγους Eσελ και του συγγραφέα, πολύ πριν οικειοποιηθεί πολιτικά ο «γαλλικός Μάης» τη σεξουαλική απελευθέρωση.

Το «Βερολίνο» του Eσελ (πατέρα του Στεφάν Εσελ) είναι κυρίως η λογοτεχνική μεταφορά της «τέχνης να χάνεσαι στο δάσος της πόλης» (Μπένγιαμιν), σε αναζήτηση του «ξέφωτου του έρωτα», πρωτίστως όμως προοικονομεί την προβληματική του πλάνητα, που θα απασχολήσει συστηματικά τον φίλο του Βάλτερ Μπένγιαμιν (μαζί θα ξεκινήσουν μια μετάφραση του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο»), τον Ζίγκφριντ Κρακάουερ και τον (αδίκως παραγνωρισμένο σε αυτό το πεδίο) Ζεμπάστιαν Χάφνερ: μία τετράδα που θα αναδείξει τον πλάνητα σε αφηγητή της μητροπολιτικής μποεμίας, κυρίως όμως σε «βοτανολόγο της ασφάλτου», συλλέκτη αναμνήσεων και εραστή της σχόλης, σε μια νέα, πρωτοποριακή για την εποχή και μέχρι σήμερα αξεπέραστη «ποιητική του χώρου», στη βερολινέζικη εκδοχή της νεωτερικότητας μέσα από τρία είδη του λόγου: το δοκίμιο, τη λογοτεχνία και την επιφυλλίδα (feuilleton).

Το «Απόκρυφο Βερολίνο» (ένας επιθετικός προσδιορισμός που δεν μπορεί να αποδώσει ικανοποιητικά στα ελληνικά την πολυσημία ενός όρου που κινείται στο μεταίχμιο της πρόσληψης, ανάμεσα στο «μυστικό» και το «κρυφά οικείο», αρχικά απαρατήρητο) ξεκινά με μία φυγή. Ο ήρωας της τριτοπρόσωπης αφήγησης εγκαταλείπει την πόλη και την παρέα του, προκαλώντας σε ορισμένους μία «δυσεξήγητη στενοχώρια», στην ουσία μία θλίψη για τον αποχωρισμό. Είναι μια απόπειρα φυγής και διαφυγής, στην κλασική γερμανική ρομαντική παράδοση, μπροστά στην αδυναμία να κατανοήσει και να αποδεχθεί το παρόν, ταυτόχρονα το «ξερίζωμα» από την αγαπημένη πόλη.

Τα 13 «επεισόδια» εκτυλίσσονται στη διάρκεια μιας ημέρας (άραγε εκλεκτική συγγένεια με τον «Οδυσσέα» του Τζόις;), καθώς ξετυλίγεται ο μίτος της αφήγησης που, ταυτόχρονα, μετατρέπεται σε έναν από τους πρωταρχικούς μύθους της βερολινέζικης λογοτεχνικής τοπογραφίας: το «παλιό» (Alter Westen) και το «καινούργιο» (Neuer Westen), που, θαρρείς πως, επανέρχονται σαν εκδίκηση της ιστορίας και της Ιστορίας σε νέα μορφή, το «παλιό» Δυτικό Βερολίνο και το «νέο» ενοποιημένο Βερολίνο, στις συντεταγμένες του «πρώην Ανατολικού», όπου το Πρέντσλαουερ Μπεργκ τα βράδια θυμίζει Παρίσι και το Φρίντριχσχαϊν έχει πλέον υποσκελίσει το πάλαι ποτέ multikulti και ατίθασο Κρόιτσμπεργκ.

Στη νουβέλα, χάρτης της πόλης και ζωή, τοπωνύμια και ονόματα, συναισθήματα και εμπειρίες, χώρος και χρόνος, όλα διαπλέκονται και μετουσιώνονται σε ό,τι ο Γκέοργκ Ζίμελ προσδιόρισε στο δοκίμιο «Πόλη και Ψυχή» (1903). Ο Φραντς Eσελ, όπως και κάποιοι ήρωές του, παίζει σε διπλό ταμπλό, αναζητώντας το «πραγματικό Βερολίνο» ως ονειρικό και ονειρεμένο τόπο, πότε στη λογοτεχνική του μεταγραφή και πότε στην εκδοχή της περιπλάνησης, αφού το μείζον έργο του αποτελεί η συλλογή κειμένων «Περπατώντας στο Βερολίνο», όπου αναδεικνύεται η περσόνα του πλάνητα.

Η αύρα της μητρόπολης

Το «Απόκρυφο Βερολίνο» όμως δύσκολα μπορεί να αναγνωστεί εκτός του αυθεντικού λογοτεχνικού τόπου και τοπίου που το γέννησαν, αφού η αφήγηση είναι συνυφασμένη με την αύρα της μητρόπολης και η απλουστευτική μεταγραφή στα ελληνικά των βερολινέζικων τοπωνυμίων προκαλεί δυστυχώς τη συνακόλουθη αναγνωστική αποξένωση σ’ ένα κατ’ εξοχήν βιβλίο περιπλάνησης στο σώμα της πόλης και τη λογοτεχνία της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ