ΔΙΕΘΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Ο Χάμοντ αυξάνει τις δαπάνες για τόνωση της βρετανικής οικονομίας

Η βρετανική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι προτίθεται να επενδύσει κεφάλαια από 1% έως 1,2% του ΑΕΠ για υποδομές της οικονομίας και κάλεσε την Εθνική Επιτροπή Υποδομών να παρουσιάσει τις προτάσεις της.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η αβεβαιότητα που έχει προκαλέσει το Brexit θα μειώσει την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας κατά 2,4% τα επόμενα χρόνια και θα υπαγορεύσει την αύξηση του δανεισμού της Βρετανίας κατά 122 δισ. στερλίνες, σύμφωνα με την ανεξάρτητη αρχή οικονομικών προβλέψεων της Βρετανίας (OBR). Στη δυσοίωνη αυτή πρόβλεψη, αλλά και στις προς τα κάτω αναθεωρήσεις των προβλέψεων για ανάπτυξη την επόμενη διετία αναφέρθηκε χθες ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Φίλιπ Χάμοντ, κατά την παρουσίαση του ενδιάμεσου προϋπολογισμού. Οπως τόνισε, η βρετανική οικονομία θα αναπτυχθεί φέτος κατά 2,1%, υπερβαίνοντας την πρόβλεψη του Μαρτίου για 2%. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι η OBR αναθεώρησε προς το κάτω, στο 1,4% από το 2,2%, την ανάπτυξη για το 2017 και στο 1,7% από το 2,1% για το 2018.

Ανακοίνωσε, μάλιστα, δαπάνες 23 δισ. στερλινών, που αντιστοιχούν σε 27 δισ. ευρώ, και τη δημιουργία επενδυτικού ταμείου που θα αναλάβει να διοχετεύσει αυτά τα κεφάλαια στην κατασκευή σιδηροδρομικών και τηλεπικοινωνιών δικτύων, αλλά και κατοικιών. Από αυτά τα κεφάλαια θα διατεθούν 2 δισ. στερλίνες για έρευνα και ανάπτυξη έως το 2021 και άλλα 2,3 δισ. στερλίνες θα διοχετευθούν στο ειδικό ταμείο υποδομών στέγασης, που θα αναλάβει να εξασφαλίσει εκτάσεις κατάλληλες για την ανέγερση κατοικιών. Επιπλέον, θα διατεθεί άλλο 1,4 δισ. στερλίνες για την ανέγερση χαμηλού κόστους κατοικιών, ενώ για να διασφαλισθεί ο στόχος της κατασκευής κατοικιών για όλα τα εισοδηματικά κλιμάκια θα επιτραπεί στις κατασκευαστικές να οικοδομούν διάφορα είδη κατοικιών. Τέλος, ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών, που ανέλαβε καθήκοντα τον Ιούλιο, μετά το δημοψήφισμα για το Brexit, εξέφρασε την πρόθεση της κυβέρνησης να επενδύσει κεφάλαια από 1% έως 1,2% του ΑΕΠ για υποδομές της οικονομίας και κάλεσε την Εθνική Επιτροπή Υποδομών να παρουσιάσει τις προτάσεις της για τα μελλοντικά σχέδια.

Εν τω μεταξύ, στις τράπεζες που εξετάζουν την προοπτική να μεταφέρουν εκατοντάδες υπαλλήλους τους εκτός Λονδίνου προστίθεται και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Ανασυγκρότησης και Ανάπτυξης (EBRD). Ανώτατα στελέχη της δήλωσαν στο Reuters ότι αυτή η προοπτική δεν σχετίζεται άμεσα με την επικείμενη έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε.

Παραδέχθηκαν, πάντως, πως η περίπτωση ενός «σκληρού Brexit», με ενδεχομένως σοβαρές επιπτώσεις, είναι πιθανόν να επηρεάσει τις τελικές αποφάσεις της τράπεζας, που αναμένεται να ληφθούν το πρώτο εξάμηνο του 2017. Η EBRD απασχολεί πάνω από 1.500 υπαλλήλους στο Λονδίνο και η μεταφορά τους σε κάποια άλλη ευρωπαϊκή μητρόπολη ενδέχεται να αποδειχθεί δαπανηρή και δύσκολη. Σημειωτέον ότι το καταστατικό της εν λόγω τράπεζας, που ιδρύθηκε το 1991 για να επενδύσει και να στηρίξει οικονομικά τις χώρες της πρώην Ανατολικής Ευρώπης, προβλέπει πως τα κεντρικά της γραφεία θα βρίσκονται στο Λονδίνο. Η απόφαση, όμως, των Βρετανών να εγκαταλείψουν την Ε.Ε. έχει δημιουργήσει έντονο προβληματισμό στους κόλπους της. Μεγάλη κινητικότητα παρατηρείται στην αγορά εστίασης του Λονδίνου, καθώς ανοίγουν και κλείνουν συνεχώς εστιατόρια. Από την αρχή του έτους έχουν ανοίξει 200 εστιατόρια, αριθμός-ρεκόρ για τα τελευταία 26 χρόνια, σύμφωνα με τους οδηγούς εστίασης για το Λονδίνο. Το ίδιο χρονικό διάστημα, έκλεισαν μόνο 76 εστιατόρια. Σύμφωνα με τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο του ομίλου ρεστοράν D&D London, «ο μεγάλος αριθμός καινούργιων εστιατορίων στο Λονδίνο καταδεικνύει την αισιοδοξία για το μέλλον της οικονομίας».

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ