ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη - Αναστολή διώξεων: ανάσα χρόνου για τον οφειλέτη

ΣΤΕΡΓΙΟΣ ΦΡΑΣΤΑΝΛΗΣ*

Η αυτόματη αναστολή διώξεων έχει το πλεονέκτημα της εξοικονόμησης χρόνου και της ασφάλειας δικαίου για τον εξής λόγο: αφενός δεν αναλώνεται χρόνος για μια ξεχωριστή αίτηση και αφετέρου δεν υπάρχει η ανασφάλεια ως προς το εάν το δικαστήριο τη διατάξει ή όχι. Από την άλλη, όμως, μειονέκτημά της είναι ότι δεν μπορεί να καλύπτει ακριβώς τις ανάγκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Σε μια προσπάθεια εξυγίανσης μιας επιχείρησης τον πρώτο λόγο έχει το συμφέρον του οφειλέτη, ο οποίος για να πετύχει τον στόχο του, τη διάσωση της επιχείρησής του, έχει ανάγκη από χρόνο για να ανασάνει, ένα χρονικό διάστημα δηλαδή που θα μπορεί να ενεργήσει χωρίς την πίεση των πιστωτών. Σε έναν ιδανικό κόσμο, όπου υπάρχει κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ του οφειλέτη και των πιστωτών του, ο οφειλέτης μπορεί να ζητήσει τον χρόνο αυτό απευθείας από τους ίδιους τους πιστωτές. Αν η εμπιστοσύνη αυτή, όμως, δεν υπάρχει μεταξύ τους, υπάρχει ο κίνδυνος οι πιστωτές να βρεθούν σε μια κατάσταση πανικού, προσπαθώντας να σώσουν ό,τι σώζεται, διακινδυνεύοντας έτσι την ίδια την εξυγίανση.

Η προστασία, λοιπόν, του οφειλέτη φαίνεται να είναι, κατ’ αρχάς, απαραίτητη για να αποτρέψει ακριβώς αυτό, ότι δηλαδή οι πιστωτές ευρισκόμενοι σε κατάσταση πανικού θα ζητούν άμεση ικανοποίηση, πράγμα που θα έθετε σε προφανή κίνδυνο τη διαδικασία εξυγίανσης. Την απαραίτητη ανάσα χρόνου (breathing space) μπορεί να την εξασφαλίσει στον οφειλέτη μόνο το μέτρο της αναστολής διώξεων εναντίον του, μέτρο το οποίο αποτελεί διεθνή πρακτική σε διαδικασίες εξυγίανσης και διατάσσεται είτε από το δικαστήριο είτε και αυτοδίκαια. Οσον αφορά τους πιστωτές πρόκειται σίγουρα για ένα επαχθές μέτρο που προσβάλλει σε ένα σημαντικό βαθμό τα δικαιώματά τους, αφού για ένα σημαντικό χρονικό διάστημα δεν μπορούν να εκτελέσουν κατά του οφειλέτη.

Ποιο είναι, λοιπόν, το νομικό έρεισμα του νομοθέτη για να επιβάλει το μέτρο αυτό στους πιστωτές; Διότι μία τέτοια εισβολή στα δικαιώματά τους, θα πρέπει να είναι συμβατή και με τις συνταγματικές αρχές, όπως είναι η αρχή της αναλογικότητας. Η απάντηση έγκειται, κατ’ αρχάς, στην αναγκαιότητα του μέτρου για τον οφειλέτη, ο οποίος χρειάζεται μιαν ανάσα χρόνου για να δράσει. Εκτός από αυτό, όμως, πρόκειται για ένα μέτρο το οποίο δεν θέτει τα συμφέροντα των πιστωτών σε χειρότερη θέση από αυτή που ήδη βρίσκονται. Διότι οι απαιτήσεις των πιστωτών δεν χάνουν σε αξία, απλά μπαίνουν σε «συντήρηση», με την έννοια ότι μετά το πέρας ενός χρονικού διαστήματος μπορεί αυτές πάλι να ρευστοποιηθούν.

Επειτα, ενόψει των αλλαγών που προωθούνται εκ νέου στο ελληνικό πτωχευτικό δίκαιο σχετικά με τη –μοναδική πλέον προβλεπόμενη στον νόμο– διαδικασία της άμεσης επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης, αξίζει μια σύντομη τοποθέτηση. Οι αλλαγές προβλέπουν την αυτόματη αναστολή μέτρων αναγκαστικής και συλλογικής εκτέλεσης, καθώς και την απαγόρευση εκποίησης των ακινήτων και εξοπλισμού της επιχείρησης. Η αυτόματη αναστολή διώξεων έχει το πλεονέκτημα της εξοικονόμησης χρόνου και της ασφάλειας δικαίου για τον εξής λόγο: Αφενός δεν αναλώνεται χρόνος για μία ξεχωριστή αίτηση και αφετέρου δεν υπάρχει η ανασφάλεια ως προς το αν το δικαστήριο την διατάξει ή όχι. Από την άλλη όμως, μειονέκτημά της είναι ότι ποτέ δεν μπορεί να καλύπτει ακριβώς τις ανάγκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ετσι, για παράδειγμα, ίσως κρίνεται πράγματι απαραίτητη η εκποίηση εξοπλισμού της εταιρείας, ο οποίος από τη μια χάνει σε αξία λόγω αχρησίας και από την άλλη δεν είναι απαραίτητος για τη λειτουργία της επιχείρησης και άρα η εκποίησή του δεν θα πρέπει να απαγορεύεται αυτόματα. Ή επίσης, επειδή ακριβώς η διατήρηση συγκεκριμένων συμβάσεων με προμηθευτές είναι ζωτικής σημασίας για την επιχείρηση, θα πρέπει τότε το δικαστήριο να απαγορεύει το δικαίωμα καταγγελίας τους από τους πιστωτές. Από την άλλη, ορθά προβλέπεται στο νομοσχέδιο και η δυνατότητα παροχής προστασίας στον οφειλέτη στο στάδιο που ακόμη λαμβάνουν χώρα οι διαπραγματεύσεις, πριν δηλαδή από την αίτηση για επικύρωση της συμφωνίας εξυγίανσης. Εκεί, ως προς τη χρονική έκταση της αναστολής, θα πρέπει να γίνεται διάκριση κάθε φορά με βάση ποιοτικά κριτήρια, όπως για παράδειγμα ο βαθμός δυσκολίας των διαπραγματεύσεων, ο οποίος εξαρτάται από τον αριθμό των πιστωτών και το μέγεθος του συνολικού χρέους της επιχείρησης. Ετσι, για μικρές επιχειρήσεις με λίγους πιστωτές ο χρόνος της αναστολής θα μπορεί να περιορίζεται στο δίμηνο, ενώ σε επιχειρήσεις με πιο περίπλοκη δομή πιστωτών η ανάσα χρόνου ίσως θα πρέπει να είναι μεγαλύτερη.

Συμπερασματικά, θα πρέπει σε κάθε περίπτωση να τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, ώστε η εισβολή στο ατομικό συμφέρον των πιστωτών να γίνεται με το λιγότερο δυνατό κόστος. Αυτό είναι, όμως, κάτι που εναπόκειται κυρίως στους δικαστές, οι οποίοι καλούνται να δείχνουν κάθε φορά την απαιτούμενη ευελιξία και να προσαρμόζουν το μέτρο της αναστολής των διώξεων στις ανάγκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, ώστε να αποφεύγεται εντέλει το υπερβάλλον ή το υπολείπον της αναγκαίας προστασίας.

* O κ. Στέργιος Φράστανλης είναι διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αμβούργου, συνεργάτης στη δικηγορική εταιρεία «Ζέπος & Γιαννόπουλος».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ