Πάσχος Μανδραβέλης ΠΑΣΧΟΣ ΜΑΝΔΡΑΒΕΛΗΣ

Σβήνοντας την ιστορία

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​Η αλήθεια είναι πως η κ. Ευτυχία Αχτσιόγλου δεν έχει πει τίποτε περισσότερο από τις ανοησίες που εκστόμιζαν προεκλογικώς όλα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, του πρωθυπουργού συμπεριλαμβανομένου. Για παράδειγμα, σε ομιλία της, στην Καστοριά, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 2015, η νέα υπουργός Εργασίας υποσχέθηκε: «Η κατάργηση του μνημονίου και των εφαρμοστικών τους νόμων θα είναι η πρώτη πράξη της αριστερής κυβέρνησης. Η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, η αναστολή της πληρωμής του και η πληρωμή με ρήτρα ανάπτυξης... Η στήριξη χαμηλοσυνταξιούχων, η επαναφορά της 13ης σύνταξης... κατάργηση του ειδικού φόρου στο πετρέλαιο θέρμανσης... Καταργούμε τον φόρο-λαιμητόμο, τον ΕΝΦΙΑ, δεν μπορεί να διορθωθεί, δεν μπορεί να βελτιωθεί, μόνο να καταργηθεί... Ψηφίζουμε αφορολόγητο όριο για όλους τα 12.000 ευρώ... Απαγορεύουμε τις εξαγορές “κόκκινων” δανείων από διεθνή funds που κερδοσκοπούν στις πλάτες των Ελλήνων πολιτών και της ελληνικής οικονομίας. Οι Ελληνες και οι Ελληνίδες θα κοιμούνται χωρίς άγχος στα σπίτια τους· αναστέλλουμε τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας... Το σύνθημα “κανένα σπίτι στα χέρια τραπεζίτη” από τη Δευτέρα (26.1.2015) θα γίνει πραγματική πολιτική... 751 ευρώ κατώτατος μισθός για όλους...» κ.λπ.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό από τον ξύλινο λόγο της και την έλλειψη φρεσκάδας ή πρωτοτυπίας τής τότε 29χρονης υποψήφιας είναι το γεγονός ότι μόλις υπουργοποιήθηκε επιχειρεί να σβήσει τα ίχνη της προηγούμενης πολιτικής της δράσης, κατεβάζοντας τον διαδικτυακό της τόπο και τον λογαριασμό της στο Twitter. Οπως ακριβώς έκανε και η νέα υπουργός Πολιτισμού κ. Λυδία Κονιόρδου κάνοντας «ιδιωτικό» ένα βίντεο, στο οποίο απεικονίζεται να χαϊδεύει στον αέρα το κεφάλι ενός άνδρα, για να διώξει από τον αυχένα την... κακή ενέργεια, μια μέθοδος η οποία στη γλώσσα του νεοβουντού ονομάζεται Pranic Healing.

Τίποτα κρυφό

Το πρόβλημά τους, βεβαίως, είναι ότι στο Διαδίκτυο τίποτε δεν μπορεί να μείνει κρυφό. Οι διαγραμμένες σελίδες της κ. Αχτσιόγλου έχουν αποθηκευτεί στο web archive, έναν δικτυακό τόπο που έχει αποθηκεύσει 273 δισεκατομμύρια σελίδες με την ιστορία του Internet και το βίντεο της κ. Κονιόρδου, αναπαράγεται συνεχώς από τρίτους χρήστες και δεν μπορεί να μείνει κρυφό. Το ερώτημα όμως που τέθηκε δεν είναι αν οι συγκεκριμένοι πολιτικοί (και χρήστες του Διαδικτύου) έχουν το δικαίωμα να ξεχάσουν, αλλά κατά πόσο οι υπόλοιποι έχουν την υποχρέωση να μην θυμούνται. Αν δηλαδή οι πολίτες υποχρεούνται από κάποιον άγραφο (προς το παρόν) κανόνα να μην ανατρέχουν και να μη δημοσιοποιούν την παρελθούσα διαδικτυακή ιστορία κάποιων ανθρώπων.

Το παραπάνω ερώτημα είναι άτσαλη μετεγγραφή μιας μεγάλης συζήτησης που γίνεται στο εξωτερικό σχετικά με το «δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη». Η συζήτηση φούντωσε μετά από μια απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο, όταν «αποφάσισε ότι η προστασία της προσωπικότητας προηγείται της ελευθερίας της πληροφορίας. Η υπόθεση παραπέμφθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο από την ισπανική Δικαιοσύνη, στην οποία είχε προσφύγει ο Μάριο Κοστέχα. Ο Κοστέχα διαπίστωσε ότι, γράφοντας το όνομά του στη μηχανή αναζήτησης της Google, στα αποτελέσματα εμφανιζόταν καταχώριση σε εφημερίδα του 1998 σχετική με ακίνητό του, που επρόκειτο να εκπλειστηριαστεί λόγω χρεών προς ασφαλιστικά ταμεία. Τα bots της Google, που σαρώνουν διαρκώς το Ιντερνετ για νέες πληροφορίες, είχαν εντοπίσει την καταχώριση όταν ψηφιοποιήθηκε το αρχείο της εφημερίδας και εμφανιζόταν στα αποτελέσματα της μηχανής αναζήτησης. Ο Κοστέχα ζήτησε από την Google να απομακρύνει τον σύνδεσμο, υποστηρίζοντας πως το χρέος έχει προ πολλού πληρωθεί και ότι η ανάρτηση τον δυσφημίζει» («Καθημερινή», 14.5.2014) Τότε πολλοί ειδικοί στα ψηφιακά δικαιώματα ήταν προφητικοί: «Προειδοποίησαν ότι η απόφαση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε λογοκρισία στο Διαδίκτυο. Επίδοξοι πολιτικοί, παραδείγματος χάρη, μπορεί να ζητούν την απομάκρυνση πληροφοριών που οι ίδιοι δεν θεωρούν κολακευτικές αλλά οι οποίες θα βοηθούσαν τους ψηφοφόρους να σχηματίσουν πληρέστερη εικόνα για το ποιόν τους. “Η πρακτική εφαρμογή φαίνεται ασαφής και μπορεί να προξενήσει μεγάλη σύγχυση", δήλωσε ο αναλυτής Γκρεγκ Στέρλιγκ. “Αυτό ανοίγει την πόρτα σε όσους είναι δυσαρεστημένοι με τα αποτελέσματα της αναζήτησης να απομακρύνουν ή να αλλάζουν τις πληροφορίες που τους αφορούν”».

Οργουελική δυστοπία

Βεβαίως, οι δύο νέες υπουργοί δεν έφτασαν τόσο μακριά, να ζητήσουν δηλαδή νομικώς τη διαγραφή της ψηφιακής τους ιστορίας. Αλλά δεν θα αργήσει ο καιρός που θα το δούμε κι αυτό, ίσως από κάποιους άλλους πολιτικούς της Ευρώπης. Στη Γηραιά Ηπειρο –όπου γεννήθηκαν δύο ολοκληρωτισμοί– κυριαρχεί μια μεταμοντέρνα στρέβλωση των δικαιωμάτων. Η ποινικοποίηση του λόγου (έστω του απεχθούς ρατσιστικού ή ομοφοβικού) θεωρείται κάτι πολύ φυσιολογικό και... δημοκρατικό. Το «δικαίωμα στη λήθη» πιθανότατα έπεται και μάλιστα με επιχειρήματα δανεισμένα από τη φανταστική λογοτεχνία του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Για να καταλήξουμε, τελικώς, στη δυστοπία του Τζορτζ Οργουελ, με την ιστορία να γράφεται και να σβήνει αναλόγως της πολιτικής συγκυρίας.

Να σημειώσουμε ότι η απόφαση του δικαστηρίου, όπως και σχετική οδηγία της Ευρωπαϊκής Ενωσης, ξεχωρίζει την ενημέρωση από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η Google προφανώς έχασε τη δίκη διότι ισχυρίστηκε ότι έκανε καθαρή επεξεργασία δεδομένων, μέσω υπολογιστών και χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση. «Η ισπανική αρχή προστασίας προσωπικών δεδομένων απέρριψε την προσφυγή κατά του ειδησεογραφικού ιστότοπου, γιατί οι πάροχοι ειδήσεων εξαιρούνται ρητά από το δικαίωμα στη λήθη», είχε πει ο Βίκτορ Μάγερ-Σένμπεργκερ, καθηγητής Διακυβέρνησης και Ρύθμισης του Διαδικτύου στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης («Καθημερινή», 14.6.2014). Αλλά η τάση λογοκρισίας, αυτή τη φορά διά της επιδιωκόμενης «λήθης», είναι εμφανής στην Ευρώπη. Τελευταίο κρούσμα ήταν η απόφαση του Ιταλικού Ανωτάτου Δικαστηρίου που μετέφρασε το «δικαίωμα στη λήθη» ως υποχρέωση των άρθρων που αναρτώνται στο Διαδίκτυο να έχουν ημερομηνία λήξης «όπως ακριβώς το γάλα, το γιαούρτι ή το παγωτό».

Σύμφωνα με τον Guardian (20.9.2016) το μικρό ειδησεογραφικό site «Primadanoi» υποχρεώθηκε να κατεβάσει άρθρο του 2006, που αφορούσε την ποινική δίωξη ιδιοκτήτη εστιατορίου. Παρά το γεγονός ότι η είδηση ήταν αληθής ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου προσέφυγε στην Δικαιοσύνη ζητώντας να σβηστεί το άρθρο ισχυριζόμενος «ότι κάνει κακό στη καλή του φήμη, παραβιάζει τα προσωπικά του δεδομένα και το “δικαίωμά του στη λήθη”». Τελικώς το Ανώτατο δικαστήριο της Ιταλίας επικύρωσε την πρωτόδικη καταδίκη του δικτυακού τόπου, επιβάλλοντας μάλιστα πρόστιμο 5.000 ευρώ. Συνεπώς, γράφει ο Guardian «το “δικαίωμα στη λήθη” τουλάχιστον στην Ιταλία έχει νέο νόημα: το δικαίωμα να σβήνεις το δημοσιογραφικό προϊόν που δεν σε βολεύει από τα αρχεία τρίτων μετά από δύο χρόνια... Τώρα περιμένουμε να δούμε αν η ημερομηνία λήξης για τα άρθρα θα εφαρμοστεί και αλλού...».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ