ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τέτοιες ημέρες πριν από εκατό ακριβώς χρόνια έληξε η πολύμηνη μάχη του ποταμού Σομ. Επρόκειτο για σφαγείο. Η αρχή του έγινε την 1η Ιουλίου του 1916 για να παύσει στις 18 Νοεμβρίου της ίδιας χρονιάς. Μόνο την πρώτη ημέρα της μάχης, οι Βρετανοί είχαν 57.470 απώλειες – έως σήμερα η χειρότερη ημέρα στην ιστορία του βρετανικού στρατού.

Οπως το Καπορέτο για τους Ιταλούς, η Μάρνη, η Φλάνδρα και το Βερντέν για τους Γάλλους, το Πάσεντεϊλ για τους Καναδούς, το Σουασόν και το Δάσος του Μπελό για τους Αμερικανούς, η μάχη του Σομ αποτελεί για τους Βρετανούς κυρίως ένα ανεπούλωτο συλλογικό τραύμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου: αλληλοσφαγή δίχως νόημα, ξεπάστρεψε μια ολόκληρη γενιά της πάλαι ποτέ Αυτοκρατορίας.

Στα χαρακώματα του Σομ βρέθηκαν πολλές εξέχουσες προσωπικότητες της εποχής εκείνης (κάποιες βέβαια δεν θα τις μάθουμε ποτέ...). Ρόμπερτ Γκρέιβς, Τζ. Ρ. Τόλκιν (αλλά και ο... Αδόλφος Χίτλερ), ποιητές και συγγραφείς και από τα δύο στρατόπεδα, μετέγραψαν το τι σήμαινε να προσπαθείς να επιζήσεις μέσα σε αυτή την κόλαση.

ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Η πραγματικότητα αλλά και η φαντασία

Της ΜΑΡΙΑΣ ΤΟΠΑΛΗ

Η πολύμηνη εκατόμβη του Σομ που κόστισε τη ζωή σε περισσότερους από 1 εκατ. στρατιώτες κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, περιέπαιξε, θαρρείς, διπλά την ανθρώπινη φαντασία: στήνοντας, αφενός, ένα από τα εφιαλτικότερα –και εντελώς μάταια, από στρατηγική άποψη– σκηνικά στην ιστορία του πολέμου, βάζοντας, αφετέρου, σημαντικότατους συγγραφείς και ποιητές της εποχής να αγωνιστούν στα χαρακώματά της. Η ανθρώπινη φαντασία έλαβε αργότερα εκδίκηση, άλλοτε πικρή, όπως στα ποιήματα των ποιητών-στρατιωτών Ρόμπερτ Γκρέιβς και Ζίγκφριντ Σασούν κι άλλοτε επική, όπως στις διάσημες μάχες του «Αρχοντα των Δαχτυλιδιών»: γιατί, ανάμεσα στους μαχητές του Σομ ήταν κι ο Τζον Ρόναλντ Τόλκιν (1892-1973), που επέζησε για να επιστρέψει αργότερα εκεί μέσα από τις αναπαραστάσεις ζοφερών σκηνών στα βιβλία του. «Ορκ πολυάσχολοι σαν μυρμήγκια έσκαβαν μακριά χαρακώματα σχηματίζοντας έναν τεράστιο κλοιό», διαβάζουμε στην πολιορκία της Γκόντορ, στο τρίτο βιβλίο του «Αρχοντα».

«Ζωώδης φρίκη»

Σε αντίθεση με άλλους οξφορδιανούς φοιτητές και διδάσκοντες, που έσπευσαν να καταταγούν είτε ακολουθώντας το ενθουσιώδες ρεύμα της εποχής είτε πιεζόμενοι από τις οικογένειές τους, ο (ορφανός και από τους δυο γονείς) Τόλκιν το καθυστέρησε όσο μπορούσε. «Προς ανακούφισή του, έμαθε πως μπορούσε να περάσει από εκπαίδευση για αξιωματικούς παράλληλα με τις σπουδές του», διαβάζουμε στη βιογραφία του από τον Κόλιν Ντούριεζ («Τζ. Ρ.Ρ. Τόλκιν», ειδική έκδοση, εφημ. «Το Βήμα»). Θα βρεθεί εντέλει στο μέτωπο του Σομ νιόπαντρος –άλλος ένας λόγος που μεγάλωνε τη δυσφορία του απέναντι στην ιδέα του πολέμου– ως αξιωματικός διαβιβάσεων. Θα χάσει τον έναν μετά τον άλλον στενότατους φίλους και συνεργάτες από τον πανεπιστημιακό κύκλο και θα βουτηχτεί σε ό,τι ο ίδιος θα αποκαλέσει «ζωώδη φρίκη» των χαρακωμάτων. «Μέσα στα χαρακώματα, όπου κι αν έστρεφε το βλέμμα του, έβλεπε πτώματα που περίμεναν τη μεταφορά τους, όχι άψυχα κορμιά που κείτονταν ειρηνικά, μα λείψανα παραμορφωμένα από τα βλήματα», γράφει ο Ντούριεζ, ενώ στον Τόλκιν διαβάζουμε: «Γιατί οι εχθροί έριχναν στην πόλη τα κεφάλια όσων είχαν πέσει πολεμώντας στην Οσγκίλιαθ ή στο Ράμας ή στα χωράφια. Είχαν όψη φοβερή· γιατί αν και μερικά ήταν λιωμένα και αγνώριστα και μερικά άγρια κατακρεουργημένα, πολλά είχαν χαρακτηριστικά αναγνωρίσιμα και έδειχναν πως είχαν πεθάνει υποφέροντας» (Ο Aρχοντας των Δαχτυλιδιών, 3, Η επιστροφή του βασιλιά, Κέδρος, 1985, 2002). Πριν τελειώσει η μάχη του Σομ ο Τόλκιν αρρώστησε, σώζοντας, ενδεχομένως, έτσι τη ζωή του, αφού βρέθηκε μακριά από το μέτωπο, στο στρατιωτικό νοσοκομείο του Μπέρμιγχαμ.

Ο ποιητής Ρόμπερτ Γκρέιβς (1895-1985), γνωστός στο ελληνικό κοινό κυρίως ως συγγραφέας του «Εγώ, ο Κλαύδιος», έσπευσε, αντίθετα, να καταταγεί από τους πρώτους, και δημοσίευσε την πρώτη συλλογή του μεσούντος του πολέμου, το 1916, σε ηλικία μόλις 21 ετών. Μολονότι η πρώιμη αυτή ποίησή του θεωρείται τυπική «ποίηση του πολέμου», o Γκρέιβς όπως και ο φίλος του Σασούν θα βιώσουν τη φρίκη, τη ματαιότητα και την οδύνη της απώλειας και θα μεταστραφούν. Στο Σομ ο Γκρέιβς θα τραυματισθεί τόσο βαριά που θα θεωρηθεί νεκρός. Οταν ο Σασούν στραφεί, κατόπιν, ανοιχτά εναντίον του πολέμου, ο Γκρέιβς θα μεσολαβήσει ώστε να θεωρηθεί ο φίλος του ως πάσχων από «νεύρωση του πολέμου» και να μην τιμωρηθεί. Η ειρωνεία είναι ότι ο Γκρέιβς έπασχε ο ίδιος από την ασθένεια αυτή, μολονότι ουδέποτε υπεβλήθη σε νοσηλεία ή θεραπεία: «Σκεφτόμουν να επιστρέψω στη Γαλλία», γράφει, «συνειδητοποίησα όμως τον παραλογισμό μιας τέτοιας ιδέας. Από το 1916 με είχε κυριεύσει ο φόβος των αερίων: κάθε ασυνήθιστη μυρωδιά, ακόμη και μια ξαφνική δυνατή μυρωδιά λουλουδιών από τον κήπο αρκούσε για να αρχίσω να τρέμω. Και δεν μπορούσα πλέον να αντιμετωπίσω τον ήχο του βομβαρδισμού. Αρκούσε ο κρότος μιας εξάτμισης αυτοκινήτου για να πέσω μπρούμυτα ή να το βάλω στα πόδια αναζητώντας καταφύγιο», γράφει στην αυτοβιογραφία του «Αποχαιρετισμός σε όλα αυτά» (εκδ. Κάκτος, 1999).

Ο «Τρελο-Τζακ»

«Ανακαλώντας τον πόλεμο» στο ομότιτλο σημαντικό ποίημά του, ο Γκρέιβς αναρωτιέται: «Τι ήταν, λοιπόν, ο πόλεμος; Δεν ήταν φαγωμάρα για σημαίες,/ ήτανε μόλυνση κοινόχρηστου ουρανού/ που βάραινε απειλητικά πάνω στη γη/ ακόμα και μέσα στη γλύκα του Μαγιού./ Μας καταπίεζε ο ουρανός κι εμείς του δείχναμε/ γλώσσα αλαζονική, γροθιά σφιγμένη και ανδρεία./ Αναπηρίες φυσικές εξαφανίζονταν/ κι ο Θάνατος ήτανε νέος ξανά, προστάτης/ των υγιώς θανόντων και του πρόωρα μοιραίου σπασμού.» Ενα χρόνο μετά την έναρξη της μάχης του Σομ ο Ζίγκριφντ Σασούν (1886-1967) θα στραφεί δημόσια κατά του πολέμου με τη διάσημη ανοιχτή επιστολή («Finished with the War: A Soldier’s Declaration»), που απηύθυνε στον διοικητή του αρνούμενος να επιστρέψει στα χαρακώματα. Ο γόνος εύπορης οικογένειας είχε σπεύσει, όπως και ο Γκρέιβς, να καταταγεί από τους πρώτους, το 1914. Στη φρίκη των χαρακωμάτων αντέδρασε με ένα σχεδόν παράλογο θάρρος που του χάρισε παράσημα και το παρατσούκλι «Mad Jack» – δεν ήταν, λοιπόν, η δειλία αλλά η συνειδητοποίηση που τον έστρεψαν εναντίον του πολέμου. Στο ποίημά του «Αντεπίθεση» (1918) αποτυπώνει με ανατριχιαστικό ρεαλισμό τη δαντική κόλαση του μετώπου: «Είχαμε καταλάβει ήδη τ’ οχυρό/ ενώ η αυγή ξεμύτιζε σαν αγουροξυπνημένη,/ χλωμή αξύριστη διψώντας, τυφλωμένη απ’ τον καπνό./ Τα πράματα έβαιναν καλώς. Κρατούσαμε τις θέσεις,/ κανόνια, πυροβόλα παρατεταγμένα,/ και το κουδούνισμα απ’ τα φτυάρια να βαθαίνει το ρηχό χαράκωμα./ Ο τόπος σάπιζε, μέσα στο πτώμα· αδέξια πόδια πρασινίζαν/ με τ’ άρβυλά τους ξαπλωμένα μες στις σήραγγες/ και τα κορμιά τους μπρούμυτα στη λάσπη/ κυλιόνταν μ’ ηδονή σαν σάκοι από άμμο οχυρωματική,/ και μουλιασμένα οπίσθια γυμνά, τούφες μαλλιά,/ πρησμένα οιδηματικά κεφάλια ξεκουράζονταν/ χρισμένα γλίτσα. Κι έπειτα/ ξεκίνησε η βροχή, – βροχούλα!»

Τόλκιν κατά Χίτλερ

Σε αντίθεση με την εικόνα που αποκομίζει ο θεατής των ταινιών με βάση τον «Αρχοντα των δαχτυλιδιών», όπου κυριαρχεί ακριβώς μια υπερβολική διάσταση των μαχών, ο αναγνώστης των βιβλίων θα συγκρατήσει μάλλον την ειρηνική γλυκύτητα του Σάιρ, τη φιλοσοφημένη ζωή των αντιηρωικών Χόμπιτ, τη μαγευτική ομορφιά των ξωτικών και του Σχιστού Λαγκαδιού. Ο ίδιος ο Τόλκιν θα συμφωνήσει πως το επίκεντρο της τριλογίας του ήταν «η ελευθερία, η ειρήνη, η καθημερινή ζωή και η καλοπέραση» αντί για «τη σύγκρουση, τον πόλεμο και τον ηρωισμό (αν και αυτά γίνονται αντιληπτά και περιγράφονται)» – διαβάζουμε πάντοτε στον Ντούριεζ, που παραπέμπει εδώ ρητά στην επιστολογραφία του Τόλκιν. Η παρανοϊκή φρίκη του Σομ εξέθρεψε, λοιπόν, και στέριωσε την αντιπολεμική συνείδηση αλλοτινών φιλοπόλεμων ποιητών καθώς και το ειρηνικό όραμα ενός συγγραφέα, που πήρε λογοτεχνική σάρκα και οστά σε μερικά από τα διασημότερα βιβλία της εποχής μας («Χόμπιτ», «Αρχοντας των δαχτυλιδιών»). Το Σομ, ωστόσο, ως ακραίος τόπος και συμβάν, ως εικόνα που διαρκώς θα αντιστέκεται στη σύλληψη και την αφήγηση, θα δώσει άλλον έναν κλώτσο στην ανέμη όπου τυλίγεται η κλωστή της Ιστορίας: «Ηταν περισσότερο κόλαση παρά πόλεμος», θα γράψει ένας μαχητής από την άλλη πλευρά του Δυτικού Μετώπου, εξάγοντας, όμως, τα ακριβώς αντίθετα συμπεράσματα. Η φράση προέρχεται από το «Ο αγών μου» του Αδόλφου Χίτλερ (1889-1945), που, για καλή του τύχη, τραυματίστηκε από θραύσμα στο πόδι στις 7 Οκτωβρίου 1916, χωρίς να φθάσει στην πρώτη γραμμή, υπηρετώντας ως στρατιωτικός αγγελιοφόρος στο Σομ.

Ευχαριστούμε τον ποιητή Ορφέα Απέργη για τη μετάφραση των στίχων των Ρ. Γκρέιβς και Σ. Σασούν.

Βαρύς «ακρωτηριασμός» του ευρωπαϊκού πολιτισμού

Του ΚΩΣΤΑ Θ. ΚΑΛΦΟΠΟΥΛΟΥ

Διόλου τυχαία, στην ιστορία της νεότερης γερμανικής λογοτεχνίας ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν αναφέρεται ως τομή ανάμεσα στον 19ο και τον 20ό αιώνα. Σε αντίθεση με τους Γάλλους και τους Αγγλους, οι Γερμανοί «προσπερνούν» τον Μεγάλο Πόλεμο και επιλέγουν μια διαφορετική προσέγγιση, αναφερόμενοι πρωτίστως στη νεωτερικότητα (Moderne), που θα παραμερίσει μέσα από τα συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα του 1914-1918 τον νατουραλισμό και, κυρίως, θα επιβεβαιώσει ζοφερά το συναίσθημα του «τέλους του αιώνα» (fin de siècle), ανάμεσα στην παλιά τάξη πραγμάτων και στο επερχόμενο χάος. Η χώρα των ποιητών και στοχαστών προκαλεί έναν καταστροφικό πόλεμο, και οι ποιητές της, στην πλειονότητά τους, εγκλωβίζονται στο καταστροφικό «όραμα».

Ενας από αυτούς, ξεχασμένος επί δεκαετίες, ο Αουγκουστ Στραμ (August Stramm, 1874-1915), από τους πρώτους που θα μετουσιώσουν τη φρίκη του πολέμου σε ζοφερή ποίηση, γράφει σε μία επιστολή του από το Μέτωπο: «Ο φόνος είναι καθήκον είναι ουρανός είναι Θεός». Οι στίχοι του όμως είναι σαν βολή κατά ριπάς, όπως και στον πόλεμο: «Οι ουρανοί φυσούν/ Το αίμα βαδίζει/ Βαδίζει/ Με/ Χίλια πόδια./ Οι ουρανοί φυσούν/ Το αίμα χυμά/ Χυμά/ Σε/ Χίλιες λεπίδες./ Οι ουρανοί φυσούν/ Το αίμα ξεφτίζει/ Ξεφτίζει/ Σε/ Χίλιες κλωστές./ Οι ουρανοί φυσούν/ Το αίμα εξοντώνεται/ Εξοντώνεται/ Σε/ Χίλιες πολεμίστρες./ Οι ουρανοί φυσούν/ Το αίμα αποκοιμιέται/ Αποκοιμιέται/ Με/ Χίλιους θανάτους/ Οι ουρανοί φυσούν/ Ο θάνατος συντρίβει/ Συντρίβει/ Με/ Χίλια πόδια», στο ποίημα «Εξόντωση» (από την ελληνική έκδοση των ποιημάτων του Στραμ, σε μετάφραση Νίκου Βουτυρόπουλου, εκδόσεις s@mizdat, Αθήνα 2014).

Χορός σκιών

Ο πεισιθάνατα απαισιόδοξος Γκότφριντ Μπεν (Gottfried Benn), κατεξοχήν εκπρόσωπος του γερμανικού εξπρεσιονισμού, που θα σημαδέψει με το έργο του όσο κανείς άλλος τη νεότερη γερμανική ποίηση, θα αφιερώσει στη μνήμη του αδελφού του Ζίγκφριντ, πεσόντος στη μάχη για το Υψωμα 317, τους ακόλουθους στίχους: «Α, στο βουνό, στεφανωμένο/ με καλοκαίρι και καρπό,/ δε μπορείς να δεις/ ό,τι δεν είναι φωτεινό,/ πώς κυλά η ώρα,/ ν’ ακούσεις δε μπορείς/ πώς με το βουνίσιο αγέρι/ ένας χορός σκιών θρηνεί» (από τη μετάφραση του Ν. Βουτυρόπουλου, στην υπό έκδοση συλλογή ποιημάτων του Γκ. Μπεν, «Στατικά ποιήματα», από τις ίδιες εκδόσεις).

Ανάμεσα στην «αισθητικοποίηση της πολιτικής» (φασισμός) και την «πολιτικοποίηση της τέχνης» (κομμουνισμός), τη διαμάχη που θα αναδειχθεί και θα κορυφωθεί κυρίως στον Μεσοπόλεμο, τα ποιητικά ρεύματα, όπως ο Φουτουρισμός και το Νταντά, θα δουν στη νεωτερικότητα και την (πολεμική) τεχνολογία της τη Νέα Ουτοπία. Οι τελευταίοι, ορμώμενοι εκ Ζυρίχης πολλοί από αυτούς, θα αποτυπώσουν στους στίχους τους τη φρίκη του πολέμου, ταυτόχρονα όμως θα ανακαλύψουν νέους ορίζοντες, που θα ανατρέψουν τις συμβατικές μορφές και δομές της τέχνης μέσα από το κολάζ, το μοντάζ και άλλες τεχνικές. Ο Ούγκο Μπαλ (Hugo Ball), από τους συνιδρυτές του κινήματος και εθελοντής στον πόλεμο, θα παρωδήσει ένα εμβατήριο πολέμου με τους παρακάτω στίχους: «Ετσι δολοφονούμε εμείς/ έτσι δολοφονούμε εμείς/ και κάθε μέρα δολοφονούμε τους συντρόφους μας σε μακάβριο χορό./ Αδελφέ, υψώσου μπροστά μου!/ Αδελφέ, το στήθος σου!/ Αδελφέ, εσύ που έπρεπε να πέσεις και να πεθάνεις» (Totentanz 1916).

Μαζί με τους ακρωτηριασμένους στρατιώτες που επιστρέφουν από το Μέτωπο, ακρωτηριάστηκε και ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, όπως διέβλεψε έγκαιρα και ο Πολ Βαλερί στο δοκίμιό του «Η κρίση του πνεύματος» (1919). Η ποίηση μετατράπηκε, κυριολεκτικά και συμβολικά, σε χαράκωμα απ’ όπου βγαίνουν μόνο σκιές και φαντάσματα από υπάρξεις που κάποτε ήταν άνθρωποι. Πολύ πριν από το Αουσβιτς είχε ήδη τεθεί, στη φρίκη του Δυτικού Μετώπου και στις μάχες του Βερντέν και του Σομ, το ερώτημα εάν «μπορούμε να μιλάμε ακόμα για ποίηση;».
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ