ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΣΟΥΛΙΟΣ*

Οι μύθοι, οι αλήθειες και οι αριθμοί για τα ΑΕΙ

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κατά τα έτη της οικονομικής κρίσης στη χώρα μας, στα πανεπιστήμια υπήρξε δραστική μείωση του διδακτικού προσωπικού τους και κυρίως της χρηματοδότησής τους. Στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, π.χ., η χρηματοδότηση για λειτουργικές δαπάνες το 2009 ήταν 40.230.000 ευρώ και το 2016 μόλις 11.930.000 ευρώ. Το αντίστοιχο διάστημα αποχώρησαν 795 μέλη διδακτικού προσωπικού, ενώ διορίστηκαν μόλις 360. Ωστόσο, σύμφωνα με τις κατατάξεις που γίνονται σε παγκόσμια κλίμακα, τουλάχιστον 5-6 ελληνικά ΑΕΙ περιλαμβάνονται σε πολύ καλή θέση, αν και παρατηρείται μια βαθμιαία υποχώρησή τους λόγω της οικονομικής κρίσης. Ειδικότερα:

• Tα ελληνικά πανεπιστήμια τις τελευταίες δεκαετίες δημιούργησαν στην Ελλάδα ένα ισχυρό επιστημονικό δυναμικό, χάρη στο οποίο επιτεύχθηκε ραγδαία οικονομική και κοινωνική πρόοδος. Το πανεπιστήμιο ήταν πάντα το «μέσο» με το οποίο άτομα από φτωχά λαϊκά στρώματα μπόρεσαν να ανέβουν σε υψηλές διοικητικές και οικονομικές βαθμίδες. Με το πανεπιστήμιο πραγματοποιείται η μεγαλύτερη κοινωνική κινητικότητα.

• Επομένως, παιδιά από φτωχά-λαϊκά στρώματα έχουν συμφέρον να έχουν σπουδές συγκροτημένες, εντατικές, υψηλού επιπέδου, για να έχουν αξία τα πτυχία τους, που είναι το οικονομικό εφόδιο στη ζωή τους. Τα παιδιά από την ανώτερη οικονομική τάξη σπουδάζουν συνήθως όχι στα δημόσια ΑΕΙ, αλλά στα μεγάλα φημισμένα και ακριβά του εξωτερικού, των οποίων τα πτυχία έχουν πάντοτε μεγάλη αξία. Ετσι, συνθήματα όπως «Οχι εντατικοποίηση σπουδών», «Πανεπιστήμια για τον λαό, όχι για την ελίτ» είναι πλαστεπίγραφα. Δεν είναι προς το συμφέρον των λαϊκών στρωμάτων.

• Σε τμήμα της Πολυτεχνικής Σχολής της Θεσ/νίκης, μελετήθηκαν οι συνέπειες της χαλάρωσης των σπουδών από το 1981 έως το 1995. Ετσι, ενώ αρχικά κάθε εξεταστική περίοδο κάθε φοιτητής περνούσε επιτυχώς κατά μέσον όρο περίπου 4,5 μαθήματα, στη συνέχεια με κάθε απόφαση που χαλάρωνε τις σπουδές, αυτό μειωνόταν και στο τέλος περνούσε κατά μέσον όρο περίπου δύο μαθήματα. Συνέπεια: σήμερα για την απόκτηση πτυχίου αυξήθηκε ο μέσος χρόνος κατά 2-2,5 έτη περισσότερα από το κανονικό. Η χαλάρωση των σπουδών είναι προς όφελος της κοινωνίας; Της οικονομίας; Των ίδιων των φοιτητών;

• Η χώρα μας έχει σήμερα 19 πανεπιστημιακά ιδρύματα (εκτός βέβαια από τα 16 ΤΕΙ), δηλαδή αντιστοιχεί ένα ανά περίπου 575.000 κατοίκους. Στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα αντιστοιχεί σε περίπου 1.000.000 έως και πάνω από 2.000.000 κατοίκους. Αυτό δείχνει ότι η χώρα μας είναι δύσκολο να χρηματοδοτήσει επαρκώς τόσα πανεπιστημιακά ιδρύματα. Ασφαλώς πρέπει να αυξηθεί η χρηματοδότησή τους, όμως πρέπει να δεχθούμε ότι η εύλογη αύξηση δεν θα τα καλύπτει επαρκώς. Το δίλημμα: είτε κατάργηση τμημάτων - κατάργηση - συρρίκνωση ΑΕΙ, είτε υποχρηματοδότησή τους, που σημαίνει βαθμιαία υποβάθμισή τους, δεν είναι τουλάχιστον εξ ολοκλήρου υπαρκτό. Υπάρχει λύση που εφαρμόζεται σε δυτικά πανεπιστήμια: με κατάλληλη προσαρμογή του νομοθετικού πλαισίου αυτά να μπορούν με επιστημονική δραστηριότητα να συμπληρώνουν τη χρηματοδότησή τους (προφανώς όχι με δίδακτρα σε προπτυχιακό επίπεδο). Επομένως και η Πολιτεία να εξαντλήσει τις δυνατότητές της και τα ΑΕΙ να συμβάλλουν.

• Σήμερα υπάρχει ζήτηση υπηρεσιών στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ετσι αν και κάθε χρόνο προσφέρονται δεκάδες χιλιάδες θέσεις στα ελληνικά ΑΕΙ, χιλιάδες νέοι καταφεύγουν σε ξένα, κάποια από αυτά υποδεέστερα των ελληνικών και ορισμένα ιδιωτικά. Γιατί λοιπόν να μη γίνουν ελληνικά ιδιωτικά ΑΕΙ, αφού δεν θα έχουν κόστος για το Δημόσιο και, αντιθέτως, από τη λειτουργία τους θα φέρουν φόρους;

• Σήμερα απαιτούνται για τα ΑΕΙ νομοθετικές ρυθμίσεις που θα βελτιώνουν τη διοικητική τους δομή, αλλά κυρίως τη λειτουργικότητά τους προς όφελος των φοιτητών και της κοινωνίας. Τέτοιες ρυθμίσεις μπορεί να αναφέρονται:

– Στα Συμβούλια των Ιδρυμάτων ώστε να έχουν όχι μόνο συμβουλευτικό, αλλά και ελεγκτικό ρόλο.

– Στον καθορισμό υποχρέωσης των τμημάτων να δίνουν στους φοιτητές στην αρχή κάθε έτους το πλήρες πρόγραμμα μαθημάτων, εργαστηρίων, ασκήσεων κ.λπ. και εξετάσεων.

– Στα Μεταπτυχιακά Προγράμματα Σπουδών: αυτά να στηρίζονται σε έναν ελάχιστο αριθμό ΔΕΠ (5;) για να μην υποβαθμίζονται, να μην «ξεχειλώνουν» και να ρυθμίζονται θέματα αμοιβών τρίτων διδασκόντων και διδάκτρων ώστε να μην εμπορευματοποιούνται.

*Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ, πρώην πρόεδρος Εθνικού Οργανισμού Ανακύκλωσης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ