ΒΙΒΛΙΟ

Προσπαθώντας να οργανώσουμε και να ελέγξουμε τον ιστορικό χρόνο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Το βιβλίο «Πρέπει, αλήθεια, να κόβουμε την ιστορία σε φέτες;» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Angelus Novus.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

JACQUES LE GOFF
Πρέπει, αλήθεια, να κόβουμε την ιστορία σε φέτες;
μτφρ.: Δ. Λαμπαδά
επιμ.: Ελ. Ζέη,
εκδ. Angelus Novus, Αθήνα 2016, σελ. 142

Μία από τις πιο καλά κρυμμένες εξουσίες της νεωτερικότητας είναι εκείνη του ιστοριογράφου. Πρόκειται για μια εξουσία αδιόρατη αλλά πολύ βαθύτερη από πολλές άλλες προβεβλημένες. Και τούτο διότι ο ιστοριογράφος μπορεί να ελέγξει καταλυτικά την οργάνωση του ιστορικού παρελθόντος, μπορεί δηλαδή να μετατρέπει το παρελθόν «μας», από ένα απλό χρονικό συνεχές, σε οργανωμένο πεδίο του επιστητού. Να μας υποβάλει, συνεπώς, να το σκεφτούμε μέσα από αυτή και όχι την άλλη διάταξη, μέσα από αυτές και όχι τις άλλες συνέχειες ή ασυνέχειες. Και το βασικό εργαλείο που διαθέτει για να το κάνει αυτό είναι η περιοδολόγηση, η οργάνωση του χρόνου σε «ιστορικές περιόδους», σύμφωνα με διάφορα κριτήρια κάθε φορά, αλλά πάντως με τρόπο που να καθίστανται αυτές διακριτές και σε ένα βαθμό αυτόνομες η μία από την άλλη.

Αυτός είναι ο λόγος που καμία περιοδολόγηση δεν είναι ουδέτερη, καμία δεν είναι τυχαία ή απλώς συμβατική. Διότι ακριβώς φέρει κάθε φορά μαζί της μια υπόρρητη ερμηνευτική σκοπιά για το υπό μελέτη παρελθόν.

Ο κατακερματισμός αυτός ξεκινάει ουσιαστικά από τον Ηρόδοτο, τον 5ο αι. π.Χ., και την Παλαιά Διαθήκη, τον 6ο αι. π.Χ., που συγκροτούν αντίστοιχα τους δύο πυλώνες της ευρωπαϊκής ιστορικής αυτογνωσίας: τον αρχαιοελληνικό και τον ιουδαϊκό πολιτισμό. Θα περάσει εν συνεχεία μέσα από τους χρονικογράφους και τους λογίους των πρώτων μεσαιωνικών πανεπιστημίων, θα χρειαστεί ωστόσο η εισαγωγή της Ιστορίας σε μάθημα των εγκύκλιων σπουδών σταδιακά τον 19ο αιώνα σε όλη την Ευρώπη, και κυρίως η συστηματοποίησή της με όρους επιστημονικής πειθαρχίας σε Γαλλία, Γερμανία και Αγγλία, προτού ο λόγος της αρχίσει να γίνεται κυρίαρχος όσον αφορά τη διαχείριση του παρελθόντος.

Αυτό είναι το αντικείμενο της μικρής πραγματείας του Ζακ Λε Γκοφ (Τουλόν 1924 - Παρίσι 2014), με τον πολύ χαρακτηριστικό τίτλο, ενός από τους διαπρεπέστερους μεσαιωνολόγους του ευρωπαϊκού 20ού αιώνα, που άνοιξε εντελώς νέους δρόμους στη μελέτη και στην πρόσληψη της περιόδου αυτής, η οποία μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ταυτισμένη με τους «σκοτεινούς χρόνους» και γενικώς την οπισθοδρόμηση του δυτικού πολιτισμού. Εξαιτίας αυτού του αρνητικού στερεότυπου, ο εκ των ιδρυτών της γαλλικής σχολής των Annales έχει κάθε λόγο να επιζητεί την επαναξιολόγηση των παραδοσιακών τομών, εκείνων που διακρίνουν τον Μεσαίωνα ως μια υποτιθέμενη μαύρη παρένθεση, ανάμεσα στον λαμπρό αρχαίο κόσμο και την ουμανιστική επανάσταση της Αναγέννησης.

Η διάκριση αυτή, που παρουσιάζεται ακόμη και σήμερα στην κοινή δόξα ως αυτονόητη, ήταν δημιούργημα των ίδιων των λογίων της Αναγέννησης, από τον 14ο αιώνα και  μετά,  μέχρι και τον Διαφωτισμό. Σκοπός τους ουσιαστικά ήταν η απευθείας επανασύνδεση με τον αρχαίο  ελληνικό  και  ρωμαϊκό  πολιτισμό, αγνοώντας ό,τι  είχε μεσολαβήσει.

Ο Λε Γκοφ μέσα από την πολυετή του έρευνα κατάφερε και κατέρριψε αυτό τον «ιδεολογικό» κοινό τόπο περί του μεσαιωνικού κόσμου. Εντέλει, έδειξε ότι η Αναγέννηση δεν είναι παρά το τελευταίο επεισόδιο ενός μακρόσυρτου Μεσαίωνα, ότι αποτελεί σαφώς μέρος του και όχι την πλήρη ανατροπή του, όπως υποστηριζόταν.

Μάλιστα, ορισμένες όψεις του Μεσαίωνα, από την άποψη της κουλτούρας ή των πρακτικών, παρέμειναν ενεργές ακόμη και μέσα στον 20ό αιώνα ανάλογα το εθνικό πλαίσιο. Και είναι πράγματι ένα ερώτημα ποιος θα μπορούσε να αντιπαραβάλει ως μονοδιάστατα «φωτεινή» μια περίοδο σαν αυτή του 20ού αιώνα, με τους περισσότερους νεκρούς πολέμων από οποιαδήποτε άλλη στιγμή στην ανθρώπινη ιστορία, μια περίοδο που περιλαμβάνει το αίσχος του Αουσβιτς και των γκουλάγκ. Εκείνο, λοιπόν, που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι ότι οι όποιες αλλαγές στην ιστορία επισυμβαίνουν και εμπεδώνονται με τρόπο εξαιρετικά αργόσυρτο, ενώ οι όποιες «τομές» συχνά περιλαμβάνουν περισσότερες υπόγειες συνέχειες του παρελθόντος παρά πλήρεις ρήξεις. Αν η Γαλλική Επανάσταση κράτησε ουσιαστικά έναν αιώνα (Φ. Φιρέ), τότε πώς να μιλήσουμε ελαφρά τη καρδία για «σαφέστατες τομές» αναφορικά με άλλα γεγονότα μικρότερου βεληνεκούς;

Η παγκοσμιοποίηση

Πάντως, η κατάθεση αυτή του Γάλλου μεσαιωνολόγου ενέχει θέση μεθοδολογικού προτύπου για τους ειδικούς και της σύγχρονης ιστορίας. Ο ίδιος άλλωστε φροντίζει να κλείσει το βιβλίο του με μια τέτοια ακριβώς πρόταση που αφορά την Ιστορία στην εποχή της «παγκοσμιοποίησης». Η παρατήρησή του είναι εξαιρετικά χρήσιμη. Η διαδικασία της παγκοσμιοποίησης σήμερα βρίσκεται ακόμη στο πρώτο επίπεδο, εκείνο της πυκνής επικοινωνίας ανάμεσα στους πολιτισμούς και στα κράτη, όχι όμως της συγχώνευσης και της ομοιομορφίας. Υπό αυτή την έννοια, θα προσέθετε κανείς, η περιοδολόγησή μας παραμένει εντός του πολιτισμικού μας πλαισίου. Ακόμη κι έτσι, το στοίχημα σήμερα παραμένει η έξοδος της ιστοριογραφίας από την εθνική της εσωστρέφεια, και αυτό ισχύει ιδίως για την (πολύ αξιόλογη, κατά τ’ άλλα) ελληνική ιστοριογραφία.

Οι συγκριτικές διερευνήσεις και η διασύνδεση του εθνικού παραδείγματος με τις εξελίξεις στην υπόλοιπη ευρωπαϊκή ιστορία θα επέτρεπαν έτσι την ανάδειξη συμπερασμάτων που σήμερα είναι στο στάδιο των εικασιών και των ενδείξεων. Οτι δηλαδή εκείνο που εμφανίζεται εδώ ως εξαίρεση ή ιδιαιτερότητα δεν είναι παρά μια διαφορετική εκδοχή μεγαλύτερων υπερεθνικών φαινομένων. Ή ακόμη περισσότερο ότι μερικές φορές, για σύνθετους λόγους, εξελίξεις στην «περιφέρεια» μπορεί να προϊδεάζουν για αλλαγές στο «κέντρο», σε δεύτερο χρόνο. Θα ανατρεπόταν έτσι η άποψη περί ακραίου «ελληνικού εξαιρετισμού» και θα εντασσόταν πιο στέρεα η ελληνική περίπτωση στην πληθυντικότητα μιας ενιαίας ευρωπαϊκής ιστορίας.

* Ο Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας, διευθυντής του ΠΜΣ «Διακυβέρνηση και Επιχειρηματικότητα», αρχισυντάκτης της «Νέας Εστίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ