ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Κυπριακό, ο κρίσιμος δεύτερος γύρος

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ο Κύπριος πρόεδρος Νίκος Αναστασιάδης και ο Τουρκοκύπριος ηγέτης Μουσταφά Ακιντζί συναντήθηκαν στην Κυριακή στην Ελβετία με στόχο να καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα αποτυπώνει σε χάρτη τις εδαφικές αναπροσαρμογές και θα ανοίγει τον δρόμο για το επόμενο στάδιο που αφορά τις εγγυήσεις και το δικαίωμα επέμβασης στο νησί, όπου εξ αντικειμένου εμπλέκονται πλέον άμεσα η Τουρκία και η Ελλάδα.

Οι εναπομείνασες διαφορές στο εδαφικό είναι ελάχιστες, με την τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία να διατηρεί μεταξύ 28% και 29% του εδάφους. Χθες συζητήθηκαν σε βάθος τα τρία βασικά κριτήρια που θέτει η ελληνοκυπριακή πλευρά, τα οποία, πέρα από τον λεπτομερή καθορισμό του ποσοστού εδάφους, αφορούν επίσης τον αριθμό των προσφύγων που θα επιστρέψουν και την ακτογραμμή, ενώ το κύριο «αγκάθι» παραμένει η επιστροφή της Μόρφου.

Εξακολουθούν, πάντως, να υπάρχουν αποκλίσεις και σε άλλα ζητήματα, κάποια εξ αυτών με αυξημένο συμβολισμό, όπως είναι η επιμονή της τουρκοκυπριακής πλευράς σε εκ περιτροπής προεδρία, κάτι που πολύ δύσκολα θα γίνει αποδεκτό από την ελληνοκυπριακή κοινότητα σε ενδεχόμενο δημοψήφισμα.

Ο ρόλος του ΟΗΕ

Τα Ηνωμένα Εθνη θα επιχειρήσουν να οικοδομήσουν στη σημαντική πρόοδο που και οι δύο πλευρές αναγνωρίζουν ότι έχει επιτευχθεί έως τώρα, και εφόσον υπάρξει σύγκλιση και στο θέμα της ασφάλειας, θα ακολουθήσει η σύγκληση πολυμερούς διεθνούς διάσκεψης. Ως απόρροια των εντατικών συνομιλιών των προηγούμενων μηνών στην Κύπρο και των πρόσφατων διαπραγματεύσεων στο Μον Πελερέν, επικρατεί η αίσθηση πως βρισκόμαστε κοντά σε μια κατ’ αρχήν συμφωνία, υπό την πίεση και της επικείμενης ολοκλήρωσης της θητείας του γενικού γραμματέα του ΟΗΕ, Μπαν Κι Μουν, αλλά και τη λήξη της προεδρίας Ομπάμα στις ΗΠΑ.

Μετά τη νέα συνάντηση στην Ελβετία, οι διαπραγματεύσεις θα συνεχιστούν στην Κύπρο για να κλείσουν οι τελευταίες εκκρεμότητες. Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», σε περίπτωση που όλα προχωρήσουν «ομαλά», μπορεί να υπάρξει συνολική συμφωνία στις αρχές του επόμενου έτους και αυτή να τεθεί σε δημοψήφισμα μέχρι τον Ιούνιο του ’17.

Οι εγγυήσεις

H ελληνική και η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορούν να συμμετάσχουν σε μια πολυμερή διάσκεψη όπου η τουρκική πλευρά θα διεκδικήσει μαξιμαλιστικές ρυθμίσεις σε όλα τα ζητήματα. Για να έχει το εγχείρημα ελπίδες επιτυχίας, θα πρέπει προηγουμένως η Αθήνα και η Αγκυρα να έχουν καταλήξει σε ένα πλαίσιο θέσεων στο θέμα της ασφάλειας. Αυτό μπορεί να συμβεί μέσα από στοχευμένες διαβουλεύσεις και, τελικά, μια συνάντηση των κ. Τσίπρα και Ερντογάν, που σε κάθε περίπτωση φαντάζει ετεροβαρής, για πολλούς λόγους σε αυτή τη φάση, ένας από τους οποίους έχει να κάνει και με τον συσχετισμό δυνάμεων στη συγκεκριμένη συγκυρία.

Σε ό,τι αφορά το εσωτερικό της Τουρκίας, οι πάντες γνωρίζουν ότι στην Αγκυρα ο Τούρκος πρόεδρος είναι αυτός που κινεί τα νήματα. Ο πρωθυπουργός Γιλντιρίμ και ο υπουργός Εξωτερικών Τσαβούσογλου δεν είναι σε θέση να λάβουν τις καθοριστικές αποφάσεις.

Από την πλευρά της η Αθήνα κινείται στη βάση του σχετικού εγγράφου που έχει συντάξει ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Κοτζιάς και διαμηνύει ότι είναι έτοιμη να συζητήσει μόνο την κατάργηση του αναχρονιστικού συστήματος των εγγυήσεων και την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων. Δεν θεωρεί ότι σε μια πολυμερή διάσκεψη μπορεί να εξετασθεί απλά μια «τροποποίηση» της συνθήκης εγγυήσεων.

Ο ρόλος Τσίπρα

Επίσης, ακόμη και αν ο Αλέξης Τσίπρας έχει προσωπικά τη βούληση να προχωρήσει, δεν είναι βέβαιο ότι θα το πράξει με δεδομένη τη σκληρή γραμμή του κ. Κοτζιά. Αλλωστε, είναι γνωστό ότι διαχρονικά στο Κυπριακό, μετά κάθε τολμηρή κίνηση που δεν απέφερε αποτελέσματα –και υπήρξαν πολλές–, εξελίσσεται στη συνέχεια ένα ιδιότυπο παιχνίδι επίρριψης ευθυνών, ένα προσωπικά προσβλητικό και εθνικά επιζήμιο blame game.

Αν δημιουργηθεί προοπτική συμφωνίας στο θέμα των εγγυήσεων, τότε μπορεί να συγκληθεί, εντός του Δεκεμβρίου, μια πολυμερής διάσκεψη. Θα θυμίζει την αντίστοιχη του 2004, στο Μπούργκενστοκ, με μια, όμως, σημαντική διαφορά, καθώς, σε αντίθεση με τότε, αυτή τη φορά στο τέλος της διαδικασίας δεν θα υπάρξει επιδιαιτησία. Η όποια συμφωνία θα πρέπει να είναι «κυπριακής ιδιοκτησίας» ώστε οι κ. Αναστασιάδης και Ακιντζί να είναι σε θέση να την υποστηρίξουν ένθερμα ενώπιον των κοινοτήτων τους. Αποτελεί κοινή διαπίστωση ότι στην πιεστική επιδιαιτησία του Κόφι Ανάν υπήρχε το σπέρμα της αποτυχίας τού τότε εγχειρήματος. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης εμφανίζεται πιο προωθημένος και τολμηρός. Εκτός της μακράς εμπειρίας του στο θέμα, διαθέτει και την έξωθεν καλή μαρτυρία λόγω της επιλογής του να αποδεχθεί το σχέδιο Ανάν. Η δύσκολη μοναχική πορεία που ακολούθησε το 2004 τον θωρακίζει έναντι των επικριτών του από τη διεθνή κοινότητα, αλλά και αυτών εντός της Κύπρου, καθώς δύσκολα μπορεί να τον κατηγορήσει κανείς ότι δεν επιθυμεί ειλικρινά να βρεθεί λύση.

Οι σκέψεις Αναστασιάδη

Ταυτόχρονα, ο κ. Αναστασιάδης –ο οποίος το προηγούμενο διήμερο ενημέρωσε τα κυπριακά κόμματα, ενώ την Παρασκευή διεξήχθη ολοήμερη συζήτηση στην Ολομέλεια της κυπριακής Βουλής– κάνει αναπόφευκτα τους δικούς του πολιτικούς υπολογισμούς, καθώς θα πρέπει να διασφαλίσει ότι θα είναι σε θέση να «περάσει» σε δημοψήφισμα την όποια συμφωνία. Παρά τις παροτρύνσεις του διεθνούς παράγοντα, αλλά και τμήματος της εσωτερικής πολιτικής σκηνής που επιθυμεί λύση, «ζυγίζει» και τις αντιδράσεις του άλλου μέρους της κοινωνίας και των πολιτικών αντιπάλων του που προσδοκούν κομματικά οφέλη από ενδεχόμενη αποτυχία του. Αλλωστε, εάν δεν υπάρξει λύση τους επόμενους μήνες, εισερχόμαστε στην προεκλογική εκστρατεία για τις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου του 2018, όπου κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπος με ένα συμπαγές «πατριωτικό» μέτωπο.

Την περασμένη Τετάρτη και Πέμπτη ο κ. Αναστασιάδης ενημέρωσε στην Αθήνα τα ελληνικά κόμματα τα οποία εξέφρασαν τη στήριξή τους στους χειρισμούς του. Η Νέα Δημοκρατία εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξη και είναι διατεθειμένη να υποβοηθήσει μια προσπάθεια ώστε να μη χαθεί η ευκαιρία που παρουσιάζεται για την επίτευξη λύσης.

Σε αυτό το πνεύμα κινήθηκε η μακρά συνάντηση που είχαν στην Αθήνα ο πρόεδρος Αναστασιάδης με τον Κυριάκο Μητσοτάκη, την Ντόρα Μπακογιάννη και τον Γιώργο Κουμουτσάκο, οι οποίοι εξέπεμψαν διάθεση ρεαλισμού, αν και δεν κρύβουν τις αμφιβολίες τους για τη βούληση και τις δυνατότητες της ελληνικής κυβέρνησης να παράσχει στη Λευκωσία την ενεργό στήριξη που απαιτείται σε μια τέτοια φάση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ