ΓΑΣΤΡΟΝΟΜΙΑ

Αχ, οι μουστάρδες!..

ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΥΩΧΟ

(Φωτογραφία: Shutterstock)

Αχ, οι μουστάρδες!.. Δυνατές, πολύ δυνατές, απαλές, γλυκές, μέτριες, σε σκόνη, κρεμώδεις, με τους κόκκους του σιναπιού ολόκληρους, με μαϊντανό, με ντομάτα, με χυμό ξινοστάφυλου, με σαμπάνια, υπόξινες, αγγλικές πολύ δυνατές, γαλλικές πάσης εκδοχής, αμερικανικές γλυκερές ανοιχτόχρωμες, γερμανικές καυτερές, πολωνικές, ρωσικές, ελληνικές γαλλικού ή αγγλικού τύπου, σουηδικές και άλλες σε γυάλινα βαζάκια, σε πλαστικά, σε σωληνάρια, σε κεραμικά βαριά με ανάγλυφες διακοσμήσεις, με ετικέτες κίτρινες, κόκκινες, πράσινες, παραδοσιακές, σύγχρονες, ευφάνταστες.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Πώς μετατρέπουν το άνοστο σε νόστιμο. Πώς μετριάζουν τη λιπαρότητα των κρεάτων. Πώς προσθέτουν χρώμα στα άσπρα κρέατα των πουλερικών. Προσθέτουν αψάδα στα τυριά. Πώς δένουν τις βινεγρέτες. Πώς δίνουν στα λαχανικά γεύση.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Κάνουν το γεύμα των παιδιών διασκέδαση με τα ζουλήγματα στα πλαστικά μπουκάλια να βγει ο ζωηρόχρωμος πολτός. Ωθούν τους πότες στο Galaxy της οδού Σταδίου να ζητούν από τον Μίλτο και τον Γιάννη να φέρει και άλλο ουίσκι. Δίνουν στο σουβλιστό αρνί των ψητοπωλείων στην ανηφόρα της Κάζας την ευρωπαΐζουσα αντίθεση. Μετατρέπουν το πρόχειρο σάντουιτς σε «πλήρες» γεύμα. Ζεσταίνουν με την κάψα τους όσους παγωμένοι καταφεύγουν στους υπαίθριους αλλαντοπώλες της Μεσευρώπης. Στέλνουν σε φανταστικά ταξίδια στην Αμερική αυτούς που τρώνε ένα χοντόγκ στο πόδι εν μέσαις Αθήναις.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Οι καυτερές, οι θυμωμένες, που κόβουν την αναπνοή, ανεβαίνουν στη μύτη, κάνουν τα μάτια να δακρύζουν, οδηγώντας έτσι βίαια το όργανο της όσφρησης και τα όργανα της όρασης σε μια εντονότερη συγκινησιακή συμμετοχή στη διαδικασία της γαστριμαργικής απόλαυσης.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Της Ντιζόν, που η παγκοσμιοποίηση στέλνει τα εργοστάσιά τους σε άλλους τόπους και έτσι πλέον δεν θα είναι στ’ αλήθεια «moutarde de Dijon», όσο παραδοσιακή και αν είναι η φίρμα τους, ό,τι και αν λένε οι ετικέτες τους.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Οι ελληνικές. Εκείνη η ΕΚΜΑ στο γυάλινο ορθογώνιο βαζάκι της δεκαετίας του ’50, που αργότερα έγινε πλαστικό, πριν καταργηθεί και απολεσθεί ο εμπορικός αλλά και αισθητικός τύπος μιας λαμψάσης παραδόσεως. Εκείνη η BRAVA που είχε το προνόμιο να τη διαφημίζει από ραδιοφώνου η μπριόζα φωνή της Ρένας Ντορ.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Με τις παλιές ρεκλάμες τους σε εφημερίδες του παρελθόντος, όπου παχουλοί στρογγυλοπρόσωποι κύριοι τις γεύονταν με την απαραίτητη πετσέτα αγκιστρωμένη στο κολάρο του λευκού τους υποκαμίσου.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Με τις αφίσες περασμένων καιρών να τις διαφημίζουν στους ψηλούς τοίχους του Απότσου της οδού Σταδίου και αργότερα στη στοά της Πανεπιστημίου, όπου στο πιάτο με κονσέρβα τόνου ή σολομού, ο μάγερας, εκτός από κρεμμύδι, πρόσθετε και μια κουταλιά από τον ορεκτικό πολτό.

Αχ, οι μουστάρδες!.. Μάρκας Parizot στα καλά αθηναϊκά μπακάλικα της δεκαετίας του ’60.
Αχ, οι μουστάρδες!

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ