ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Γκέρχαρντ Βέγκνερ: Οι επιχειρηματίες και όχι οι πολιτικοί θα δώσουν λύση

ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΙΑ ΠΕΛΩΝΗ

Γκέρχαρντ Βέγκνερ: Η Ελλάδα έχει στη διάθεσή της όλες τις προϋποθέσεις για μια ευημερούσα οικονομία.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η κρίση δεν είναι παρά μια υπενθύμιση ότι η Ευρώπη πρέπει να οικοδομηθεί από κάτω προς τα πάνω και όχι αντιστρόφως. Κάτι παρόμοιο θα αποφαινόταν για την Ευρωζώνη και την ΕΚΤ ο Βίλχελμ Ρέπκε, από τους βασικούς συντελεστές του γερμανικού μεταπολεμικού οικονομικού «θαύματος». Οσο για την Ελλάδα, όπως το θέτει μιλώντας στην «Κ» ο διευθυντής του Ιδρύματος Βίλχελμ Ρέπκε, Γκέρχαρντ Βέγκνερ, «θα πίστευε ότι ο επιχειρηματίας στην Κρήτη και όχι ο υπουργός στην Αθήνα θα κάνει τη διαφορά».

Ο Ρέπκε είναι μια συναρπαστική φιγούρα στην ιστορία της οικονομικής σκέψης. «Ο συνδυασμός κοινωνικής ηθικής και φιλελευθερισμού στη σκέψη του τον καθιστά ακόμα πιο επίκαιρο σήμερα», λέει στην «Κ» ο καθηγητής Οικονομικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Ερφουρτ κ. Βέγκνερ. Κι αυτό διότι «ο Ρέπκε ήταν πεπεισμένος ότι μια φιλελεύθερη οικονομία της αγοράς πρέπει να βασίζεται στις αξίες της αμοιβαίας εμπιστοσύνης, της αλληλεγγύης, της γενναιοδωρίας και στις παραδοσιακές αξίες (για εκείνον, στις χριστιανικές αξίες) που κρατούν τον εγωισμό μακριά. Ταυτόχρονα, δεν είχε εμπιστοσύνη σε οποιαδήποτε προσπάθεια σχεδιασμού της κοινωνίας από πάνω. Ούτε ο οικονομικός ορθολογισμός έπρεπε να υπερισχύει της ηθικής, ούτε η οικονομικά απληροφόρητη ηθική να κυριαρχεί στον δημόσιο διάλογο.

Οι καθαροί οικονομολόγοι έχουν την τάση προς το πρώτο, οι ηθικιστές έχουν την τάση προς το δεύτερο. Ο συνδυασμός του Ρέπκε μιας κοινωνικής φιλοσοφίας βασισμένης στις αξίες και τον προσανατολισμό στην ελεύθερη αγορά είναι μοναδικός στην ιστορία της σκέψης και σίγουρα επίκαιρος γι’ αυτόν τον αιώνα που θα δει καπιταλιστικές μεταμορφώσεις σε πολλές κοινωνίες», σημειώνει ο κ. Βέγκνερ, ο οποίος βρίσκεται στην Αθήνα για να δώσει διάλεξη για τον Ρέπκε στο διήμερο που οργανώνει το Ιδρυμα Κόνραντ Αντενάουερ.

Πώς θα εκτιμούσε, άραγε, ο Ρέπκε τις πιθανότητες της Ελλάδας να ξεπεράσει την κρίση; «Η Ελλάδα έχει στη διάθεσή της όλες τις προϋποθέσεις για μια ευημερούσα οικονομία. Σχέσεις που βασίζονται στην οικογένεια, στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, στη φιλοξενία, στη χριστιανική πίστη και στους χριστιανικούς κανόνες, απουσία απάνθρωπων συσσωρεύσεων στις μεγάλες πόλεις, κοσμοπολίτικη άποψη των πολιτών της, όλ’ αυτά δίνουν τις προϋποθέσεις στην Ελλάδα για μια ευημερούσα κοινωνία με οικονομικούς όρους», απαντά ο Γερμανός καθηγητής. Και προσθέτει: «Μια οικονομία της αγοράς θα μπορούσε να κάνει χρήση όλων αυτών των δυνατοτήτων και να βγάλει μπροστά τη δημιουργικότητα της ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, αν υποθέσουμε ότι οι πολιτικοί έχουν αντιληφθεί τις  δυνατότητές της για την κοινωνία. Ο Ρέπκε θα σύστηνε να χτιστεί η κοινωνία από κάτω προς τα πάνω, γιατί αυτό ενισχύει την αυτονομία και την ευθύνη των τοπικών κοινωνιών με στόχο να έλθουν το κέντρο και οι τοπικές μονάδες σε ισορροπία. Οι επιχειρηματίες στην Κρήτη ή κάπου αλλού και όχι οι υπουργοί στην Αθήνα θα ξεπεράσουν την κρίση».

«Ο Ρέπκε ήταν πολύ επικριτικός έναντι των διεθνών οργανισμών επειδή πολιτικοποιούν τις διεθνείς σχέσεις ανάμεσα στα έθνη. Απότοκο της πολιτικοποίησης είναι το γεγονός ότι οι σχέσεις αρχίζουν να επιδεινώνονται. Σαφώς προέβλεψε τις συνέπειες μιας προσέγγισης οικονομικής ολοκλήρωσης από πάνω προς τα κάτω. Επιπλέον, οργανισμοί όπως η Ε.Ε. και η ΕΚΤ δεν έχουν τη δημοκρατική νομιμοποίηση στις κοινωνίες των οποίων τις οικονομίες αποπειρώνται να βελτιώσουν», σημειώνει ο κ. Βέγκνερ. Οσο για την Ευρωζώνη, «θα ήταν ικανοποιημένος που η κοινωνική οικονομία της αγοράς έχει γίνει η επίσημη ευρωπαϊκή οικονομική τάξη. Δεν νομίζω ότι ο Ρέπκε θα έκρινε ότι το ευρώ είναι τόσο κακό. Η βασική ιδέα της Συνθήκης του Μάαστριχτ ήταν: Αφήστε κάθε κράτος-μέλος να διαμορφώσει το εύρος του κράτους πρόνοιας όπως νομίζει, δεδομένου ότι το χρηματοδοτεί με δικούς του πόρους και το συνδέει με τις δυνατότητες της οικονομίας του. Η ιδανική εκδοχή της οικονομικής ολοκλήρωσης της Ευρώπης με το πνεύμα του Ρέπκε θα ήταν μια “μαθησιακή κοινότητα” όπου οι χώρες μαθαίνουν η μία από την άλλη. Η κρίση υπενθυμίζει ότι η Ευρώπη πρέπει να οικοδομηθεί από κάτω προς τα πάνω και όχι από πάνω προς τα κάτω». Και ο περίφημος «Τρίτος Δρόμος»; «Με αυτό εννοούσε ένα κράτος που λειτουργεί ως αμερόληπτος “διαιτητής” και δεν εμπλέκεται με την οικονομία ως οικονομικός φορέας, αλλά ρυθμίζει τις οικονομικές δραστηριότητες σύμφωνα με κοινωνικούς και ηθικούς κανόνες που πρέπει να ισορροπήσει με κανόνες οικονομικής αποτελεσματικότητας. Οσο το κράτος το ίδιο είναι οικονομικός παίκτης, θα επιδιώξει το δικό του οικονομικό συμφέρον και δεν μπορεί να επιβάλει ηθικούς κανόνες για την κοινωνία, ούτε ανταγωνισμό στην αγορά. Ο “Τρίτος Δρόμος” σημαίνει αποπολιτικοποίηση της οικονομίας και διαμόρφωση ενός θεσμικού πλαισίου για μια ανθρώπινη οικονομία. Το ενδιαφέρον είναι ότι οι χώρες που στο εσωτερικό τους έχουν ανταγωνιστική οικονομία, είναι αυτές που έχουν ανεπτυγμένο κράτος πρόνοιας», απαντά.

Κακή διακυβέρνηση και αγορές

«Οι άνθρωποι αισθάνονται πιεσμένοι και υπερφορολογημένοι από την παρούσα κρίση και επιθυμούν ένα χάπι εντ. Δεν μπορούν να ταυτιστούν και να διαχωρίσουν τις πραγματικές αιτίες της κρίσης στη χώρα τους – δηλαδή, τη συνδρομή της κακής διακυβέρνησης, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, και των ανεύθυνων πολιτικών. Είναι ο συνδυασμός της κακής διακυβέρνησης και των αγορών που προκάλεσε την κρίση. Λανθασμένα, όμως, αποδίδεται μόνο στις αγορές. Είναι η εποχή των πολιτικών τσαρλατάνων και στις δύο πλευρές του πολιτικού φάσματος», υπογραμμίζει ο κ. Βέγκνερ για την άνοδο των λαϊκιστών. Ισως, όμως, να ζούμε απλώς μια στιγμή όπου η κοινωνική ισορροπία έχει διαταραχθεί: «Το Brexit, η νίκη του Τραμπ και η επιστροφή στον προστατευτισμό, που ευνοούνται από τέτοια κινήματα, είναι ενδείξεις κοινωνικής ανισορροπίας. Ο Ρέπκε έγραψε ότι η παρακμή της φιλελεύθερης κοινωνίας επαληθεύεται στην πρώιμη και πιο τραχιά μορφή της στις διεθνείς της σχέσεις. Προφανώς αυτό συμβαίνει σήμερα, κυρίως σε κοινωνίες που παραδοσιακά ισχυρίζονται ότι είναι σύγχρονες και εξωστρεφείς, όπως η Αγγλία, οι ΗΠΑ και η Γερμανία. Το να καθιστάς το εξωτερικό εμπόριο ή τις ξένες κοινωνίες υπεύθυνες για τα δικά σου προβλήματα υποδεικνύει την αποτυχία των κοινωνιών να αποδεχθούν τις αναγκαιότητες της δομικής αλλαγής και τη διαχείρισή της με έναν κοινωνικά αποδεκτό τρόπο».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ