Θοδωρής Γεωργακόπουλος ΘΟΔΩΡΗΣ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΣ

Η κανονικοποίηση της χυδαιότητας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο Κουμαΐλ Ναντζάνι είναι κωμικός ηθοποιός, περισσότερο γνωστός για τη συμμετοχή του στην τηλεοπτική σειρά “Silicon Valley”. Λίγες ημέρες μετά τις εκλογές βρισκόταν σε μπαρ στο Λος Άντζελες μαζί με συνάδελφό του, όταν τον πλησίασαν δυο λευκοί 20χρονοι και άρχισαν να του λένε διάφορα για τα πολιτικά, παρ’ όλο που ο Ναντζάνι τους είπε ευγενικά ότι δεν θέλει να συζητήσει πολιτικά. Ξέσπασε καυγάς, και η ασφάλεια του μπαρ χρειάστηκε να επέμβει για να απομακρύνει τους 20χρονους, που τον έβριζαν χυδαία. Ο Ναντζάνι είναι Πακιστανικής καταγωγής, και η μικρή περιπέτειά του είναι ένα από τα πιο ήπια επεισόδια που καταγράφονται με την μορφή επιδημίας στις ΗΠΑ μετά τις εκλογές. Άνθρωποι σταματάνε μαύρους στο δρόμο και τους βρίζουν, υπάρχουν βιαιοπραγίες σε καταστήματα απέναντι σε μουσουλμάνους, είναι σαν ξαφνικά πάρα πολλοί άνθρωποι να έχουν βρει ευκαιρία να εκφράσουν το μίσος που είχαν κρυμμένο μέσα τους καιρό με βία.

Τι μεσολάβησε;

Ένας από αυτούς βγήκε Πρόεδρος. Αυτό μεσολάβησε.

Εδώ και δεκαετίες οι ρατσιστές ήταν λίγο-πολύ χωμένοι στο καβούκι τους, ήταν μαζεμένοι, ντρέπονταν να εκφράσουν αυτά που σκέφτονται. Γιατί μπορεί το κίνημα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων να έχει κατακτήσει σπουδαίες νίκες στην πολιτική πραγματικότητα των ΗΠΑ και άλλων δυτικών χωρών, αλλά ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, ο μισογυνισμός και άλλες μορφές μίσους δεν εξαφανίστηκαν. Οι ρατσιστές δεν εξαφανίστηκαν. Απλά έχασαν τη νομιμοποίηση του μίσους τους. Ε, τώρα την ξαναβρίσκουν.

Αυτό είναι ένα φαινόμενο παγκόσμιο, όμως, δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Η διεθνής επέλαση του λαϊκισμού, που έχει φέρει στην επιφάνεια -ενίοτε και στην εξουσία- ακραίες, αντιδημοκρατικές, ενίοτε γκροτέσκες και οπωσδήποτε επικίνδυνες φυσιογνωμίες, νομιμοποιεί αναπόφευκτα και έναν κόσμο που τις στηρίζει. Του λέει, είναι δικαιολογημένο το μίσος σου. Είναι φυσιολογικό. Τόσο καιρό το “σάπιο πολιτικό σκηνικό” σε καταπίεζε. Εγώ είμαι δικός σου. Θες να κάψεις αυτοκίνητα, να δείρεις μαύρους να βρίσεις τους γκέι; Ελεύθερα. Κοίτα: Το κάνω κι εγώ.

Και έτσι ξαφνικά η καθημερινότητα γεμίζει με συμβάντα, ανθρώπους και συμπεριφορές που πριν από μόλις λίγα χρόνια θα φάνταζαν αδιανόητα και θα είχαν τεράστιες συνέπειες. Ξαφνικά ο πρόεδρος των ΗΠΑ μπορεί να χρωστάει λεφτά στην Bank of China και να μην τρέχει τίποτε. Μπορεί να διορίζει έναν ακροδεξιό αντισημίτη υπεύθυνο στρατηγικού σχεδιασμού του και να μην τρέχει τίποτε. Η βάση τα βλέπει, βλέπει ότι δεν υπάρχει και καμία συνέπεια και συνειδητοποιεί: Μπορώ να τα κάνω κι εγώ.

Και στην Ελλάδα συμβαίνει το ίδιο. Δεν είναι μόνο τα χυδαία παραληρήματα του Παύλου Πολάκη, οι παλαβομάρες του Ζουράρι, τα μαγικά της Λυδίας Κονιόρδου, οι αντιθεσμικές παρεκτροπές του κάθε Νίκου Παππά ή το στραβοχυμένο αγουροξυπνημένο στυλ του πρωθυπουργού της χώρας, όλα χωρίς καμία συνέπεια για κανέναν τους, χωρίς αντίδραση, χωρίς κατακραυγή, που βουλιάζουν το επίπεδο του πολιτικού διαλόγου σε πρωτοφανή τάρταρα και εκπαιδεύουν λίγο-λίγο τους πολίτες να περιμένουν από το πολιτικό τους σκηνικό μόνο τα χειρότερα, δηλαδή αυτούς. Είναι και η νομιμοποίηση των οπαδών απ’ έξω, η αποχαλίνωση ενστίκτων και δυνάμεων που αφορμή έψαχναν. Είναι τα κρούσματα μαρξιστικών διαλέξεων σε δημοτικά σχολεία από αυτο-απελευθερωμένους Συριζαίους δασκάλους, η αδιανόητη δήλωση της Διδασκαλικής Ομοσπονδίας Ελλάδος κατά της επίσκεψης Ομπάμα, η “απαγόρευση εισόδου” της αδούλωτης, ξεκαρδιστικής Καισαριανής.

Βεβαίως, εμείς διανύουμε μικρότερη απόσταση τώρα. Η χυδαιότητα πάντα ήταν στο προσκήνιο στην Ελλάδα. Πανό σαν αυτό το αίσχος στον αγώνα με τη Βοσνία πάντα υπήρχαν σε εμάς. Αλλά τώρα τα πράγματα γίνονται πολύ χειρότερα, πολύ γρήγορα. Παντού. 

Κι απέναντι σ’ αυτή την πραγματικότητα, έχεις το στρατόπεδο “της λογικής” και του φιλελευθερισμού να αντιδρά σαν αποχαυνωμένο. “Κάτσε να δούμε πώς θα τα πάει”, λένε, “να του δώσουμε μια ευκαιρία” για τον Τραμπ, για τον Τσίπρα, αύριο για το Μπέπε Γκρίλο, για τη Λε Πεν, “αφού δεν θα κάνουν αυτά που λένε”.

Δυο πράγματα γι’ αυτό.

Πρώτον, όλοι ξέρουμε πως όταν το απέναντι στρατόπεδο του λαϊκισμού είναι στην αντιπολίτευση ποτέ δεν λέει “κάτσε να τους δώσουμε μια ευκαιρία”. Πολεμάνε, πολέμαγαν πάντα, λυσσαλέα και χυδαία. Αλλά εντάξει, οι φιλελεύθεροι είναι αλλιώς, είναι εστέτ, έχουν εμπιστοσύνη στον Άνθρωπο.

Το δεύτερο πράγμα το αντιγράφω από άρθρο των New York Times του 1932: “Ανάμεσα στους Γερμανούς Κεντρώους υπάρχει η διάχυτη αίσθηση ότι θα ήταν καλό να γίνει μια απόπειρα εισόδου των Ναζί στην κυβέρνηση, πριν αυξηθεί η ισχύς τους περισσότερο. Επιχειρηματολογούν πως, όταν οι Ναζί συμμετάσχουν στη διακυβέρνηση της χώρας, θα γίνουν πιο μετριοπαθείς και ταυτόχρονα η πολιτική τους ανέλιξη θα ανακοπεί, επειδή θα διαπιστώσουν πως είναι αδύνατο να τηρήσουν τις προεκλογικές τους εκστρατείες”.

Ξέρουμε όλοι πού καταλήγουν αυτά τα πράγματα, όσο εμείς περιμένουμε “να δούμε πώς θα πάει”.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ