ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ

Μπέτυ Λιβανού, η τελευταία ανακάλυψη του Φίνου

ΤΑΣΟΥΛΑ ΕΠΤΑΚΟΙΛΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Εγινε ηθοποιός «λόγω της εμμονής των άλλων». Διαφορετικά, θα ήθελε να είναι γεωπόνος·  η επαφή με τη γη είναι το καλύτερο ηρεμιστικό για εκείνη. Εχτισε την καριέρα της πάνω στα «όχι» και αισθάνεται περισσότερο ερασιτέχνης. Η Μπέτυ Λιβανού επιστρέφει αυτόν τον χειμώνα στο θέατρο και μιλάει στο «Κ» για όλα.

- Θα θέλατε να παίξετε στην επόμενη ταινία μας;

- Ευχαριστώ πολύ για την πρόταση.

-Ποια θα είναι η αμοιβή μου;

- Δεν θα πληρωθείτε, μια και θα είναι η πρώτη σας ταινία. Αλλά θα είστε πρωταγωνίστρια.

- Ευχαριστώ πολύ, δεν ενδιαφέρομαι. Από τη δουλειά που κάνω κερδίζω αρκετά χρήματα και δεν σκοπεύω να εργαστώ αμισθί. Αλλωστε, δεν έχω κανένα ψώνιο να γίνω ηθοποιός. Λοιπόν, ποια θα είναι η αμοιβή μου;

- Είκοσι χιλιάδες δραχμές.

- Ωραία. Δέχομαι!

Αυτή τη στιχομυθία με τον Φιλοποίμενα Φίνο και τον Γιάννη Δαλιανίδη μού μεταφέρει η Μπέτυ Λιβανού καθώς πίνουμε το απογευματινό τσάι μας σε καφέ των βορείων προαστίων. «Ηταν 1971 και η Φίνος Φιλμ είχε προγραμματίσει την κυκλοφορία της ταινίας “Οι αμαρτωλοί” με τον Νίκο Κούρκουλο και τη Ζωή Λάσκαρη. Κάτι συνέβη και την τελευταία στιγμή η συνεργασία τους ναυάγησε. Ο Δαλιανίδης, που θα τη σκηνοθετούσε, πρότεινε στον Φίνο, για να μην πάει χαμένο το σενάριο, να γυριστεί το φιλμ ασπρόμαυρο, με χαμηλό μπάτζετ και νέους ηθοποιούς. Εκείνη την εποχή παίζονταν στην τηλεόραση οι διαφημίσεις που είχα κάνει για τα Καρέλια. Εκεί με είδαν και με αναζήτησαν».

Τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Σαράντα πέντε χρόνια –και πολλές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και παραστάσεις– μετά, η Μπέτυ Λιβανού είναι ακόμη παρούσα στον χώρο όπου βρέθηκε «εξαιτίας της εμμονής των άλλων». Αλλά με τους δικούς της όρους. Εχοντας στηρίξει μια καριέρα περισσότερο στα «όχι» παρά στα «ναι».
Μιλήσαμε για όλα. Για τα παιδικά χρόνια στην Ακαδημία Πλάτωνος και τους γονείς της, για την οικογένεια που απέκτησε με τον σκηνοθέτη Γιώργο Πανουσόπουλο, για όσα την ευχαριστούν κι εκείνα που αποφεύγει για να μην τη «δηλητηριάζουν». Για τον μικρόκοσμό της, που με νύχια και με δόντια περιφρουρεί. «Με όσα συμβαίνουν στις μέρες μας, αν καθένας δεν φτιάξει τον μικρόκοσμό του όσο το δυνατόν πιο όμορφο και ασφαλή, δεν θα τη βγάλουμε καθαρή...»

Πολύ εντυπωσιακό το ξεκίνημά σας τότε. Αμέσως πρωταγωνίστρια!

Και δεν ήταν μόνο αυτό. Είχε γεμίσει εκείνο τον χειμώνα η Αθήνα με γιγαντοαφίσες με μια μάλλον αποκαλυπτική φωτογραφία μου. Ποτέ δεν ήμουν σεμνότυφη, αλλά αισθανόμουν κάπως περίεργα...

Τι άνθρωπος ήταν ο Φίνος;

Ηρεμος. Σου ενέπνεε μεγάλη εμπιστοσύνη. Δεν μιλούσε πολύ. Τα λόγια του ήταν μετρημένα αλλά ήταν συμβόλαιο. Τον σεβόμουν. Δυστυχώς δεν τον έζησα όσο η Αλίκη ή η Ζωή. Ημουν η τελευταία ανακάλυψή του. Τρία χρόνια πρόλαβα να δουλέψω μαζί του. Μετά η Φίνος Φιλμ έκλεισε.

Τι σκέφτεστε βλέποντας τις παλιές σας ταινίες;

Πως ήμουν ένα πολύ ωραίο κορίτσι. Και το έχω επιβεβαιώσει, γιατί μου το λένε όλοι. (Γελάει) Πάντως, δεν επιδιώκω να βλέπω τις ταινίες στις οποίες έχω πρωταγωνιστήσει. Αν τύχει και πετύχω κάποια κάνοντας ζάπινγκ, ίσως δω μία σκηνή, αλλά αμέσως μετά θα αλλάξω κανάλι. Δεν έχω καμία νοσταλγία για το κινηματογραφικό παρελθόν μου. Σε ένα φεστιβάλ στην Αίγινα, το περασμένο καλοκαίρι, είδα τον «Ξαφνικό έρωτα» και μου φάνηκε πολύ διαφορετικός απ’ ό,τι τον θυμόμουν. Πιο αργός, δεν ξέρω, κάπως... Βλέπετε, αλλάζουν οι καιροί, αλλάζουν και τα γούστα μας.

Η ομορφιά τι ρόλο παίζει στην εξέλιξη της καριέρας μιας ηθοποιού;

Από μόνη της τίποτα. Είναι κάτι πολύ πρόσκαιρο. Κι επειδή δεν κοπιάζεις για να την αποκτήσεις, καθώς έτσι γεννιέσαι, η φύση σού δίνει ή όχι την ομορφιά, δεν δικαιούσαι και να υπερηφανεύεσαι γι’ αυτήν. Βέβαια, αποτελεί ένα εισιτήριο για την αρχή της διαδρομής σου. Αλλά, αν δεν συνδυαστεί με άλλα χαρίσματα, δεν έχει αποτέλεσμα. Αν όμως, εκτός από όμορφη, είσαι συμπαθής, αν αυτά που λες δεν είναι... της ξανθιάς, κι αν έχεις και ταλέντο, τότε δημιουργείται ένα αξιόλογο «πακέτο».

Πού μεγαλώσατε;

Σε μία από τις πιο παλιές συνοικίες της Αθήνας, την Ακαδημία Πλάτωνος. Οι ρίζες της οικογένειάς μου φτάνουν μέχρι τη Μικρά Ασία και την Αίγυπτο.

Οι γονείς σας τι επαγγέλλονταν;

Η μητέρα μου ήταν μια πολύ καλή νοικοκυρά, ο πατέρας μου ορθοπεδικός. Κάποια στιγμή βέβαια οι δρόμοι τους χώρισαν κι εκείνος έφυγε για την Ελβετία, όπου ξαναπαντρεύτηκε. Ετσι απέκτησα μια αδελφή, που με έχει κάνει και θεία.

Ηθοποιός πώς αποφασίσατε να γίνετε;

Ποτέ δεν το αποφάσισα εγώ. Οι άλλοι το αποφάσισαν για μένα! Από την ηλικία των δεκατεσσάρων ετών με κυνηγούσαν να παίξω σε ταινία. Αλλά μάλλον ήταν καρμικό, όπως αποδείχθηκε. Δεν γινόταν να μην το κάνω. Στη γειτονιά μου υπήρχε ένα Κέντρο Νεότητας που λειτουργούσε ως φυτώριο ταλέντων. Στα θεατρικά που ανεβάζαμε εκεί πάντα με έχριζαν πρωταγωνίστρια. Κι ενώ στην εμμονή των άλλων να ασχοληθώ με την ηθοποιία επί χρόνια ξεγλιστρούσα, έκανα ελιγμούς, κάποια στιγμή έγινε σχεδόν από μόνο του.

Ποια ήταν τα πρότυπά σας στην υποκριτική;

Βγήκα πολύ νωρίς στη δουλειά. Δεν είχα ακόμη προλάβει να αποκτήσω πρότυπα. Οι συνομήλικές μου κι εγώ ήμασταν ακόμη στο δίλημμα «Αλίκη Βουγιουκλάκη ή Τζένη Καρέζη;». Λάτρευα την Καρέζη.

Οι γονείς σας το δέχτηκαν εύκολα;

Ο πατέρας μου δεν ήταν εδώ. Η μητέρα μου, από μια λαϊκή φιλοσοφία –γιατί δεν είχε κάποια ιδιαίτερη κουλτούρα που να την κάνει να επιλέξει τον ένα ή τον άλλο δρόμο διαπαιδαγώγησης–, προτίμησε να με αφήσει εντελώς ελεύθερη. Αυτό με βοήθησε πολύ στη ζωή μου, γιατί από νωρίς με έκανε πολύ υπεύθυνη, με έμαθε να ξεχωρίζω χωρίς τις υποδείξεις των άλλων τι ήταν καλό ή κακό για μένα.

Κάνετε σενάρια για το πώς θα ήταν σήμερα η ζωή σας αν είχατε ακολουθήσει διαφορετική πορεία;

Εχω μια έμφυτη αγάπη για τη φύση. Η επαφή με το χώμα, με τα φυτά είναι το καλύτερο ηρεμιστικό για μένα. Θα μπορούσα να έχω γίνει γεωπόνος, λοιπόν, όπως η αδελφή μου. Τη ζηλεύω πολύ γι’ αυτό.

Δεν σπουδάσατε υποκριτική...

Οχι, είμαι αυτοδίδακτη.

Το θεωρείτε ελάττωμα;

Μάλλον προτέρημα. Ειδικά για το σινεμά, γιατί οι δραματικές σχολές σε προετοιμάζουν κυρίως για το θέατρο, του οποίου η τεχνική είναι εντελώς διαφορετική. Γι’ αυτό και υπάρχουν εξαιρετικοί θεατρικοί ηθοποιοί που είναι κάκιστοι στον κινηματογράφο. Εγώ ακολούθησα το ένστικτό μου. Στην αρχή προσπαθούσα να σκεφτώ πώς παίζουν οι άλλοι ηθοποιοί, αλλά δεν μου έβγαινε, δεν είχε νόημα να μιμηθώ τον τρόπο του ενός ή του άλλου. Αποφάσισα, λοιπόν, να κάνω κάτι που αποδείχθηκε σωτήριο: αυτό που παίζω να το νιώθω – σε ένα τέτοιο χνάρι πάτησα, εντελώς διαισθητικά. Και βέβαια όλα τα έμαθα μέσα από την πράξη, χωρίς κανένα θεωρητικό υπόβαθρο.

Υπήρξαν ρόλοι σας που αγαπήσατε περισσότερο;

Ολους τους ρόλους μου τους αγάπησα. Δεν τους αποκηρύσσω, καθώς έχουν «γράψει» μέσα μου. Τους σκέφτομαι με τρυφερότητα, μερικές φορές, αλλά δεν κολλάω στο παρελθόν.

Με τον Γιώργο Πανουσόπουλο είστε ένα από τα μακροβιότερα ζευγάρια του καλλιτεχνικού χώρου. Υπάρχει... τρόπος;

Ολες οι σχέσεις έχουν τη δική τους πορεία μέσα στα χρόνια. Δεν είναι ίδιες. Διαφοροποιούνται, μεταλλάσσονται, εν τέλει ωριμάζουν. Αν δεχτείς αυτή τη φυσική εξέλιξή τους και δεν τις ζορίσεις, αντέχουν περισσότερο στον χρόνο.

Επιλέξατε να ζείτε μακριά από την Αθήνα.

Το 1980 εγκατασταθήκαμε στην Αίγινα. Θέλαμε να ζούμε σε ένα όμορφο και καθαρό περιβάλλον, να έχουμε τα φρούτα και τα κηπευτικά μας. Κάθε πρωί έπαιρνα το καροτσάκι για τα ψώνια, πήγαινα στην παραλία και διάλεγα ψάρια από τα καΐκια, μετά περνούσα από το μπακάλικο, από το μανάβικο κ.ο.κ. Αυτή η ζωή μού ταίριαζε πολύ. Ζήσαμε έξι χρόνια εκεί, τα καλύτερα της ζωής μου. Απλώς ήμασταν πολύ νέοι και η Αίγινα ήταν τότε πολύ πιο... μακριά από την Αθήνα σε σύγκριση με σήμερα. Αναγκαστήκαμε να επιστρέψουμε – αλλά στην Παιανία. Πάλι σε μονοκατοικία με κήπο και τα σχετικά. Με το μποστάνι και τις ελιές μας.

Βγάζετε και λάδι;

Φυσικά. Αλλά φέτος η σοδειά δεν είναι μεγάλη για να βγάλουμε λάδι. Βάζω μόνο ελιές στην άλμη, στο μπουκάλι.

Τις κόρες σας τι τις συμβουλεύετε;

Με τη Μαργαρίτα και τη Δέσποινα ακολουθώ τη «συνταγή» της μητέρας μου: τους λέω να κάνουν αυτό που αγαπούν. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη κατάρα από μια δουλειά που δεν σου ταιριάζει.

Πώς περνάει μια τυπική μέρα σας;

Ξεκινώ με γυμναστική, βρίσκω την ισορροπία μου μέσα από συνήθειες απλές και καθημερινές – ψώνια, δουλειές του σπιτιού και του κήπου, μαγείρεμα.

Η σπεσιαλιτέ σας;

Λαζάνια με κιμά ογκρατέν.

Πολλές θερμίδες...

Ποτέ δεν έκανα δίαιτα. Είναι τέτοιος ο σωματότυπός μου, που δεν έχω μεγάλες αποκλίσεις στο βάρος μου. Ομως, γυμνάζομαι καθημερινά εδώ και δεκαετίες. Εγκατέλειψα τη γυμναστική μόνο σε κάποιες περιόδους παρακμής, ψυχικής και σωματικής, που ήθελα να πιάσω πάτο πριν πω «και ξανά προς τη δόξα τραβά»!

Με τις ρυτίδες σας είστε εξοικειωμένη;

Το να μην εξοικειώνεσαι με τα σημάδια του χρόνου είναι ένας πανικός που σε δηλητηριάζει. Ολες οι ηλικίες έχουν ενδιαφέρον, όλες!

Εχω την εντύπωση ότι η καριέρα σας βασίστηκε περισσότερο στα «όχι» παρά στα «ναι»...

Είναι αλήθεια. Δεν είμαι ηθοποιός καριέρας. Δεν δουλεύω χειμώνα καλοκαίρι. Δεν αισθάνομαι καν επαγγελματίας. Οταν έχεις τη δυνατότητα να αποσύρεσαι και να εμφανίζεσαι ξανά όποτε σου καπνίσει, είσαι ερασιτέχνης.

Φέτος γιατί είπατε «ναι» για το «Ωραία μου κυρία»;

Γιατί μου ενέπνευσε εμπιστοσύνη και ασφάλεια ο Αλέξανδρος Ρήγας. Και γιατί ο ρόλος μου έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ακροβατεί ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, κάτι που δεν έχω ξανακάνει. Αυτό ήταν ένα επιπλέον δέλεαρ.

Ε, δεν έχετε και ελιές...

Κάπως έτσι! (Γελάει)

Εχετε φίλους από τον χώρο σας;

Κολλητούς όχι. Οι πιο στενοί μου φίλοι δεν είναι από τον χώρο του θεάματος. Υπάρχουν όμως συνάδελφοι με τους οποίους έχουμε μια πολύ ζεστή σχέση, και ας μη βρισκόμαστε συχνά. Οπως με τον Χρήστο Νομικό, με τον οποίο ξεκινήσαμε μαζί στους «Αμαρτωλούς».

Εκείνος πληρώθηκε από τον Φίνο;

Υποθέτω πως όχι...

Ξέρει ότι εσείς πληρωθήκατε;

Δεν το έχουμε συζητήσει. Αλλά θα το μάθει διαβάζοντας τη συνέντευξη! 


Info
«Πυγμαλίων – Ωραία μου κυρία»
του Τζορτζ Μπέρναρντ Σω σε απόδοση και
σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα. Θέατρο Πάνθεον,
από 1η Δεκεμβρίου. Παίζουν: Μπέτυ Λιβανού,
Κώστας Κόκλας, Δήμητρα Ματσούκα, Παύλος
Χαϊκάλης, Χριστίνα Θεοδωροπούλου, Ορέστης
Τζιόβας, Αντώνης Καφετζόπουλος κ.ά.
Πειραιώς 166, τηλ. 210-34.71.111

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ