Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Γενιά χωρίς πυξίδα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

​​Πώς είναι το «τίποτα»; Να μην περιμένεις τίποτα, να μη σ’ ενδιαφέρει τίποτα ώστε να περιμένεις κάτι να κινηθεί, να αλλάξει· να θεωρείς ζωή την αδράνεια, τον αυτοεξευτελισμό, τη διάλυση του χρόνου μέσα στη διαρκή επανάληψη του υποτυπώδους. Η κινηματογραφική καταγραφή της γενιάς των εφήβων και νέων από 15 έως 25 χρόνων δεν αφήνει περιθώρια αισιοδοξίας. Η εικόνα είναι ανησυχητική, το κοινωνικό αποτύπωμά της εξαιρετικά σκληρό και επικίνδυνο. Οχι ότι δεν υπάρχουν δημοσιεύματα στον διεθνή Τύπο που περιγράφουν τη γενιά αυτή με τα πιο σκοτεινά χρώματα. Ομως, τρεις ταινίες που παρακολουθήσαμε στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (οι οποίες συμμετείχαν, συμπτωματικά, και οι τρεις, στο διεθνές διαγωνιστικό πρόγραμμα) συνθέτουν μια συνθήκη ζοφερή τόσο για το παρόν όσο και για το μέλλον των κοινωνιών. Η ελληνική «Park» της Σοφίας Εξάρχου, η ισλανδική «Η πέτρα της καρδιάς» του Γκούδμουντουρ Αρναρ Γκούδμουντσον (βραβευμένες και οι δύο) και η χιλιανή «Χεσούς» του Φερνάντο Γκουτσόνι διασταυρώνονται και ανταλλάσσουν πληροφορίες για έναν κόσμο απελπιστικά μόνο και εγκαταλελειμμένο.

Δεν πρόκειται για παιδιά «ενός κατώτερου Θεού». Μπορεί να ζουν σε περιβάλλοντα που τα βγάζουν πέρα ίσα ίσα, δεν περισσεύει τίποτα, ίσως να λείπει κιόλας, όμως δεν είναι η φτώχεια το πρόβλημα. Εχουν στέγη αξιοπρεπή, φαγητό και μια καθημερινότητα στην οποία η έννοια της εκπαίδευσης είναι απούσα, αν όχι και ξένη.

Στο «Park» της Σοφίας Εξάρχου, μια παρέα εφήβων ξοδεύει τις μέρες και τις νύχτες της στις εγκαταστάσεις–φαντάσματα του Ολυμπιακού Χωριού της Αθήνας. Τα αγόρια περιφέρονται άσκοπα ανάμεσα στα ερείπια, στήνοντας παιχνίδια και οργανώνοντας ζευγαρώματα σκύλων για να βγάζουν χρήματα. Ο μεγαλύτερος της παρέας, ο 17χρονος Δημήτρης, έχει μητέρα και σπίτι αλλά περνάει τον χρόνο του στο Χωριό, όπου η διάλυση του περιβάλλοντος συντονίζεται με τη διάλυση των ενοίκων.

Στην «Πέτρα της καρδιάς», οι έφηβοι που μεγαλώνουν σε ένα απομακρυσμένο ψαροχώρι της Ισλανδίας έχουν, ίσως, προβλήματα περισσότερο «πολυτελή», τα οποία στρέφονται γύρω από την ενηλικίωση, το φύλο, την ταυτότητα, την αποδοχή του εαυτού, το απάτητο έδαφος των σχέσεων και των αισθημάτων, όμως κι εδώ, τα παιδιά αυτά μοιάζουν χαμένα. Δίνουν την εντύπωση ότι περιφέρονται άσκοπα, αφρόντιστα, ξένα.

Ο «Χεσούς» (το όνομα του ήρωα) είναι η πιο κυνική εκδοχή αυτής της νέας, επιταχυνόμενης, αλλοτρίωσης. O 18χρονος Χεσούς ζει μόνος με τον πατέρα του σε ένα διαμέρισμα στο Σαντιάγο. Χορεύει σε μια μπάντα της Κ-ποπ, βγαίνει με τους φίλους του, αλκοόλ και ναρκωτικά γεμίζουν τον χρόνο τους, βλέπει σκουπίδια στο Ιντερνετ και κάνει σεξ σε δημόσιους χώρους αναζητώντας συγκινήσεις. Η εμπλοκή του σε ένα φόνο αλλάζει άρδην το σκηνικό της ζωής του.

Το πορτρέτο αυτής της γενιάς περιλαμβάνει: μεθύσι, σωματικά υγρά, βρώμα, ναρκωτικά, την προσφώνηση «mother fucker». Οι νέοι στο «Χεσούς» δεν πηγαίνουν σχολείο, δεν δουλεύουν. Ο πρωτοεμφανιζόμενος σκηνοθέτης δήλωσε πως «στόχος του είναι να αναδείξει κοινωνικά προβλήματα που πηγάζουν από το χάσμα μεταξύ της γενιάς η οποία ενηλικιώθηκε την περίοδο της βίαιης δικτατορίας του Πινοσέτ και της τωρινής που μεγαλώνει χωρίς ηθική πυξίδα».

Στην ομιλία του την περασμένη Τετάρτη, ο πρόεδρος Ομπάμα είπε ότι «κάθε άνθρωπος αποζητά να ζει με αξιοπρέπεια, να ελέγχει το μέλλον του». Είπε ακόμη ότι «η πρόοδος δεν είναι ποτέ εγγυημένη, κερδίζεται από κάθε γενιά». Και υπογράμμισε ότι «ο πιο σημαντικός τίτλος δεν είναι ούτε του προέδρου ούτε του πρωθυπουργού, αλλά του πολίτη».

Θα μπορέσουν άραγε οι έφηβοι από την Αθήνα, το χωριό της Ισλανδίας, το Σαντιάγο να γίνουν κάποτε «πολίτες»; Να ανακτήσουν την αξιοπρέπειά τους, να κερδίσουν την πρόοδο; Οχι αν η πολιτική και η κοινωνία δεν τους ακούσει και, κυρίως, δεν τους «δει».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ