ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ

Ethnofest, φεστιβάλ με επίκεντρο τον άνθρωπο

ΧΡΙΣΤΙΝΑ ΣΑΝΟΥΔΟΥ

Σκηνή από την εμβληματική ταινία «Forest of Bliss» του Robert Gardner, που θα προβληθεί με αφορμή τη συμπλήρωση 30 χρόνων από τη δημιουργία της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η κοινωνική ανθρωπολογία είναι φιλοσοφία με τους ανθρώπους στο επίκεντρο», ήταν μια απάντηση που μου άρεσε να δίνω σε όσους με κοιτούσαν απορημένοι όταν μάθαιναν ποιο ήταν το αντικείμενο των σπουδών μου. Η φράση την οποία επαναλάμβανε συχνά ένας από τους αγαπημένους μου καθηγητές δεν ήταν ακριβώς διαφωτιστική, συνήθως όμως έδινε τέλος στη συζήτηση και με απάλλασσε από την υποχρέωση να εξηγήσω ότι δεν μελετούσα ανθρώπινα οστά ούτε αναζητούσα απομονωμένες φυλές στη ζούγκλα του Αμαζονίου.

Ουδέποτε κατάφερα να συμφιλιωθώ απόλυτα με την ιδέα πως μια επιστήμη με ιστορία άνω των 100 χρόνων παρέμενε σε μεγάλο βαθμό άγνωστη στην Ελλάδα, αν όμως βρισκόμουν αντιμέτωπη με ανάλογες αντιδράσεις σήμερα, τα πράγματα θα ήταν κάπως πιο απλά: Το μόνο που θα χρειαζόταν να κάνω θα ήταν να παραπέμπω τους περίεργους στο Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου, που διοργανώνει η Ανθρωπολογική Εταιρεία Αθηνών.

Μολονότι η δημιουργία εθνογραφικών ντοκιμαντέρ απαιτεί εξειδίκευση, την οποία δεν διαθέτει (ούτε απαραίτητα επιδιώκει να αποκτήσει) η πλειονότητα των ανθρωπολόγων, μια ταινία είναι ίσως ο πιο εύκολος τρόπος για το ευρύ κοινό να αντιληφθεί τι σημαίνει εθνογραφία, αλλά και να συνειδητοποιήσει πως τα «υποκείμενα» της ανθρωπολογικής έρευνας δεν πρέπει οπωσδήποτε να ζουν σε αυτοσχέδιες καλύβες σε κάποιο απομονωμένο νησί του Ειρηνικού. Οι ταινίες του φεστιβάλ ταξιδεύουν τους θεατές σε πολύ μακρινούς, αλλά και απρόσμενα κοντινούς τόπους, από την Κύπρο έως το Μεξικό και από την Ιταλία έως τη Ζανζιβάρη, ενθαρρύνοντάς τους να εξοικειωθούν με το άγνωστο και να περιεργαστούν το οικείο μέσα από τα μάτια ενός ξένου.

«Βασικός στόχος μας είναι να γνωρίσει το ελληνικό κοινό την ανθρωπολογία και το εθνογραφικό ντοκιμαντέρ», υπογραμμίζει ο ανθρωπολόγος Κωνσταντίνος Αϊβαλιώτης, διευθυντής και εμπνευστής του Ethnofest, το οποίο ξεκίνησε το 2008 ως αφιέρωμα στο πλαίσιο ενός φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους και ανεξαρτητοποιήθηκε δύο χρόνια αργότερα, ενσωματώνοντας σταδιακά στο πρόγραμμά του και μεγάλου μήκους παραγωγές. Φέτος, το Ethnofest αναβαθμίζεται και μεταφέρεται στον κινηματογράφο Αστορ, με την ελπίδα ότι θα καταφέρει να αποζημιώσει όσους θεατές δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν μία θέση για τις περυσινές προβολές. Η επίσημη έναρξη θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 23 Νοεμβρίου με την ταινία της Jessica Bollag «Δεν φεύγω από το Eldon», μια απόλυτα επίκαιρη δουλειά με «ήρωες» πέντε νέους ανθρώπους που ζουν στην πόλη Eldon της Αϊόβα, στην Αμερική της οικονομικής κρίσης, της ανεργίας και, ίσως αναπόφευκτα, του Ντόναλντ Τραμπ.

Οπως όλοι οι φοιτητές που επιλέγουν να ειδικευτούν στην οπτική ανθρωπολογία, η Bοllag κλήθηκε να παραδώσει ένα φιλμ αντί διδακτορικής διατριβής. Οι φοιτητικές ταινίες ανέκαθεν αποτελούσαν σημαντικό κομμάτι του Ethnofest, αφενός γιατί τα εθνογραφικά ντοκιμαντέρ παράγονται σχεδόν αποκλειστικά εντός των πανεπιστημίων και αφετέρου γιατί η εκπαιδευτική διάσταση του φεστιβάλ είναι εξίσου σημαντική με την «ψυχαγωγική». Το Ethnofest της Αθήνας είναι πλέον αρκετά γνωστό στις Σχολές Ανθρωπολογίας ανά τον κόσμο, έτσι κάθε χρόνο πολλοί φοιτητές στέλνουν οι ίδιοι τις εργασίες τους ελπίζοντας ότι θα ενταχθούν στο πρόγραμμά του. Το μάθημα επιλογής «Οπτική Ανθρωπολογία», το οποίο απουσίαζε από το πρόγραμμα του Παντείου Πανεπιστημίου εδώ και επτά χρόνια, διδάσκει από την τρέχουσα χρονιά ο κ. Αϊβαλιώτης.

Οι ανθρωπολόγοι άρχισαν να πειραματίζονται με τη χρήση της κάμερας αμέσως μετά την εφεύρεση του κινηματογράφου, μου εξηγεί ο διευθυντής του Ethnofest. Σε πρώτη φάση, θεωρούσαν ότι κατέγραφαν τα ευρήματά τους σαν αμέτοχοι παρατηρητές, δημιουργώντας «ένα μουσείο για πολιτισμούς που χάνεται». «Πατέρας» του εθνογραφικού ντοκιμαντέρ θεωρείται ο κινηματογραφιστής Robert J. Flaherty, που το 1922 παρουσίασε το επιτυχημένο βωβό έργο του «Nanook of the North», με θέμα τη ζωή μιας οικογένειας Ινουίτ στην καναδική Αρκτική.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, ολοένα και περισσότεροι ανθρωπολόγοι συνειδητοποιούσαν πως δεν υπάρχουν πολιτισμοί παγωμένοι στον χρόνο ούτε αντικειμενικοί παρατηρητές. Την «επανάσταση» στον χώρο του εθνογραφικού κινηματογράφου έφερε ο Jean Rouch, ο οποίος άμβλυνε τα όρια μεταξύ ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας, επηρεάζοντας όχι μόνο τους ανθρωπολόγους της γενιάς του, αλλά και, σύμφωνα με κάποιους, τη γαλλική Νουβέλ Βαγκ και τον Ζαν-Λικ Γκοντάρ.

​​Θέματα της καθημερινής ζωής

Το πρόγραμμα του 7ου Φεστιβάλ περιλαμβάνει ένα αφιέρωμα στις «Εθνογραφικές προσεγγίσεις των κοινωνικών ρόλων του φύλου». Μεταξύ άλλων, «Η επανάσταση της Ευφροσίνα» της Luciana Kaplan παρακολουθεί τον αγώνα της Eufrosina Cruz Mendoza, υποψήφιας δημάρχου στην κοινότητα Mara Quiegolani, στην Οαχάκα του Μεξικό, η οποία ναι μεν συγκέντρωσε τις περισσότερες ψήφους το 2007, είχε όμως το σοβαρό «μειονέκτημα» ότι είναι γυναίκα.

Η «Αρραβωνιαστικιά του Νείλου» του Edouard Mills-Affif εκτυλίσσεται σε ένα χωριό στο Δέλτα του Νείλου, όπου η νεαρή Χέμπα εξαναγκάζεται να παντρευτεί έναν άγνωστο, ενώ στο «Επαναστάτης εμμηνόπαυση» η Adele Tulli εστιάζει στην 85χρονη φεμινίστρια Τερέζ Κλερκ, η οποία αρνείται να δει την εμμηνόπαυση ως το τέλος της ζωής της. Η καθιερωμένη ειδική θεματική ενότητα, την οποία φέτος επιμελήθηκαν ο ανθρωπολόγος Παυσανίας Καραθανάσης και η μουσειολόγος-παιδαγωγός Δέσπω Πασιά, εστιάζει στη γεωγραφία, τον πολιτισμό, το παρελθόν και το παρόν της Κύπρου. Επιπλέον, το κοινό αναμένεται να διχάσει η προβολή του εμβληματικού φιλμ του Robert Gardner «Forest of Bliss» με αφορμή την επέτειο των 30 χρόνων από τη δημιουργία του.

Χωρίς διαλόγους, μετάφραση και συμβατική αφηγηματική δομή, η ταινία επιτρέπει στον θεατή να βυθιστεί εξ ολοκλήρου στους ήχους και τα χρώματα της καθημερινής ζωής στην ινδική πόλη Βαρανάσι.

Μία από τις σημαντικότερες προσκεκλημένους του 7ου Φεστιβάλ είναι η Anne Grimshaw, η οποία θα δώσει ένα masterclass και θα παραστεί στην προβολή της ταινίας της «Στην άμπωτη» με θέμα τους «σκαφτιάδες» που ψάχνουν για μύδια στις λασπώδεις πεδιάδες του Mέιν. «Πριν από 12 χρόνια αγόρασα ένα σπίτι στο Machiasport του Μέιν», λέει στην «Κ» η διακεκριμένη ανθρωπολόγος, κινηματογραφίστρια και συγγραφέας, η οποία διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Emory της Ατλάντας.

«Για χρόνια παρακολουθούσα τους σκαφτιάδες που έφευγαν με τις βάρκες τους στην άμπωτη και επέστρεφαν καθώς ανέβαινε η στάθμη του νερού. Οι κινήσεις τους στις λασπώδεις πεδιάδες άλλαζαν με τις εποχές, όμως πολλοί έσκαβαν καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Με γοήτευε αυτό που αντιλαμβανόμουν ως “χορογραφία του σκαψίματος” – δηλαδή, ο ρυθμός μιας εργασίας που προσαρμόζεται στις παλίρροιες και στις εποχές. Για μένα, είχε μια σπάνια και ιδιαίτερη ομορφιά, την οποία δυσκολεύομαι να εκφράσω με λέξεις», συνεχίζει.

Στις μέρες μας, τα φεστιβάλ εθνογραφικού κινηματογράφου κερδίζουν σε δημοτικότητα, αναφέρει η κ. Grimshaw, κάτι που η ίδια αποδίδει «στο τεράστιο ενδιαφέρον του κοινού για τις ζωές των ανθρώπων». Σε αντίθεση με τα ακαδημαϊκά κείμενα, που δυσκολεύονται να μεταδώσουν «τον πλούτο και τις λεπτομέρειες της ανθρώπινης καθημερινότητας ανά τον κόσμο», οι ταινίες «επιτρέπουν στους θεατές να εισέλθουν και να εμπλακούν με τη φαντασία τους σε άλλους κόσμους και να αναλογιστούν τι είναι αυτό που μας κάνει ανθρώπους».

Το Φεστιβάλ Εθνογραφικού Κινηματογράφου της Αθήνας θα πραγματοποιηθεί από τις 23 έως τις 27 Νοεμβρίου στον κινηματογράφο Αστορ (Σταδίου 28). Προβολές καθημερινά από τις 6 μ.μ. Περισσότερες πληροφορίες στο www.ethnofest.gr.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ