ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΠΙΤΣΙΟΣ*

Ο νεοοθωμανισμός Ερντογάν και ο ρόλος «Μεγάλου Αδελφού»

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Η αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάννης από τον Ερντογάν πηγάζει από δύο αιτίες: Από την επιδίωξή του να μετατρέψει το κοινοβουλευτικό πολίτευμα σε προεδρικό και δεύτερον, από τις εξελίξεις σε Ιράκ και Συρία που μπορούν να αλλάξουν τα σύνορα στην περιοχή. Η αντιπαράθεσή του με τους κεμαλιστές δεν είναι μόνο μάχη για την εξουσία. Είναι και ιδεολογικοπολιτική. Επιδιώκει να απαξιώσει και να αποδομήσει τον κεμαλισμό ως κρατική ιδεολογία. Οταν του αναφέρουν ότι το 2023 η Τουρκία θα εορτάσει τα 100 χρόνια ανεξαρτησίας, υπενθυμίζει μια πιο σημαντική γι’ αυτόν ημερομηνία: το 2071, που είναι τα 1.000 χρόνια από τη μάχη του Ματζικέρτ και την αρχή δημιουργίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο Κεμάλ άλλαξε ταυτότητα στους Τούρκους, θέτοντας υπό τον έλεγχο του κράτους το Ισλάμ. Απαξίωνε την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως οπισθοδρομική και το 1924 διέλυσε το Χαλιφάτο. Ο ισλαμικός νόμος (Σαρία) αντικαταστάθηκε από ευρωπαϊκούς κώδικες δικαίου. Μια ρήση της κεμαλικής εποχής ήταν ότι η κυβέρνηση κυβερνά «για τον λαό παρά τη θέληση του λαού». Οι συντηρητικές μάζες της Ανατολίας μόνο επιδερμικά αποδέχθηκαν τον κεμαλισμό. Βαθιά θρησκευόμενες, βρήκαν τον αυθεντικό πολιτικό εκφραστή τους στο πρόσωπο του Ερντογάν. Καθ’ όλη τη δεκαετία του 2000, η Δύση τον αντιμετώπισε θετικά πιστεύοντας ότι είχε βρει τρόπο να συγκεράσει τη δυτική δημοκρατία με το Ισλάμ.Ο Ερντογάν εκμεταλλεύθηκε έντεχνα τη διαδικασία ένταξης στην Ε.Ε. και τις προϋποθέσεις της. Οι θεσμικές αλλαγές που υλοποίησε, όμως, απέβλεπαν λιγότερο στον εκδημοκρατισμό και περισσότερο στην αποδυνάμωση του στρατού που λειτουργούσε ως θεματοφύλακας του μετακεμαλικού καθεστώτος. Μέχρι ένα χρονικό σημείο, η νέα κυβέρνηση φάνηκε να προωθεί μία πολιτική λύση του Κουρδικού. Επιχείρησε να προσεταιριστεί εκλογικά τους Κούρδους, εμφανιζόμενη πολύ πιο ευέλικτη και ανεκτική απ’ ό,τι το μετακεμαλικό καθεστώς. Οι νεοοθωμανοί προσέγγισαν το κουρδικό στοιχείο με το ιδεολόγημα ότι Τούρκοι και Κούρδοι είναι παιδιά των οθωμανών και ως τέτοια ασπάζονται ίδιες ισλαμικές συντηρητικές αξίες. Ο μακρόχρονος ένοπλος αγώνας του ΡΚΚ και το αίμα που έχει χυθεί, όμως, έχουν παγιώσει την κουρδική εθνική συνείδηση, διαχωρίζοντάς την οριστικά από τον τουρκισμό. Τα εθνικά αιτήματα των Κούρδων υπερβαίνουν τα περιθώρια παραχωρήσεων του Ερντογάν, γεγονός που οδήγησε το άνοιγμά του σε αδιέξοδο. Η δημιουργία άτυπου κουρδικού κράτους στο Βόρειο Ιράκ ήταν σοκ για την Αγκυρα. Μεγαλύτερο σοκ, όμως, είναι το ελεγχόμενο από το παρακλάδι του ΡΚΚ πρόπλασμα κουρδικού κράτους στη Βόρειο Συρία. Οι εξελίξεις αυτές οριστικοποίησαν το ναυάγιο και επανέφεραν το Κουρδικό στη σφαίρα στρατιωτικής σύγκρουσης. Ο Ερντογάν προβάλλει μια νέα ταυτότητα για τους Τούρκους, που τη βασίζει στο οθωμανικό παρελθόν. Η ισλαμοποίηση της δημόσιας ζωής ξεδιπλώνεται σταδιακά. Από το 2002 έχουν κτιστεί 17.000 νέα τζαμιά και τα ισλαμικά σχολεία ιμάμ χατίπ έχουν πολλαπλασιαστεί. Σ’ αυτά φοιτούν, πλέον, ένα εκατομμύριο μαθητές. Ετσι δημιουργείται η «νέα ευσεβής γενιά». Στην εξωτερική πολιτική, σε αντίθεση με τους κεμαλιστές, ο νεοοθωμανισμός του Ερντογάν προάγει μια Τουρκία που δεν είναι πια προπύργιο της Δύσης στην περιοχή. Διεκδικεί ρόλο ανεξάρτητου ισχυρού παίκτη, με έντονα στοιχεία «Μεγάλου Αδερφού» που αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο στον μεταοθωμανικό χώρο. Το δόγμα για «μηδενικά προβλήματα» είχε στόχο να διευκολύνει την υλοποίηση της στρατηγικής αυτής.

Ο Ερντογάν αναφέρει ότι πριν από εκατό χρόνια δεν υπήρχε διαφορά ανάμεσα στην Προύσα, τα Σκόπια, τη Βαγδάτη, τη Μοσούλη, τη Δαμασκό και τη Θεσσαλονίκη. «Τα φυσικά μας σύνορα μπορεί να άλλαξαν αλλά τα πνευματικά μας σύνορα δεν άλλαξαν ποτέ». Ο Νταβούτογλου υποστήριξε ότι κατά τη διάρκεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας η επέκταση του Ισλάμ στη Μ. Ανατολή δημιούργησε έναν κοινό γεωθρησκευτικό χώρο. Τον περιόρισε η αυθαίρετη χάραξη των συνόρων μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που απομόνωσε την Τουρκία από την περιοχή. Πίστευε ότι η «Αραβική Ανοιξη» θα επέτρεπε στην Αγκυρα να ασκήσει αποφασιστική επιρροή. Με συνεκτικό κρίκο το Ισλάμ, η Τουρκία θα αναλάμβανε ρόλο περιφερειακού ηγέτη-προστάτη που θα κατηύθυνε τις αλλαγές στην ευρύτερη περιοχή. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν. Με λανθασμένες επιλογές σε σχεδόν όλες τις διαμάχες στην περιοχή, το δόγμα για «μηδενικά προβλήματα» κατέληξε με την Τουρκία να έχει σχεδόν μηδέν φίλους. Ο Ασαντ παραμένει, οι σχέσεις με Αίγυπτο και Ιράκ είναι εχθρικές, το Ιράν παραμένει αντίπαλος. Στο εσωτερικό, η καίρια επιδίωξη του Ερντογάν είναι να μετατρέψει το πολίτευμα σε προεδρικό. Για να το πετύχει, πρέπει να συγκεντρώσει πλειοψηφία 3/5 στη Βουλή και να προκηρύξει δημοψήφισμα. Για να το κάνει πράξη, προσεταιρίστηκε τις ψήφους των ακροδεξιών εθνικιστών του Μπαχτσελί. Η κύρια αιτία της εθνικιστικής ρητορικής του, όμως, είναι η απόφασή του να διεκδικήσει εδάφη σε ενδεχόμενη αλλαγή συνόρων στο Ιράκ και τη Συρία. Γι’ αυτό έστειλε στρατό στο Βόρειο Ιράκ και στη Βόρεια Συρία. Θέλει συμμετοχή στις μάχες για να είναι παρών στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που θα διαμορφώσει τον νέο χάρτη της περιοχής.

Με τα σύνορα να ρευστοποιούνται, ο Ερντογάν επικαλέστηκε το Εθνικό Συμβόλαιο του 1920 για να υπενθυμίσει στο Ιράκ τις τουρκικές διεκδικήσεις για τη Μοσούλη. Η ρευστότητα στα ανατολικά σύνορα άνοιξε τις ορέξεις του και προς τα δυτικά. Η Αθήνα αντιδρά με υψηλούς καταγγελτικούς τόνους στις κλιμακούμενες τουρκικές προκλήσεις, αλλά αυτό που έχει ανάγκη ο Ελληνισμός είναι μία επεξεργασμένη ρεαλιστική εθνική στρατηγική.

*Ο κ. Κωνσταντίνος Μπίτσιος είναι εκτελεστικός αντιπρόεδρος ΣΕΒ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ