ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Αποψη: O εκσυγχρονισμός, σωσίβιο για την ελληνική οικονομία

AΝΑΣΤΑΣΙΟΣ Γ. ΣΙΑΦΑΚΑΣ*

Στην περίπτωση που μια επιχείρηση θελήσει να κάνει αύξηση του κεφαλαίου της κατά 100%, τότε τα κέρδη της να φορολογούνται με συντελεστή 15% για ένα χρονικό διάστημα (π.χ. πενταετία).

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

H παρούσα περίοδος νομίζω ότι είναι εκείνη που απαιτεί άμεση δράση για να αναστρέψει τη στασιμότητα των επενδύσεων στον παραγωγικό βιομηχανικό τομέα και κατ’ επέκταση στο σύνολο της οικονομίας.

Kατά συνέπεια, πρέπει να αναζητήσουμε τα μέτρα, τις ενέργειες και τους παράγοντες εκείνους που θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για την εξυγίανση, ώστε να αποτραπεί η θύελλα της αποβιομηχάνισης. Tην περίοδο των τελευταίων δέκα ετών έχουν δημιουργηθεί για την ελληνική βιομηχανία προβλήματα τέτοιας έκτασης και τόσης σημασίας, που έχουν οδηγήσει σε μια στασιμότητα τουλάχιστον της βιομηχανικής παραγωγής, σε τέτοιο βαθμό που οι πτωχεύσεις να αυξάνουν με ρυθμό ανησυχίας, ο εκσυγχρονισμός να αποτελεί πλέον ιστορική ανάμνηση και η ανταγωνιστικότητα των παραγόμενων προϊόντων είναι μεν επιθυμητή, αλλά άπιαστη επιθυμία...

Eάν σε αυτήν την πραγματικότητα προσθέσουμε ότι βρισκόμαστε σε ανάπτυξη ενός προγράμματος σταθεροποίησης της οικονομίας, που οι συνέπειές του έχουν αποτέλεσμα τη μείωση της αγοραστικής δύναμης ενός σημαντικού κομματιού του πληθυσμού, και κατ’ επέκταση τη μείωση των τιμών των προϊόντων, τότε γίνεται αντιληπτό ότι οδηγούμεθα σε κάποια σοβαρά μελλοντικά προβλήματα.

Tα προβλήματα, δε, αυτά μπορεί να εμφανίζονται μικρότερα απ’ ό,τι είναι στην πραγματικότητα, γιατί τα ελλείμματα του δημόσιου τομέα, που διατηρούνται σε υψηλά επίπεδα, μικραίνουν τα φαινόμενα ακαμψίας του κόστους παραγωγής και αποτελεσμάτων, ενώ μαζί με τη συμπίεση του κόστους εργασίας που παρατηρείται τελευταίως, κατορθώνεται η «ψεύτικη» διατήρηση κάποιων προοπτικών, με συνέπεια η αστάθεια στην εξέλιξη να αποτελεί μια κάποια βεβαιότητα για τις επόμενες δυο-τρεις χρήσεις. Eάν σημειώσουμε τη βεβαιότητα ότι θα διατηρηθούν και τα επιτόκια σε αυτά τα αντιπαραγωγικά μεγέθη που είναι απαγορευτικά για κάθε σκέψη παραγωγικών επενδύσεων, οδηγούμεθα στο συμπέρασμα ότι το βιομηχανικό μέλλον διαγράφεται ζοφερό, τουλάχιστον κάτω από αυτές τις συνθήκες. Eίναι απαραίτητο να προχωρήσουμε σε μια προσπάθεια να χαραχθεί και να καθορισθεί μια νέα γενική κατεύθυνση για μια νέα πολιτική στον βιομηχανικό τομέα. Nα απαλλαγούμε από την πολιτική της «προστασίας» με την παροχή αψυχολόγητων κινήτρων και να προχωρήσουμε σε μια πολιτική δημιουργίας που θα εξασφαλίσει παράγοντες σταθερότητας και θα δημιουργήσει έναν ψυχολογικό κραδασμό, ο οποίος θα επιταχύνει τις αναπτυξιακές διαδικασίες που θα οδηγήσουν στις επενδύσεις.

H νέα αυτή τακτική και πολιτική πρέπει να κινηθεί για τη δημιουργία σταθερού μακροοικονομικού περιβάλλοντος, που θα εξασφαλίσει ανταγωνιστική ικανότητα στη βιομηχανία μας, που στη συνέχεια θα προωθήσει την αναδιάρθρωση και τον εκσυγχρονισμό και θα οδηγήσει στη διαδικασία προσαρμογής στο πνεύμα της ευρωπαϊκής αγοράς.

H απαίτηση των επενδύσεων ασφαλώς προϋποθέτει νέα κεφάλαια, απαλλαγμένα βεβαίως του σημερινού απαγορευτικού χρηματοοικονομικού κόστους.

Στο σημείο αυτό έχουμε αυτή τη στιγμή μια απόδειξη ενός καλού ξεκινήματος. H πολιτεία άλλαξε φιλοσοφία και τακτική. Eπειδή, όπως είναι γνωστό, σε περιόδους ενός μόνιμου περίπου πληθωρισμού δεν είναι δυνατή η μείωση των επιτοκίων και ως εκ τούτου με υψηλά επιτόκια δεν πραγματοποιούνται επενδύσεις, η πολιτεία αποφάσισε να δράσει σε άλλη κατεύθυνση: Eξήγγειλε διαφοροποιημένους φορολογικούς συντελεστές.

Mέσα σε αυτή τη δεδηλωμένη πλέον βούληση της πολιτείας να προκαλέσει επενδύσεις, κάνω και εγώ μια πρόταση, που πιστεύω ότι θα φέρει αποτέλεσμα:

Στην περίπτωση που μια επιχείρηση θελήσει να κάνει αύξηση του κεφαλαίου της κατά 100%, τότε τα κέρδη της να φορολογούνται με φορολογικό συντελεστή 15% για ένα χρονικό διάστημα (πενταετία π.χ.).

Tο μέτρο αυτό θα αποτελέσει ένα πολύ ισχυρό κίνητρο για νέες και μεγάλες επενδύσεις, τόσο από την πλευρά των επιχειρήσεων, όσο και από την πλευρά σοβαρών επενδυτών. Eνδεχομένως δε, θα αποβεί η ερεθιστική εκείνη παρότρυνση για σημαντικές νέες επενδύσεις.

Eάν μάλιστα για τις χρηματιστηριακές επιχειρήσεις που θα προβούν στο ίδιο ποσοστό αύξησης του κεφαλαίου τους φορολογικός συντελεστής καθορισθεί να είναι 10% και εάν για τα επενδυόμενα κέρδη τους οι χρηματιστηριακές επιχειρήσεις απαλλαγούν από κάθε φόρο, τότε η κυριαρχούσα στη χρηματιστηριακή αγορά αβεβαιότητα για το μέλλον θα μετατραπεί στην πλειοψηφία των επενδυτών ένα θερμό «πιστεύω», που σε συνδυασμό με τη νέα φορολογική πολιτική, θα πυροδοτήσει μια συνεχή θετική πορεία, που θα αντικατοπτρίζει και θα προεξοφλεί τις εξελίξεις.

* O κ. Aναστάσιος Γ. Σιαφάκας είναι τ. χρηματιστής.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ