Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Συρρίκνωση της αξιοπρέπειας

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

«​​Τρεις στους τέσσερις Ελληνες αδυνατούν να είναι συνεπείς στην πληρωμή των λογαριασμών τους, ενώ το 68% δηλώνει ότι δεν μπορεί να πληρώσει τα χρέη του. Αλλωστε, ακόμη και όσοι πληρώνουν τους λογαριασμούς τους αντιμετωπίζουν εν συνεχεία πρόβλημα επιβίωσης». Το χθεσινό ρεπορτάζ της «Κ» (της Δήμητρας Μανιφάβα) επιβεβαιώνει την εμπειρική παρατήρηση.

Σύμφωνα με την έρευνα (της European Consumer Payment Report 2016), το 53% των Ελλήνων δηλώνει ότι στην παρούσα φάση δεν έχει αρκετά χρήματα που θα του διασφάλιζαν μια αξιοπρεπή διαβίωση. «Το 65% των Ελλήνων υποστηρίζει ότι, αφού πληρώσει τους φόρους του, ανησυχεί πως δεν θα μείνουν αρκετά χρήματα για την κάλυψη των αναγκών του, με το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρώπη να είναι 39% (από 35% πέρυσι)».

Δεν παρηγορεί το γεγονός ότι το οικονομικό πρόβλημα πιέζει τους πολίτες σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Στην Ελλάδα έχει πλέον διάρκεια (μεγαλύτερη από έξι χρόνια), μέγεθος και βάθος.

Ασφαλώς, αυτός που τα βγάζει πέρα ίσα ίσα, στοιχειωδώς, σε διαρκή μετάθεση του ορίου αξιοπρέπειας, περικόπτοντας κάθε μέρα κι από κάτι που βαφτίζει «περιττό», οργανώνοντας μια ζωή λιπόσαρκη, με τα εντελώς απαραίτητα, δεν είναι «ορατός» όπως εκείνος που ζητιανεύει ή ψάχνει τους κάδους απορριμμάτων. Καμώνεται μια κανονικότητα που τον υποχρεώνει σε περικοπές δαπανών, ακόμη κι αν αφορούν, για παράδειγμα, την επιμόρφωση των παιδιών του. Τι έχει αλλάξει, όμως, προς το χειρότερο; Οι περιγραφές αυτές και οι επισημάνσεις είναι γνωστές, επαναλαμβάνονται σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση, αναπαράγονται και πολλαπλασιάζονται υποκριτικά, για λόγους πολιτικής εκμετάλλευσης και μόνο. Αν κάτι έχει αλλάξει, είναι ότι με την υπερφορολόγηση, οι λογαριασμοί που μαζεύονται κάθε μήνα στα νοικοκυριά εμφανίζουν κινητικότητα μόνο προς τα επάνω. Συνυπολογίζοντας και τις απανωτές μειώσεις μισθών και συντάξεων, προστίθενται μόνο έξοδα και αφαιρούνται έσοδα. Η διαρκής μείωση της εισροής χρημάτων στα νοικοκυριά φέρνει όλο και μεγαλύτερη δυσχέρεια, η οποία απορροφιέται, πλέον, με όλο και μεγαλύτερη δυσκολία. Να μία ακόμη διαφορά. Στην αρχή της κρίσης, η «χωρητικότητα» για στερήσεις, παρά τις διαμαρτυρίες και τους θρήνους, δεν είχε τη σημερινή στενότητα και στεγνότητα. Ηταν το σοκ της αλλαγής και ο φόβος για την επόμενη μέρα. Τώρα, ο φόβος δεν είναι το κατ’ εξαίρεση. Συγκατοικούμε μαζί του, έχουμε πάψει να αναφερόμαστε σε αυτόν, επί της ουσίας. Μιλήσαμε τόσο πολύ για τον «φόβο» και την «ανησυχία», ο κίνδυνος διαχύθηκε στον κόσμο, στην ευρωπαϊκή γειτονιά αλλά και υπερατλαντικά, ώστε η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης περιγράφεται πια με άλλους όρους.

Ο δείκτης της «αξιοπρεπούς διαβίωσης» διαρκώς μετακινείται. Η μάχη της ποιότητας με την ποσότητα είναι διαρκής, χωρίς νικητές· μόνο με ηττημένους. Στην αρχή της κρίσης κατρακυλούσαμε στα σκαλοπάτια της κατανάλωσης, απομακρυνόμενοι από ένα μοντέλο ζωής που δεν ανταποκρινόταν στα πραγματικά οικονομικά μεγέθη ούτε των νοικοκυριών ούτε της χώρας. Τώρα, κάθε περιορισμός, κάθε σκαλοπάτι, σημαίνει και έκπτωση μικρότερη ή μεγαλύτερη.

Υπάρχει «αξιοπρεπής διαβίωση» με χρέη; Αμα δεν πληρώνεις τους λογαριασμούς για να μπορέσεις να εξασφαλίσεις μια στοιχειώδη διατροφή, αυτό πώς ονομάζεται; Η καθημερινότητα, σε αυτήν την περίπτωση, δεν έχει δραματικές αλλαγές. Οι γείτονες, οι γνωστοί, αντιλαμβάνονται τη δυσπραγία, αλλά το πραγματικό μέγεθός της βρίσκεται κλεισμένο στα συρτάρια, συσσωρευμένο στα χρέη, στην αδυναμία αποπληρωμής τους. Η διαβίωση φαντάζει αξιοπρεπής. Είναι όμως; Κι αυτή η διαρκής συρρίκνωση της έννοιας της «αξιοπρέπειας» μήπως εν τέλει είναι και συρρίκνωση της έννοιας του πολίτη, άρα και της δημοκρατίας;

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ