ΑΝΤΩΝΗΣ ΚΑΡΑΜΠΑΤΖΟΣ*

Διπολι(τι)κή διαταραχή

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Α​​σφαλώς κάθε άνθρωπος έχει δικαίωμα να αλλάζει γνώμη ή και ιδεολογία. Το ίδιο ισχύει κατ’ αρχήν και για τους πολιτικούς. Για να είναι όμως πειστική μια τέτοια μεταβολή, θα πρέπει να είναι απόρροια ενός σοβαρού και συνειδητού εσωτερικού αναστοχασμού: κάθε άνθρωπος σταθμίζει, μέσα στον χρόνο, τις εμπειρίες και τις παραστάσεις του και, ενδεχομένως, αναπροσαρμόζει τη στάση του απέναντι στα πράγματα.

Βεβαίως, στην πολιτική συχνά παρατηρούνται και αιφνίδιες μεταμορφώσεις· μπορεί να οφείλονται είτε σε μια πραγματική μεταβολή των αντιλήψεων είτε σε καθαρό καιροσκοπισμό για την κατάληψη ή τη διατήρηση της εξουσίας. Από τις απαρχές της κρίσης στη χώρα μας, σημαντικό τμήμα του πολιτικού κόσμου παρουσίασε τέτοιες μεταλλάξεις ή κυκλοθυμικά επεισόδια (βλ. λ.χ. την ιστορία με την Cosco ή το «σκίσιμο των μνημονίων» την άνοιξη του 2014). Αυτό όμως που συμβαίνει τα τελευταία δύο χρόνια μάλλον δεν έχει προηγούμενο. Ακόμη και μετά την ψήφιση του τρίτου πλέον μνημονίου, ορισμένοι υπουργοί και βουλευτές της συμπολίτευσης επιμένουν να φορούν το διπλό προσωπείο του Ιανού. Μέσω αυτού είτε εκφράζουν μια πραγματικά αφόρητη για τους ίδιους κατάσταση είτε συγκαλύπτουν έναν ακραίο πολιτικό καιροσκοπισμό, που ως μόνον σκοπό έχει την παραμονή στην εξουσία. Και τι δεν έχει ακουστεί: η χώρα ανέκτησε την εθνική της αξιοπρέπεια, αλλά βρίσκεται υπό κατοχή· δεν πιστεύουμε στην πολιτική που εφαρμόζουμε, αλλά είναι ιστορική αναγκαιότητα να μείνουμε στην εξουσία και να την εφαρμόσουμε· διαδηλώστε κατά των μνημονίων που εφαρμόζουμε· ως ακαδημαϊκοί λέμε πολλά πράγματα, τώρα όμως έχουμε άλλο ρόλο – πρόδηλη εδώ, σημειωτέον, η απαξία που εκφράζεται προς την ίδια την επιστήμη, τη στιγμή που χρέος ενός επιστήμονα είναι να υπηρετεί την αλήθεια και ιδίως να λαμβάνει υπόψη τις πρακτικές επιπτώσεις των θεωριών του (λ.χ. περί IOUs).

Θα μπορούσε κανείς να τα προσπεράσει όλα αυτά, έχοντας κατά νουν το νομικό γνωμικό ότι «η επιφύλαξη που διατυπώνει κανείς κατά τη διενέργεια μιας πράξης δεν λαμβάνεται υπόψη όταν έρχεται σε φανερή αντίθεση με την ίδια την πράξη». Που σημαίνει, εν προκειμένω, να μη δίνουμε σημασία στις –περί του αντιθέτου– δημόσιες διακηρύξεις, αλλά στην (όποια) εφαρμοζόμενη πολιτική.

Δεν είναι όμως έτσι. Η πολιτική πρακτική του εντελώς αντιφατικού και ψευδούς μηνύματος μπορεί να τραυματίσει σοβαρά την κοινωνία. Και αυτό, γιατί μπορεί να καταστήσει το ψεύδος και την αντίφαση μεταξύ λόγων και πράξεων ευρέως αποδεκτές μεθόδους για την επίτευξη οποιουδήποτε σκοπού, είτε στις συναλλακτικές είτε στις διαπροσωπικές σχέσεις. Και όταν οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και ο λόγος του άλλου δεν έχει αντίκρισμα, τότε ανοίγει ο δρόμος για την κοινωνικο-οικονομική αποσάθρωση.

Ο Καντ έχει εξηγήσει εναργώς τις συνέπειες που μπορεί να έχει η γενίκευση της πρακτικής της ψευδούς υπόσχεσης: τότε, λέει, «ο καθένας θα δίνει μια ψευδή υπόσχεση, όταν το κίνητρό του είναι να διευκολύνει τους υποκειμενικούς του σκοπούς», με αποτέλεσμα, εν τέλει, όλοι να δίνουν ψευδείς υποσχέσεις και κανείς να μην πιστεύει «ότι του δόθηκε κάποια υπόσχεση». Με την ψευδή υπόσχεση, όμως, παραβιάζεται συγχρόνως και η εξίσου θεμελιώδης καντιανή προσταγή, που επιτάσσει να μη χρησιμοποιούμε ποτέ τον άλλον ως μέσο: όταν δίνουμε μία υπόσχεση που γνωρίζουμε εκ των προτέρων ότι δεν θα τηρήσουμε, κατ’ ουσίαν μετατρέπουμε την ελεύθερη βούληση του αποδέκτη της υπόσχεσής μας σε απλό μέσο – για την επίτευξη των σκοπών μας.

Είναι ανάγκη πλέον η αλήθεια, η ευθυγράμμιση λόγων και πράξεων να πρυτανεύσουν στον δημόσιο βίο. Η επιτυχία του προγράμματος διάσωσης της χώρας συνδέεται άρρηκτα με την υπέρβαση της ιδιότυπης διπολι (τι)κής διαταραχής, που έχει προσβάλει μεγάλο τμήμα του πολιτικού κόσμου. Κάποιοι συμπολιτευόμενοι μπορεί ίσως να εκλαμβάνουν την πολιτική αυτογνωσία ως «μισγάγκεια απερινόητη» και να αντλούν ικανοποίηση από μια συνεχή περιδίνηση στον κόσμο του αβέβαιου. Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτών όμως επιζητεί σαφείς τοποθετήσεις στα προβλήματα της χώρας, και όχι την εξωτερίκευση εσωτερικών υπαρξιακών αγωνιών, γνήσιων ή –συνηθέστερα– ψευδεπίγραφων.

*Ο κ. Αντώνης Καραμπατζός είναι αναπληρωτής καθηγητής στη Νομική Σχολή Αθηνών.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ