ΒΙΒΛΙΟ

Γράμμα στον Ηρακλή Παπαλέξη

ΜΙΣΕΛ ΒΟΛΚΟΒΙΤΣ

Ο Ηρακλής Παπαλέξης, η ψυχή του περιοδικού «Διαβάζω» από τα πρώτα του βήματα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Λ​​ένε πως οι νεκροί στην Ελλάδα είναι πιο ζωντανοί από ό,τι αλλού. Στην περίπτωσή σου, Ηρακλή, αυτό είναι πέρα για πέρα αλήθεια.

Περίπου δεκαπέντε χρόνια από τον θάνατό σου, σε βλέπω, ακούω τη φωνή σου, σαν να είχαμε ιδωθεί χτες, παρόλο που τελικά δεν συναντιόμασταν και πολύ τις δύο δεκαετίες που γνωριζόμασταν.

Ησουν τριαντάρης κι εγώ κάτι παραπάνω, όταν γνωριστήκαμε στην Αθήνα, τότε που άρχιζε η ελληνική περιπέτειά μου: αναζητούσα σύγχρονους Ελληνες ποιητές για να τους μεταφράσω στα γαλλικά. Μια κοινή μας φίλη με έφερε σ’ εσένα. Νέοι κι οι δυο σας συμμετείχατε στους κοινούς αγώνες. Η Ελλάδα μετά τη δικτατορία είχε δύο κομμουνιστικά κόμματα: του «εξωτερικού», ακραίο σταλινικό, και το λεγόμενο του «εσωτερικού», το ΚΚΕ Εσωτ., το δικό σας κόμμα, που συγκέντρωνε στις εκλογές ποσοστά 2%-3% και στο οποίο ανήκαν όλοι οι διανοούμενοι της χώρας.

Συντάκτης στο λογοτεχνικό περιοδικό «Διαβάζω», είχες μεγάλη οικειότητα με όλους τους Ελληνες συγγραφείς, στους οποίους με γνώρισες. Με καθοδηγούσες στις αναγνώσεις μου, μου πάσαρες βιβλία, μου έστελνες δωρεάν, έως τον θάνατό σου, το περιοδικό, στο οποίο δημοσίευσα διάφορα άρθρα τα οποία μου ζητούσες. Είχαμε γίνει φίλοι. Αγαπούσες τη γαλλική γλώσσα και ήθελες να μάθεις να τη μιλάς με ευχέρεια.

Το καλοκαίρι που παρακολουθούσες μαθήματα γλώσσας, στο Παρίσι, σε φιλοξένησα στο διαμέρισμά μου. Εμείς είχαμε πάει διακοπές οικογενειακώς στην Αθήνα τον Αύγουστο. Επιστρέφοντας, βρήκαμε καμιά τριανταριά υπογραφές στο βιβλίο των επισκεπτών: είχες φιλοξενήσει, με την ελληνική γενναιοδωρία σου, αρκετούς Ελληνες φίλους, περαστικούς από το Παρίσι. Ακόμη και σήμερα με πλησιάζουν άγνωστοι και μου λένε: «Σας ευχαριστούμε, περάσαμε πολύ ωραία στο σπίτι σας».

Κάθε φορά που ερχόμουν στην Αθήνα περνούσα να σε δω στο γραφείο σου στα Εξάρχεια. Ανταλλάσσαμε νέα και δίναμε ραντεβού να φάμε μαζί το βράδυ. Μια όμορφη δροσερή αυγουστιάτικη βραδιά, σε μια ήσυχη ταβέρνα, καθίσαμε κι αρχίσαμε να λέει ο καθένας την ιστορία της ζωής του. Αυτή η τελετουργία με συγκίνησε βαθύτατα και επιβεβαίωσε το δέσιμό μου με τη χώρα σου. Είχα ενθουσιαστεί. Ησουν ο μεσολαβητής, ο οδηγός μου.

Λίγα χρόνια αργότερα, κάποια μέρα μου είπες ότι δεν μπορούμε να συναντηθούμε, δεν είχες χρόνο. Επειτα από μέρες, πάλι το ίδιο. Συνέχιζα να περνώ από το γραφείο σου χωρίς να μου προτείνεις τίποτα. Περίμενα να πάρεις κάποια πρωτοβουλία. Τελικά έπαψα να ελπίζω.

Αλλά ήσουν όντως δικαιολογημένος. Υπήρξες η ψυχή του «Διαβάζω» από τα πρώτα του βήματα. Αργότερα έγινες αρχισυντάκτης και μετά διευθυντής. Του αφιέρωνες ατέλειωτα πρωινά. Τα απογεύματα τα αφιέρωνες σ’ ένα άλλο περιοδικό, το Ithaca, του οποίου υπήρξες διευθυντής και εμψυχωτής. Σκοπός του περιοδικού ήταν να προωθήσει τους Ελληνες συγγραφείς στο εξωτερικό. Παράλληλα, θέσπισες τα λογοτεχνικά βραβεία του «Διαβάζω», που είχαν μεγάλη απήχηση στο κοινό. Το κύρος τους ωχριά μπροστά στα περισσότερα λογοτεχνικά βραβεία της Γαλλίας. Τις σπάνιες βραδιές που δεν υπήρχαν λογοτεχνικές εκδηλώσεις –στην Ελλάδα οι εκδηλώσεις αυτές δεν σταματούν ποτέ– συναντούσες την οικογένειά σου. Για χρόνια εργένης, αποφάσισες τελικά να δημιουργήσεις σπιτικό. Αλήθεια, πότε διάβαζες; Φαντάζομαι τη νύχτα. Οταν σκέφτομαι όλους αυτούς τους κρετίνους που θεωρούν τους Ελληνες τεμπελόσκυλα...

Ηταν υπεράνθρωπο. Ησουν πενήντα δύο χρόνων και η κόρη σου επτά, όταν η καρδιά σου σε πρόδωσε χωρίς προειδοποίηση. Οι τρεις μαύροι άγγελοι του Ελληνα: η υπερκόπωση, το τσιγάρο, ο καφές κατάφεραν να καταστρέψουν την υγεία σου.

Ενας κοινός φίλος, Ελληνας ποιητής, μου ανακοίνωσε στο τηλέφωνο τον θάνατό σου με λυγμούς. Φαίνεται πως στην κηδεία σου χύθηκαν ποτάμια δάκρυα. Οι Δυτικοί είναι πιο συγκρατημένοι, ανάμεσά τους ένας αθεράπευτος κι εγώ. Αλλά αρχίζω να πιστεύω όλο και περισσότερο ότι εσείς, αγαπητοί Ελληνες φίλοι, έχετε δίκιο.

Οταν λίγες μέρες μετά τον θάνατό σου μου ζήτησαν να γράψω για την Ελλάδα, αμέσως σκέφτηκα εσένα. Αλήθεια, απορείς γι’ αυτό; Για πολλούς Ελλάδα είναι η αρχαιότητα, η θάλασσα και ο αιώνιος ήλιος των ελληνικών νησιών. Ομως εγώ, όταν σκέφτομαι την Ελλάδα, δεν πάει ο νους μου στην Ακρόπολη ή στη Σαντορίνη, δεν χορεύω μαζί με τον Ζορμπά· αντίθετα, η δική μου Ελλάδα βρίσκεται σ’ ένα στενό γκρίζο γραφείο της Αθήνας, γεμάτο καπνούς, όπου ένας σαν Σίσυφος σκοτώνεται στη δουλειά, παλεύει ενάντια σε χίλια εμπόδια. Βλέπω έναν Δον Κιχώτη που προσπαθεί να υλοποιήσει κάποιες ωραίες ιδέες, ξορκίζοντας όλα τα βαρίδια μιας χώρας όπου τα πάντα χρειάζονται οργάνωση εξαρχής, τα πάντα είναι δύσκολα – έναν Δον Κιχώτη λυπημένο, αλλά ποτέ νικημένο.

Ακούω την ωραία, βαριά φωνή σου και βλέπω ξαφνικά το πονηρό σου χαμόγελο, για το οποίο ακόμη μου μιλούν οι φίλοι σου, ένα χαμόγελο που φώτιζε το θλιβερό γραφείο, ένα χαμόγελο που αναπτέρωνε την ελπίδα για τον αγώνα έως το τέλος. Ελλάδα για μένα είσαι εσύ, Ηρακλή.

Το κείμενο μετέφρασε ο Χριστόφορος Λιοντάκης.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ