ΒΙΒΛΙΟ

Ο Ανδρέας και η Μάτση των ονείρων μας

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΑΜΠΑΣ (1919-1965)
Επιμέλεια - ανθολόγηση:
Χρήστος Δανιήλ
εκδ. Αγρα

Υπάρχουν ποιητές που μας απασχολούν με το έργο τους και ποιητές που μας απασχολούν με τη ζωή τους, έλεγε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, ο Μαρσέλ Προυστ. Νομίζω ότι ο Ανδρέας Καμπάς (Αθήνα 1919 - Μόντε Κάρλο 1965) ανήκει στους δεύτερους, έστω και χωρίς να το θέλει. Ο αιφνίδιος θάνατός του τον εμπόδισε να ολοκληρώσει το μικρό, έτσι κι αλλιώς, έργο του και να το επιμεληθεί όπως ο ίδιος θα ήθελε.

Απέμεινε βέβαια η αύρα του μύθου του, η εικόνα του έφεδρου ανθυπολοχαγού και ερωτευμένου intellectuel, στη δυσκολότερη εικοσαετία του περασμένου αιώνα.

Αν οι Γάλλοι μιλούν ακόμη για την παράλληλη ερωτική ιστορία του Πολ Ελιάρ και του Λουί Αραγκόν με την Ελσα Τριολέ, εμείς έχουμε την αντίστοιχη και ωραιότερη ίσως ιστορία του Ανδρέα Εμπειρίκου και της πρώτης συζύγου του, Μάτσης Χατζηλαζάρου, η οποία θα ερωτευθεί σφόδρα τον νεαρό οικογενειακό φίλο τους Ανδρέα Καμπά.

Ποιητής κι αυτός στο ξεκίνημά του, από καλή οικογένεια της Αθήνας, καλλιεργημένος, ευκατάστατος και προπάντων «ωραίος σαν Ελληνας», θα εμφανιστεί στη λογοτεχνία από τις σελίδες του περιοδικού «Νεοελληνικά Γράμματα», τον Ιούνιο του 1939 και θα κινήσει το ενδιαφέρον των περισσότερων ποιητών της γενιάς του τριάντα, όπως και του μεγαλύτερου στην ηλικία Τάκη Παπατζώνη.

Ο ελληνοϊταλικός πόλεμος θα ανατρέψει τα σχέδια του εικοσάχρονου Καμπά. Παρότι προστάτης οικογενείας ντύνεται στο χακί, αλλά παίρνει μέρος μονάχα στην επική Μάχη της Κρήτης, όπου μετά την αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων για τη Μέση Ανατολή, συλλαμβάνεται αιχμάλωτος από τους Γερμανούς.

Η εμπειρία της μάχης εκ του συστάδην, η απώλεια των συμπολεμιστών του και τέλος ο εξευτελισμός και τα βασανιστήρια της αιχμαλωσίας θα κάμψουν το ηθικό του νεαρού ποιητή μα προπάντων θα δημιουργήσουν μέσα του μια αίσθηση ματαιότητας για την τέχνη, τον κόσμο των λέξεων και των εικόνων, σε αντίθεση με τον ζωντανό κόσμο των τολμηρών πράξεων που αδυνατεί να υπηρετήσει όπως αυτός θα ήθελε.Στα χρόνια της Κατοχής ο Ανδρέας Καμπάς, όπως προαναφέραμε, θα συνάψει παράνομο ερωτικό δεσμό με τη γυναίκα του Ανδρέα Εμπειρίκου, την ποιήτρια Μάτση Χατζηλαζάρου, που για χάρη του θα εγκαταλείψει τη συζυγική εστία και θα τον ακολουθήσει πρώτα σε ένα μικρό υπόγειο διαμέρισμα του Κολωνακίου και αργότερα στο Παρίσι, όπου αμφότεροι θα βρεθούν εκεί ως υπότροφοι του γαλλικού κράτους (1945), επίλεκτα μέλη της περίφημης γενιάς του «Ματαρόα».

Η περιπέτειά τους, που είχε σκανδαλίσει τη μικρή επαρχιώτικη Αθήνα και είχε γίνει σημείο αναφοράς στους καλλιτεχνικούς κύκλους, όπως μαρτυρά ο επιστήθιος φίλος τους Μάνος Χατζιδάκις μιλώντας για τη «Μάτση των ονείρων», έμελλε να αποτελέσει μια ρομαντική σελίδα στα παραλειπόμενα των γραμμάτων μας, ανάλογη ίσως εκείνης που άφησαν ημιτελή ο Κώστας Καρυωτάκης και η Μαρία Πολυδούρη.

Η συνέχεια δεν θα είναι το ίδιο ρομαντική στον σκληρό μεταπολεμικό κόσμο, όπου η επιβίωση είναι το πρώτο μέλημα. Η σχέση τους θα διακοπεί βίαια και ο Ανδρέας Καμπάς θα ζήσει πρώτα στο Λονδίνο και ύστερα στο Μόντε Κάρλο δουλεύοντας σε ναυτιλιακές εταιρείες. Θα πεθάνει από καρδιακό επεισόδιο πριν προλάβει να δρομολογήσει την επανεμφάνισή του στη λογοτεχνία, μετά σχεδόν από μια δεκαπενταετία αφιερωμένη εξ ολοκλήρου στον βιοπορισμό.

Η μεταθανάτια έκδοση των ευρισκόμενων στο αρχείο του ποιημάτων (Ικαρος 1966) θα επιβεβαιώσει τη φήμη ενός λαμπρού ταλέντου, που ανέτειλε γρήγορα στο λογοτεχνικό μας στερέωμα, όμως δεν πρόλαβε να διαγράψει μια πλήρη τροχιά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ