ΚΟΣΜΟΣ

Ποιος θα κερδίσει τη μάχη στην αυλή του βασιλιά Ντόναλντ;

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Εκλογές ΗΠΑ 2016

Τι να περιμένει ο κόσμος από την προεδρία του Ντόναλντ Τραμπ; Η προεκλογική του ρητορική ήταν ένα συνεχές σφυροκόπημα κατά των δύο θεμελιωδών αρχών της φιλελεύθερης διεθνούς τάξης πραγμάτων στον απόηχο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, βασικός στυλοβάτης της οποίας ήταν οι Ηνωμένες Πολιτείες: το παγκόσμιο σύστημα ελεύθερου εμπορίου και το σύστημα γεωπολιτικών συμμαχιών υπό την αιγίδα της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος. Τι θα συμβεί τώρα με το ΝΑΤΟ, με τη συμφωνία των Παρισίων για την κλιματική αλλαγή και με τις διεθνείς εμπορικές διαπραγματεύσεις με Ευρώπη και Ασία; Ποια θα είναι η μοίρα της πυρηνικής συμφωνίας με το Ιράν και πώς θα αντιδράσει η Ουάσιγκτον εάν η Ρωσία κινηθεί επιθετικά έναντι μιας χώρας της Βαλτικής ή η Κίνα προκαλέσει κλιμάκωση των εντάσεων στη Νότια Σινική Θάλασσα;
«Τα πάντα θα κριθούν από το ποιος θα κερδίσει τη μάχη που θα ξεσπάσει τώρα στην αυλή του βασιλιά Ντόναλντ», λέει στην «Κ» ο καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου Columbia Μαρκ Μαζάουερ. «Η Ακροδεξιά πανηγυρίζει επειδή νίκησε την Αριστερά και θα ηγηθεί αυτή της εκστρατείας κατά των ανισοτήτων της παγκοσμιοποίησης», σημειώνει, μιλώντας για «χαλεπούς καιρούς».

Η κηλιδωμένη

Ο Ντάνι Ρόντρικ, καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας στο Harvard και συγγραφέας του επιδραστικού βιβλίου «Το παράδοξο της παγκοσμιοποίησης», αναφέρει ότι η Χίλαρι Κλίντον ήταν «κηλιδωμένη» στα μάτια της κοινής γνώμης για τη στήριξη σε πολιτικές «υπερπαγκοσμιοποίησης και στρατιωτικού επεμβατισμού». Η προσπάθειά της να διαχωρίσει τη θέση της από αυτές «έμοιαζε καιροσκοπική και όχι ειλικρινής».
Η ανησυχία που εκφράζει ο Ρόντρικ είναι ότι «ο Τραμπ έχει δημιουργήσει προσδοκίες σε εκατομμύρια ψηφοφόρους που είναι απίθανο να εκπληρωθούν. Oταν καθίσει στο νέο του γραφείο, θα συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορεί να κάνει πολλά για να επαναφέρει στις ΗΠΑ τις βιομηχανικές θέσεις εργασίας που έχουν χαθεί – και ο γενικευμένος προστατευτισμός απλώς θα επιδεινώσει την κατάσταση».

Ο Ντέσμοντ Λάκμαν του American Enterprise Institute γίνεται πιο συγκεκριμένος όσον αφορά τις διεθνείς οικονομικές συνέπειες της προεδρίας Τραμπ. Ο Νεοϋορκέζος μεγιστάνας, εξηγεί στην «Κ» ο Λάκμαν, «θα αναλάβει την προεδρία των ΗΠΑ σε μια συγκυρία γεμάτη προκλήσεις για την παγκόσμια οικονομία», η οποία «το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται» είναι «το χέρι ενός άπειρου, αντιφατικού και συγκρουσιακού ηγέτη στο τιμόνι της αμερικανικής οικονομίας, που θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική ανάκαμψη στη χώρα».

Σύμφωνα με τον Λάκμαν, ο κόσμος χρειάζεται επιτακτικά να παίξουν οι ΗΠΑ τον ηγετικό τους ρόλο στη διαχείριση της παγκόσμιας οικονομίας, που υποφέρει από την επιβράδυνση της Κίνας, τον εγκλωβισμό της Ιαπωνίας στον αποπληθωρισμό και την αδυναμία της Ευρώπης να υπερβεί την κρίση χρέους. Παράλληλα, σημειώνει, «εξαπλώνονται οι πολιτικές προστατευτισμού στο εμπόριο και η νομισματική πολιτική χρησιμοποιείται ευρέως για να υποτιμηθούν τα εθνικά νομίσματα και να αποκτήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα οι χώρες που τα χρησιμοποιούν». «Δυστυχώς», καταλήγει, «αν κρίνουμε από τις προεκλογικές υποσχέσεις του Ντόναλντ Τραμπ, είναι μάλλον απίθανο να αποτελέσει τον οικονομικό ηγέτη που χρειάζεται η παγκόσμια οικονομία. Αντιθέτως, είναι πολύ πιθανό να επιχειρήσει να επαναδιαπραγματευτεί διεθνείς εμπορικές συμφωνίες, να επιβάλει τιμωρητικούς δασμούς στις εισαγωγές από χώρες όπως το Μεξικό και η Κίνα και να συγκρουστεί με χώρες που έχουν μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα έναντι των ΗΠΑ».

Ο άνεμος του οικονομικού και γεωπολιτικού εθνικισμού που φαίνεται ότι θα πνέει από τον Λευκό Οίκο από τον ερχόμενο Ιανουάριο δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη ούτε την Ε.Ε. Σύμφωνα με σημείωμα της εταιρείας Eurasia, η επικράτηση του Τραμπ είναι «μια σημαντική και συμβολική νίκη για τις φυγόκεντρες πολιτικές δυνάμεις στην Ευρώπη». Οπως αναφέρει η ανάλυση της Eurasia, η στάση του νέου προέδρου σε θέματα όπως η Ρωσία, το ΝΑΤΟ, το μεταναστευτικό και η πολιτική εμπορίου βρίσκεται πολύ κοντά σε όσα πρεσβεύουν η Μαρίν Λεπέν, ο Βίκτορ Ορμπαν και άλλοι εκπρόσωποι του δεξιού λαϊκισμού στην Ευρώπη.

Ο Γκούντραμ Βολφ, διευθυντής του Ινστιτούτου Bruegel στις Βρυξέλλες, χαρακτηρίζει «άτοπη» την αναφορά του προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ, στις διαπραγματεύσεις για το TTIP (τη συμφωνία ελεύθερου εμπορίου μεταξύ ΗΠΑ και Ε.Ε.) στη συγχαρητήρια επιστολή του προς τον Τραμπ. «Η TTIP έχει πεθάνει», δηλώνει ευθέως στην «Κ» ο Γερμανός αναλυτής. «Υπάρχουν όμως μεγαλύτερα ερωτήματα: Θα χρειαστεί η Ευρώπη να δαπανήσει περισσότερα για την άμυνά της; Θα παραμείνουν τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα τα πιο ασφαλή χρεόγραφα στον κόσμο; Πώς πρέπει η Ευρώπη τώρα να επανακαθορίσει τη σχέση της με την Κίνα; Τέλος –και ίσως το σημαντικότερο– ας εστιάσουμε επιτέλους σοβαρά στα γνωστά δικά μας προβλήματα και ας επιδείξουμε λίγη ενότητα. Η Ε.Ε. θα επωφεληθεί αν το καταφέρει αυτό».

Ισως το μέτωπο που έχει θορυβήσει περισσότερο τους συμμάχους των ΗΠΑ ανά τον κόσμο είναι η στάση που θα τηρήσει ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και ασφάλειας. Υπενθυμίζεται ότι ως υποψήφιος, ο Τραμπ επαινούσε τον Βλαντιμίρ Πούτιν ως ισχυρό ηγέτη, είχε επικρίνει έντονα την αμυντική εξάρτηση των μελών του ΝΑΤΟ από τις ΗΠΑ και είχε χαρακτηρίσει τη συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα μία από τις χειρότερες όλων των εποχών.

O Ιαν Λέσερ του German Marshall Fund of the United States τονίζει ότι ο Τραμπ «είναι πολύ πιο πιθανό ως πρόεδρος να δρα μονομερώς, όχι ως απομονωτιστής. Είναι επίσης πολύ πιθανό να προσωποποιήσει πολύ περισσότερο τις σχέσεις των ΗΠΑ με άλλες χώρες σε σύγκριση με τον προκάτοχό του. Η απρόβλεπτη φύση του θα δημιουργήσει νευρικότητα σε συμμάχους αλλά και ανταγωνιστές. Αυτό θα μπορούσε να έχει αρνητικές συνέπειες για τη διεθνή ασφάλεια».

«Θα μπορούσε να έλθει σε συνεννόηση με τον Πούτιν;», διερωτάται ο Λέσερ. «Ισως. Υπάρχει όμως επίσης μεγάλη πιθανότητα αυτή η επαφή να μην πάει καλά, με αποτέλεσμα μια πιο συγκρουσιακή σχέση με τη Μόσχα. Το ίδιο ίσως ισχύσει και με την Κίνα».

Συνολικά, συνεχίζει ο αναλυτής του GMF, «η προσέγγισή του σχετικά με το ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και της Τουρκίας, θα χαρακτηριστεί από συναλλακτική διπλωματία, παρά από μια αίσθηση κοινών συμφερόντων ή αξιών», κάτι που, όπως αναφέρει, ήδη συμβαίνει στην τουρκική περίπτωση. Πολλά θα εξαρτηθούν, τονίζει τέλος ο Λέσερ, από τα πρόσωπα που θα επιλέξει ο Τραμπ για τις καίριες θέσεις. «Γνωρίζουμε ελάχιστα για τη σύνθεση της ομάδας εξωτερικής πολιτικής και πολιτικής ασφάλειας της νέας κυβέρνησης», λέει.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ