ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ

Σκίμπε όπως... Οτο Ρεχάγκελ

ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΟΝΤΟΣ

Για δύο χρόνια, η Εθνική μας είχε χάσει όλα όσα τη χαρακτήριζαν επί των ημερών του Ρεχάγκελ και του Σάντος. Με τον Σκίμπε στο τιμόνι της, άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνει μια νέα ταυτότητα, με στοιχεία που θυμίζουν λίγο τις παλιές αρετές της, αλλά κατά βάση με ένα διαφορετικό προφίλ από εκείνο που έφερε τις μεγάλες επιτυχίες.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Δεν έχει απολαύσει και ίσως να μην απολαύσει ποτέ τη δόξα και την αγάπη που χαρίσαμε στον ασύγκριτο Οτο Ρεχάγκελ, είναι, όμως, ο καλύτερος Γερμανός... φίλος του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα και ένας άνθρωπος που σιγά σιγά αρχίζει να κερδίζει την εκτίμηση και τον σεβασμό των Ελλήνων φιλάθλων. Στα 51 του χρόνια, ο Μίκαελ Σκίμπε ήλθε στη χώρα μας και βρήκε να τον περιμένουν δύο τεράστια βαρίδια, έτοιμα να φορτωθούν αμέσως στην πλάτη του. Κι αν η σύγκριση με τον συμπατριώτη του «βασιλιά Οτο» ήταν σχετικά εύκολα διαχειρίσιμη γιατί κανείς δεν είχε την απαίτηση να δρέψει τις ίδιες δάφνες με τον πιο επιτυχημένο προπονητή στην ιστορία του ελληνικού ποδοσφαίρου, η πρόκληση να σπείρει καρπούς στην καμένη γη που παρέλαβε από τους προκατόχους του ήταν ένα στοίχημα που έπρεπε υποχρεωτικά να κερδίσει.

Με μια ομάδα σκόρπια σαν διαλυμένη διαδήλωση, χωρίς καμία πίστωση από κόσμο και ΜΜΕ, με μια διοίκηση που πελαγοδρομούσε εν μέσω τρικυμίας και ένα πρωτάθλημα αναξιόπιστο, μη ανταγωνιστικό και βαθύτατα τραυματισμένο, εν ολίγοις σε μια κινούμενη άμμο που κατάπιε τους πολύ πιο έμπειρους Κλαούντιο Ρανιέρι και Σέρχιο Μαρκαριάν, ο Σκίμπε κλήθηκε να κάνει ένα μικρό θαύμα για να μαζέψει αυτό το απίστευτο αλαλούμ και να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά. Το πόσο δύσκολο έργο είχε, φάνηκε από την αρχή. Στο πρώτο του παιχνίδι, η Εθνική μας ηττήθηκε από το ταπεινό Λουξεμβούργο, σε μια βραδιά που έκανε και τους πλέον αισιόδοξους να αντιληφθούν ότι το πηγάδι που μας έριξαν οι Ν. Φερόε είχε πολύ βαθύ πάτο…

Ο Σκίμπε είχε παραλάβει χάος και εκείνη τη βραδιά συνειδητοποίησε ότι η αλυσίδα που έδενε αυτή την ομάδα με τις μεγάλες επιτυχίες των περασμένων χρόνων, είχε οριστικά κοπεί. Ο,τι ήταν να γίνει, έπρεπε να χτιστεί από την αρχή, σε συνθήκες πολύ χειρότερες απ’ αυτές που είχε βρει σχεδόν 15 χρόνια πιο πριν ο Οτο Ρεχάγκελ. Μοναδικό μαξιλαράκι, η λογική «χειρότερα δεν γίνεται», αλλά κι αυτό ήταν άδειο στην ουσία. Τι θα μπορούσε να περιμένει κανείς από μια ομάδα που είχε χάσει δύο φορές από τα Ν. Φερόε, μία από το Λουξεμβούργο και είχε καταφέρει να σπάσει κάθε αρνητικό ρεκόρ στα προκριματικά του Euro 2016; Σίγουρα πολύ λιγότερα απ’ αυτά που κατάφερε να πετύχει στον ένα χρόνο της θητείας του νέου της προπονητή. Δεν είναι φοβερά και τρομερά επιτεύγματα, ήταν, όμως, αρκετά για να σταματήσουν αυτή την ξέφρενη πτώση και να βάλουν τις βάσεις για μια πιο σταθερή πορεία.

Για δύο χρόνια, η Εθνική μας είχε χάσει όλα όσα τη χαρακτήριζαν επί των ημερών του Ρεχάγκελ και του Σάντος. Με τον Σκίμπε στο τιμόνι της, άρχισε σιγά σιγά να φτιάχνει μια νέα ταυτότητα, με στοιχεία που θυμίζουν λίγο τις παλιές αρετές της, αλλά κατά βάση με ένα διαφορετικό προφίλ από εκείνο που έφερε τις μεγάλες επιτυχίες. Λογικό αυτό. Αλλοι παίκτες, άλλος προπονητής, διαφορετικές οι συνθήκες και οι απαιτήσεις, άλλα τα δεδομένα. Παρότι δεν είχε στη δεξαμενή των επιλογών του παίκτες με την προσωπικότητα και την εμπειρία των προηγούμενων γενιών, ο Γερμανός τεχνικός κατάφερε σχετικά γρήγορα να μαζέψει την κατάσταση και να δημιουργήσει ένα σύνολο που, αν μη τι άλλο, έμαθε να κερδίζει.

Με εξαίρεση το φιλικό με την Ολλανδία στο Αϊντχόφεν, μπάλα καλή δεν έχει παίξει η Εθνική μας. Εκανε όμως πέντε νίκες στη σειρά και αρνήθηκε να χάσει από τη Βοσνία, σ’ ένα ματς που της στράβωσε από την αρχή και δεν το παράτησε – το κυνήγησε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Από το απόλυτο χάος, έγινε ξανά ομάδα με αρχή και τέλος. Αν, μάλιστα, καταφέρει ο Σκίμπε να φτιάξει και τη μέση της, διόλου απίθανο ο δρόμος για τη Ρωσία να μείνει ανοικτός ώς το τέλος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ