ΚΟΣΜΟΣ

Σοκ στις ΗΠΑ από ρατσισμό κατά της Μισέλ

REUTERS

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: ΗΠΑ

Από τη μία πλευρά, μία επιτυχημένη αυτοδημιούργητη δικηγόρος, υπερασπίστρια των δικαιωμάτων των γυναικών και επικεφαλής εκστρατείας για τη βελτίωση των διατροφικών συνηθειών των Αμερικανών. Από την άλλη πλευρά, ένα πρώην φωτομοντέλο που στέκεται άλαλο πλάι στον σύζυγο, ο οποίος είναι κατά 24 χρόνια μεγαλύτερος, πλην όμως δισεκατομμυριούχος.

Ο ρατσισμός που φωλιάζει βαθιά στην αμερικανική ψυχή υποτιμά την πρώτη, την Μισέλ Ομπάμα και αναδεικνύει τη δεύτερη, τη Μελάνια Τραμπ.

«Θα είναι τόσο αναζωογονητικό να έχουμε και πάλι μια σικάτη, όμορφη, αξιοπρεπή πρώτη κυρία στον Λευκό Οίκο. Κουράστηκα να βλέπω έναν πίθηκο με τακούνια» έγραψε στο facebook η επικεφαλής κοινωφελούς επιχείρησης στην κομητεία Κλέι της Δυτικής Βιρτζίνια, Πάμελα Τέιλορ. «Μόλις μου έφτιαξες τη μέρα, Παμ», απάντησε η τοπική δήμαρχος Μπέβερλι Γουέλιγκ.

Ο διάλογος έχει προξενήσει σάλο στις ΗΠΑ, με τη δήμαρχο να προσπαθεί να πείσει ότι δεν εννοούσε αυτό που όλοι κατάλαβαν και την Τέιλορ να χάνει τη δουλειά της. Το πιο θλιβερό, ωστόσο, στο όλο περιστατικό είναι ότι προξένησε πολύ μεγαλύτερο αποτροπιασμό από ό,τι άλλες, πολύ ευρύτερες, ουσιαστικά θεσμικές προσπάθειες υποτίμησης των μαύρων στις ΗΠΑ. Τα διοικητικά εμπόδια στην ψήφο των μαύρων σε όλο τον αμερικανικό Νότο πλήθυναν φέτος, καθώς οι εκλογές της 8ης Νοεμβρίου είναι οι πρώτες από τη δεκαετία του 1960 οι οποίες έγιναν χωρίς να βρίσκεται σε πλήρη εφαρμογή ο νόμος για τα δικαιώματα των ψηφοφόρων (voting rights act), ο οποίος επέβαλλε την ύπαρξη εκλογικών τμημάτων σε τακτές αποστάσεις. Ο νόμος αποδυναμώθηκε από το συντηρητικό Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ.

«Συγκριτικές μελέτες δείχνουν ότι τα δόγματα της υπεροχής της λευκής φυλής έχουν ακόμη ισχυρότερη επιρροή στις ΗΠΑ απ’ ό,τι στη Νότια Αφρική», σημείωσε πρόσφατα ο διανοούμενος Νόαμ Τσόμσκι. Οι ΗΠΑ και η Νότια Αφρική ήταν δύο χώρες που ιδρύθηκαν από εποίκους, και στις οποίες το επίσημο απαρτχάιντ διατηρήθηκε πολύ μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ στο παρελθόν και των δύο χωρών η δουλεία έπαιζε ρόλο-κλειδί. Και οι δύο στρατηγικές έβρισκαν ως δικαιολόγηση ανοικτά ρατσιστικά δόγματα περί λευκής υπεροχής και αμφότερα προϋπέθεταν ότι ο λευκός πληθυσμός θα εγκαταλείψει βασικές ηθικές και θρησκευτικές αρχές, οδηγώντας σε μια ψυχοπαθολογία υπεροχής. Και οι δύο αυτές στρατηγικές εποικισμού έχουν αφήσει κληρονομιά δραματικών διαφορών πλούτου και ευημερίας πολύ μετά το τέλος του επίσημου απαρτχάιντ.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ