ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:

Χωρίς συμφωνία οι διαπραγματεύσεις Αθήνας - θεσμών

ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΙΚΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τρία σημαντικά "αγκάθια" - εργασιακές αλλαγές, δημοσιονομικό κενό 2018 και μεταρρυθμίσεις στην ενέργεια - παραμένουν στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Αθήνας και δανειστών μετά τις πολύωρες διαπραγματεύσεις που ξεκίνησαν τη Δευτέρα το πρωί και ολοκληρώθηκαν τα χαράματα της Τρίτης. Οι δύο πλευρές κατέβαλλαν προσπάθειες να συγκλίνουν όσο το δυνατόν περισσότερο γίνεται πριν από την αναχώρηση των επικεφαλής της τρόικας από την Ελλάδα, ωστόσο δεν κατόρθωσαν να γεφυρώσουν όλες τις διαφορές τους σε κρίσιμα ζητήματα της δεύτερης αξιολόγησης.

Σύμφωνα με τον υπουργό Ενέργειας, κ. Γ. Σταθάκη, οι κυριότερες διαφωνίες αφορούν στα θέματα των αλλαγών στις εργασιακές σχέσεις (που η πρόοδος ήταν σχεδόν μηδενική), της κάλυψης του δημοσιονομικού κενού του 2018 και των μεταρρυθμίσεων στην αγορά ενέργειας. Κατά τον υπουργό, δεν συζητήθηκε το ζήτημα του εξωδικαστικού συμβιβασμού.

Πλέον, οι εκπρόσωποι των δανειστών θα αποχωρήσουν σήμερα από την Αθήνα και οι επαφές μεταξύ των δύο πλευρών θα συνεχιστούν εξ' αποστάσεως. Μάλιστα, είναι προγραμματισμένη μία τηλεδιάσκεψη πιθανότατα πριν από το Euroworking Group της 28ης Νοεμβρίου, ενώ το εάν θα επιστρέψουν ή όχι θα εξαρτηθεί από τη συζήτηση που θα γίνει στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου.

Σύμφωνα με κορυφαίο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, σε ό,τι αφορά τα θέματα των δημοσιονομικών μεγεθών (η τρόικα υπολογίζει κενό της τάξης των 700 εκατ. ευρώ για το 2018), τις μεταρρυθμίσεις στον χώρο της ενέργειας και στις αλλαγές στον χρηματοοικονομικό τομέα, θα υπάρξουν διαβουλεύσεις κυρίως σε τεχνικό επίπεδο μεταξύ κυβέρνησης και δανειστών. Μάλιστα, για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό έχει επιτευχθεί σχεδόν συμφωνία σε πολιτικό επίπεδο και απομένει να διευθετηθούν ορισμένες τεχνικές λεπτομέρειες.

Αντιθέτως, μεγάλο "αγκάθι" αποδεικνύεται το ζήτημα της επίτευξης συμφωνίας για το Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα. Και αυτό διότι οι επικεφαλής των θεσμών δεν είχαν εξουσιοδότηση να διαπραγματευτούν μείωση των στόχων του πρωτογενούς πλεονάσματος κάτω από το 3,5% του ΑΕΠ για την περίοδο μετά το 2018. Ετσι, η ελληνική πλευρά θα επιδιώξει να θέσει το θέμα της αλλαγής των στόχων για τη διετία 2019 - 2020 στο Eurogroup, ώστε να υπάρξει συζήτηση σε πολιτικό επίπεδο.

Κορυφαίος παράγοντας του οικονομικού επιτελείου ανέφερε μετά τις πολύωρες διαπραγματεύσεις που ολοκληρώθηκαν τα χαράματα της Τρίτης, πως σε κάθε περίπτωση παραμένει ο στόχος για επίτευξη πολιτικής συμφωνίας για τη δεύτερη αξιολόγηση στο Eurogroup της 5ης Δεκεμβρίου. Στη συνέχεια η κυβέρνηση θα επιδοθεί σε έναν αγώνα δρόμου για να ψηφιστούν τα απαραίτητα νομοσχέδια και να εκδοθούν όλες οι απαραίτητες αποφάσεις για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης.

Πέραν αυτών, στις συζητήσεις που έγιναν μεταξύ των δύο πλευρών, η Αθήνα έθεσε και το θέμα της διανομής κοινωνικού μερίσματος, αξιοποιώντας μέρος της προβλεπόμενης υπέρβασης του πρωτογενούς πλεονάσματος φέτος. Υπενθυμίζεται ότι ο νέος προϋπολογισμός που κατατέθηκε χθες στη Βουλή, προβλέπει πρωτογενές πλεόνασμα 1,1% του ΑΕΠ για φέτος, αντί Μνημονιακού στόχου για 0,5% του ΑΕΠ. Επί της ουσίας, η υπέρβαση έναντι του στόχου υπολογίζεται πως θα κινηθεί στο 1 δισ ευρώ. Οπως διευκρίνιζε κορυφαίο στέλεχος του υπουργείου Οικονομικών, μετά τις πολύωρες διαπραγματεύσεις με τους επικεφαλής των θεσμών, το γεγονός ότι αναμένεται υπέρβαση της τάξης του 1 δισ ευρώ, δεν σημαίνει ότι μπορεί να διατεθεί στο σύνολό του το ποσό του 1 δισ ευρώ. Το οικονομικό επιτελείο θα σταθμίσει τους κινδύνους που υπάρχουν (υπενθυμίζεται ότι αν τον Απρίλιο η Eurostat διαπιστώσει αρνητική απόκλιση από το στόχο, τότε θα πρέπει να ενεργοποιηθεί ο "κόφτης" των δαπανών) και αν κριθεί ότι μπορεί να διατεθεί ως κοινωνικό μέρισμα ένα μικρό ποσό από την υπέρβαση, τότε η κυβέρνηση θα προχωρήσει στην παροχή του.

Πάντως, το ενδεχόμενο της άμεσης καταβολής του κοινωνικού μερίσματος αναγράφεται και στο κείμενο του νέου προϋπολογισμού. Μάλιστα, στο οικονομικό επιτελείο επιδιώκουν να προχωρήσουν το ταχύτερο δυνατόν στη διάθεσή του - εφόσον κάτι τέτοιο αποφασιστεί εν τέλει - και συγκεκριμένα εντός του 2016, ώστε να μην καταγραφεί ως δαπάνη του 2017 και επιβαρύνει τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ