ΘΕΑΤΡΟ

Φαύστα, αλλά άνευ... σαλώνος

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από τη «Φαύστα» του Μποστ στο θέατρο Προσκήνιο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Κριτική

ΜΠΟΣΤ
Φαύστα
Σκηνοθ.: Μάρθα Φριντζήλα
Θέατρο: Προσκήνιο

Υπάρχουν κάποιες περιζήτητες περσόνες τελευταία, που είτε με τα ταλέντα τους (γιατί κατά κανόνα επιδίδονται σε πολλά), είτε με κάποια αύρα που διαθέτουν, είτε με την πειθώ για την πρωτοτυπία και τόλμη των ιδεών τους έχουν κάνει σχολή την αισθητική και την άποψή τους για τη μεταμοντέρνα «πρωτοπορία» στο θέατρο. Σ’ αυτές τις πολυσχιδείς περσόνες συγκαταλέγονται αναμφισβήτητα τόσο η τραγουδίστρια, ηθοποιός, διδάσκουσα στη δραματική σχολή του Εθνικού και σκηνοθέτις Μάρθα Φριντζήλα όσο και ο εικαστικός, αλλά και ηθοποιός του Εθνικού τα τελευταία χρόνια, Αγγελος Παπαδημητρίου. Η συνεργασία των δύο (σκηνοθεσία της πρώτης και «σκηνογραφική, ενδυματολογική σύλληψη» του δεύτερου) για τη «Φαύστα» του Μποστ, στο όμορφα ανακαινισμένο θέατρο Προσκήνιο, σηματοδότησε εξαρχής το ζητούμενο: πως δεν θα ήτανε άλλη μία Φαύστα (από τις πάρα πολλές μετά τον θρίαμβο του 1987) στο επαγγελματικό και ερασιτεχνικό θέατρο. Και δεν ήταν.

Αποτινάζοντας κάθε σκηνογραφικό ρεαλισμό που θα περιέβαλλε καθησυχαστικά το πανούργα εξωφρενικό ιδίωμα του Μποστ, η πρόταση Παπαδημητρίου τοποθετεί μιαν απροσδιόριστη, υπόλευκη, υφασμάτινη φυσούνα στο κέντρο της σκηνής απ’ όπου εμφανίζονται ηθοποιοί, ρόλοι, κοστούμια, φορεσιές και αντικείμενα, και η οποία άλλοτε είναι οπτικά αδιαπέραστη και άλλοτε αφήνει να αχνοφαίνεται το εσωτερικό της σαν κολονοσκόπηση. Το ένα της άκρο κλείνει με πλισέ στόμιο - σφιγκτήρα (;) απ’ όπου συνήθως εκτινάσσονται αντικείμενα και στο άλλο της άκρο - είσοδο μας υποδέχεται ως υπερμεγέθης οικοδέσποινα (;) λευκοντυμένη γοργόνα σε ακρόπρωρο παράξενου πλεούμενου (;) γιγάντια αοιδός που ζεσταίνει τη φωνή της (;) παρωδία μπεκετικής Γουίνι (;) η Φαύστα της Ελένης Κοκκίδου, με ποδήρη ένδυμα που κρύβει τη σκάλα όπου είναι σκαρφαλωμένη. Με τη βοήθεια «καθρέπτου χειρός» ερμηνεύει και τον ρόλο της φίλης της Ελένης, που μετά τον «ήχον κώδωνος» εισέρχεται «στο μέσον του σαλώνος» για να την επισκεφθεί. Χάρη στη δεινότητα της Κοκκίδου και στην εκπληκτική αλλαγή των δύο φωνών εν μέσω ταυτόχρονων σπαραγμάτων από άριες, η σκηνή είναι αξιομνημόνευτη ακόμη κι αν η ντίβα της Κοκκίδου κλέβει την παράσταση από την πριμαντόνα του Μπόστ, δηλαδή τον στεγνά και ύπουλα εκφερόμενο λόγο.

Στη συνέχεια και με την εμφάνιση του συζύγου της Γιάννη, ερασιτέχνου ψαρά και πατρός της –κατά το ψάρεμα «απολεσθείς κόρης»– με στολές αγωνιστή του ’21 και άλλων πολέμων, η σκηνοθετημένη σκηνογραφία ή η σκηνογραφημένη σκηνοθεσία θα απολέσει τον μπόστειο προσανατολισμό της (για χάρη μιας αδιαλείπτως άδουσας κολεξιόν από ύφη και είδη) και η τύχη της παράστασης θα περάσει στον... πατριωτισμό των ηθοποιών της. Που ευτυχώς είναι μεγάλος, όπως και το ταλέντο τους. Κατόρθωσαν μέσα από την απληστία ευρημάτων, ενδυμάτων, παρενδύσεων και γυμνωμάτων, μέσα από τα ανισοκατανεμημένα άσματα του Βασίλη Μαντζούκη (όσο επιτυχημένα κι αν ήταν), μέσα από γυμναστικές ασκήσεις εντός κι εκτός της φυσούνας, να ανταποκριθούν στις βραδυφλεγείς εκρήξεις του δεκαπεντασύλλαβου, των γλωσσικών στραμπουληγμάτων και αφελών συνωμοσιών της κοινωνικοπολιτικά ενήμερης εθνικής μας ιλαροτραγωδίας. Ηταν αναμενόμενο, το γέλιο να βγαίνει περισσότερο σκεπτικό παρά απελευθερωτικό γιατί, όταν ένα σουρεαλιστικό άκουσμα που ξετινάζει τον μικροαστικό εφησυχασμό το πλαισιώσεις με ένα συνονθύλευμα σουρεαλιστικών, οπτικών στοιχείων, είναι σαν να του κάνεις παράσιτα.

Ωστόσο η αυθεντική, υπερχειλίζουσα και άδουσα κωμικότητα της Κοκκίδου πλαισιώθηκε από έναν ικανό ανδρικό θίασο για ανδρικούς και γυναικείους ρόλους με τον απολαυστικό Γιάννη του αυτοκυριαρχημένου Τάσου Γιαννόπουλου, την εξαιρετικά σχολιασμένη, καλογερεμένη και άφυλη Μαριάνθη του Κώστα Μπερικόπουλου, ψηλοκρεμαστή θεούσα που γέρασε και στοίχειωσε στη δούλεψη της Φαύστας, το γεμάτο μούσκλια, κοχύλια και πολυτρίχια του βυθού Ριτσάκι, που το ανέβασε σκάλες κωμικότητας ως φάντασμα ο Βαγγέλης Χατζηνικολάου, τους Μενέλαο Χαζαράκη και Γιώργο Οικονόμου ως κύριο και γιο Ιατρού με ένδυμα κολύμβησης, όπως άλλωστε και την κυρία Ιατρού του Γιώργου Γιαννακάκου, με σορτσάκι φουστίτσα και μακιγιαρισμένη ραφή κάλτσας στο πίσω μέρος των ποδιών, που κατόρθωσε να ισοσκελίσει την αναιτιολόγητη απουσία ενδύματος με μια λεπτομερή σπουδή μικροαστικών αντιδράσεων μωροφιλόδοξης μητέρας, ισχυρογνώμονος συζύγου και καλής νοικοκυράς.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ