ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ο άνθρωπος που κατά καιρούς υπήρξες και τα μέρη στα οποία έζησες ποτέ δεν σε εγκαταλείπουν. Τα καινούργια κομμάτια του εαυτού σου απλώς μπαίνουν κι αυτά στο... αυτοκίνητο για το υπόλοιπο της διαδρομής. Η επιτυχία του ταξιδιού και το αν το αυτοκίνητο θα φτάσει στον προορισμό του εξαρτώνται από τον οδηγό. Εχω δει σπουδαίους μουσικούς να χάνουν τον δρόμο τους και την επαφή τους μ’ αυτό που είναι, έχω δει τη μουσική τους να γίνεται αναιμική, χωρίς ρίζες. Η δική μου μουσική ήταν ανέκαθεν μια μουσική ταυτότητας, μια αναζήτηση νοήματος στο σήμερα, στο αύριο».

O Μπρους Σπρίνγκστιν, στα 67 του χρόνια, ξέρει καλά ποιος είναι. Αλλά δεν κατέκτησε εύκολα την αυτογνωσία. Οχι χωρίς να συρθεί στο πάτωμα, χωρίς να αντιμετωπίσει τους δαίμονές του, χωρίς να πονέσει. Οποιος διαβάσει την αυτοβιογραφία του, «Born to run», που κυκλοφόρησε πρόσφατα, το καταλαβαίνει. Γιατί ο συγγραφέας της δεν κάνει καμιά προσπάθεια να κρύψει το παραμικρό. Δεν φοβάται να αποκαλύψει την πραγματική εικόνα του εαυτού του, μήπως και πληγώσει το... ίματζ του σταρ. Στις 528 σελίδες της, μας δίνει τα κομμάτια του παζλ της ζωής του – και των πρωταγωνιστών της. Ο ψυχικά ασθενής και αλκοολικός πατέρας του, η γιαγιά του την οποία λάτρευε, η τρυφερή μητέρα του, οι αδελφές του, οι φίλοι, τα μέλη της E Street Band, οι γυναίκες που ερωτεύτηκε, η σημερινή σύζυγός του Πάτι, στην οποία αφοσιώθηκε, τα παιδιά τους. Ολοι είναι εκεί.

Το «Born to run» είναι μια γοητευτική αφήγηση. Ενα από τα πιο συνταρακτικά κομμάτια της είναι η μάχη του Σπρίνγκστιν με την κατάθλιψη: «Η μελαγχολία δεν χυμάει ξαφνικά κατά πάνω σου. Ερχεται έρποντας.

Λίγο μετά τα εξηκοστά γενέθλιά μου, αν και έπαιρνα αντικαταθλιπτικά τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, γλίστρησα σε μια κατάθλιψη πρωτόγνωρη. Διήρκεσε ενάμιση χρόνο. Η Πάτι έβλεπε ένα τρένο χωρίς φρένα, γεμάτο νιτρογλυκερίνη να τρέχει στις γραμμές έτοιμο να εκτροχιαστεί. Μισούσα το πρώτο φως της ημέρας, γιατί σήμαινε πως ξημέρωνε. Κι έπρεπε να σηκωθώ, να δουλέψω,να φάω, να πιω...». Κι ένα από τα πιο τρυφερά, οι... πρώτες του φορές. Ιδού όσες μπορούν να χωρέσουν σ’ ένα δημοσίευμα.

Οι πρώτες φορές στη ζωή του...

• Η πρώτη απώλεια που τον συγκλόνισε. Ο θάνατος της γιαγιάς του, στην εφηβεία του. «Οταν γύρισα από το σχολείο και έμαθα πως είχε πεθάνει, τα πάντα κατέρρευσαν. Tα δάκρυα, η οδύνη δεν ήταν αρκετά. Ηθελα να πεθάνω κι εγώ. Ηθελα να πάω μαζί της. Δεν μπορούσα να φανταστώ τον κόσμο χωρίς εκείνη. Μου φαινόταν σαν μια μεγάλη μαύρη τρύπα, σαν Αρμαγεδδώνας. Τίποτα δεν είχε πια νόημα, η ζωή είχε στραγγίξει από μέσα μου. Το μόνο που με έσωσε ήταν η αγάπη μου για τη μικρή μου αδελφή και το καινούργιο μου ενδιαφέρον: η μουσική».

• Η πρώτη φορά που συνειδητοποίησε την ψυχική ασθένεια του πατέρα του. «Ο πατέρας μου ήταν βέβαιος ότι η μητέρα μου είχε παράνομο δεσμό. Μια μέρα τον βρήκα να κλαίει γοερά στην κουζίνα. Μου είπε πως χρειαζόταν κάποιον να μιλήσει. Δεν είχε κανέναν. Στα 45 του δεν είχε ούτε ένα φίλο. Ο μόνος άλλος άντρας που έμπαινε στο σπίτι ήμουν εγώ. Μου άνοιξε την καρδιά του. Αυτό από τη μία με σόκαρε, μου προκάλεσε αμηχανία, αλλά από την άλλη ήταν παράξενα υπέροχο. Ημουν δεκαέξι χρόνων. Εκείνο το βράδυ, η μητέρα μου κι εγώ για πρώτη φορά κουβεντιάσαμε για εκείνον και συμφωνήσαμε πως έπρεπε να αντιμετωπίσουμε το γεγονός ότι ήταν πραγματικά άρρωστος ψυχικά...».

• Η πρώτη του κιθάρα. «Ημουν δεκαπέντε χρόνων. Οι γονείς μου δεν είχαν χρήματα για να μου αγοράσουν κιθάρα. Οπότε μία ήταν η λύση: να βρω δουλειά. Ενα καλοκαιρινό απόγευμα, η μαμά με πήγε στο σπίτι της θείας Ντόρας. Κι έγινα “το παιδί για το γκαζόν”, για 50 σεντς την ώρα. Την επόμενη μέρα πήγα στο κέντρο της πόλης, σ’ ένα κατάστημα με μεταχειρισμένες κιθάρες. Είδα μια ακουστική που μου άρεσε πολύ. Τιμή; Δεκαοκτώ δολάρια. Τόσα χρήματα δεν είχα κρατήσει ποτέ στα χέρια μου! (...) Το μεροκάματο από το κούρεμα του γκαζόν δεν θα ήταν αρκετό. Ανέλαβα, λοιπόν, να βάψω το σπίτι μιας γειτόνισσας της θείας μου, της κυρίας Λαντ».

• Η πρώτη φορά που έπαιξε κιθάρα. «Από το κατάστημα, πήγα κατευθείαν στο σπίτι και κλειδαμπαρώθηκα στο δωμάτιό μου, λες και θα δοκίμαζα κάποιο ερωτικό αξεσουάρ – στην πραγματικότητα, ήταν! Δεν είχα ιδέα πώς να αρχίσω. Οι χορδές ήταν σκληρές, σαν τηλεφωνικά καλώδια. Τα μαλακά, ροζ δάχτυλά μου δεν ήταν προετοιμασμένα. Πέθαινα στον πόνο».

• Το πρώτο του ποτό. «Ημουν ήδη είκοσι δύο και ποτέ δεν είχα πιει αλκοόλ. Επαιζα σε μπαρ, περιτριγυρισμένος από μεθυσμένους και δεν το είχα καν δοκιμάσει. Η εμπειρία με τον πατέρα μου ήταν αρκετή, να με κρατάει μακριά του. Γινόταν τόσο τρομακτικός όταν έπινε. Εχανε τον εαυτό του. Η καλοσύνη και η ευγένειά του σβήνονταν από μια... πλημμύρα αυτολύπησης, θυμού και αγριότητας. Ποτέ δεν ξέραμε πώς θα τελείωνε αυτό... Αλλά εκείνη την εποχή θα κυκλοφορούσε το πρώτο μου άλμπουμ, είχα αγωνία».

• Η πρώτη φορά που άκουσε τραγούδι του στο ραδιόφωνο. «Ηταν χειμώνας του 1973. Στεκόμουν σε μια διάβαση πεζών, στο Κονέκτικατ. Ενα αυτοκίνητο σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι κι από το ανοιχτό παράθυρό του άκουσα το “Spirit in the Night”. Ποτέ δεν ξεχνάς την πρώτη φορά που ακούς τραγούδι σου στο ραδιόφωνο...».

• Η πρώτη φορά που αγάπησε στ’ αλήθεια. «Ο πατέρας μου εξέπεμπε το μήνυμα ότι μια γυναίκα και μια οικογένεια σε αποδυναμώνουν, σε κάνουν να αισθάνεσαι εκτεθειμένος και ευάλωτος. Η Πάτι το άλλαξε αυτό. Με την εξυπνάδα και την αγάπη που μου έδειξε, η οικογένειά μας έγινε για μένα όχι τρωτό σημείο αλλά σημάδι δύναμης. Μπορούσα πια να χαρώ τη ζωή μου...».

​​Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου «Born to run» (εκδ. Simon & Schuster) κυκλοφόρησε κι ένα cd: το «Chapter & Verse», με 18 τραγούδια του, εκ των οποίων τα 5 ακυκλοφόρητα μέχρι σήμερα (Feelgood Records).

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ