ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Το «Captain Fantastic» (****), η καλύτερη ταινία της εβδομάδας, είναι ένα παράδοξο οικογενειακό δράμα, διανθισμένο με χιούμορ (θυμίζει λιγάκι την «Οικογένεια Τένενμπαουμ» του Γουές Αντερσον), που πραγματεύεται θέματα όπως η φυγή και η ουτοπία, η ενηλικίωση και η απώλεια, η εκπαίδευση και η κοινωνικοποίηση.

Ο Μπεν (ένας πατέρας που άλλοτε φαντάζει σαν αρχηγός ομάδας προσκόπων κι άλλοτε σαν αναχρονιστικός χίπης) την έχει «κάνει» από τον πολιτισμό της κατανάλωσης και έχει εγκατασταθεί σε ένα δάσος μαζί με τα έξι παιδιά του, που έχουν αποκτήσει δεξιότητες Ινδιάνου σε ό,τι αφορά την επιβίωση στη φύση. Το αξιοπερίεργο όμως με τα έξι «αγρίμια» είναι ότι έχουν συσσωρευμένη γνώση, αλλά και κριτική σκέψη, που θα τα ζήλευαν γόνοι της κοινωνικής ελίτ που μορφώνονται σε ακριβά σχολεία.

Η προσκοπική ζωή στο δάσος και η εκπαίδευση έξω από τους κανόνες του εκπαιδευτικού (με δάσκαλο έναν αριστοκράτη-αναχωρητή, αυτό είναι ο Μπεν επί της ουσίας) είναι συναρπαστική εμπειρία ώς την ώρα της ενηλικίωσης. Ο πρώτος υπαινιγμός για τις αναταράξεις που θα απειλήσουν αυτή τη μικρογραφία της ιδανικής οικογένειας γίνεται στην πρώτη σκηνή της ταινίας, στην «τελετή» ενηλικίωσης του μεγάλου γιου.

Η απώλεια της συζύγου του Μπεν, βουδίστριας που έπασχε από ανίατη νόσο και έδωσε η ίδια τέλος στη ζωή της, είναι η κινητήριος δύναμη της μυθοπλασίας. Ο Μπεν και τα παιδιά του εισβάλλουν σαν Απάτσι στη μεγαλοαστική οικογένεια της νεκρής για να ματαιώσουν τη χριστιανική κηδεία της. Θα επακολουθήσουν κωμικοτραγικές καταστάσεις και συγκρούσεις που θα δοκιμάσουν την αντοχή αυτής της παράξενης οικογένειας.

Το πιο πολύτιμο οργανικό υλικό στο «Captain Fantastic» του Ματ Ρος είναι ο Βίγκο Μόρτενσεν, που παίζει έναν τρυφερό πατέρα αυτοεξόριστο στις παρυφές της Γης της Επαγγελίας.

Στους «Συμμάχους» (**½) του Ρόμπερτ Ζεμέκις, κατασκοπικό δράμα μεσούντος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τα αγκωνάρια του σεναρίου ανακαλούν στη μνήμη του θεατή τη μυθική «Καζαμπλάνκα». Ο Καναδός σμηνίας Μαξ Βάταν και η Γαλλίδα Μαριάν Μποσεζάρ, κατάσκοποι και οι δύο, γνωρίζονται και ερωτεύονται στην Καζαμπλάνκα, στη διάρκεια μιας παράτολμης αποστολής. Στο Λονδίνο, όπου είναι η βάση του Μαξ, παντρεύονται. Λίγο μετά ο γάμος τους θα βρεθεί στο μάτι του κυκλώνα.

Η ιστορία έχει ενδιαφέρον, και ως θρίλερ και ως ερωτικό δράμα, ενώ ο Μπραντ Πιτ και η Μαριόν Κοτιγιάρ λάμπουν. Οι «Σύμμαχοι» όμως αργούν να μπουν σε διάδρομο απογείωσης. Πιο αμήχανη σκηνοθεσία του Ζεμέκις δεν έχω δει.

Στο «Gimme Danger» (***) δεσπόζει ο θαυμασμός που τρέφει ο Αμερικανός σκηνοθέτης για τον Ιγκι Ποπ και τους Stooges, την μπάντα του Ιγκι που άνοιξε τον δρόμο για το πανκ και κατάφερε να νικήσει (όπως εννοούν τη νίκη οι ρομαντικοί ή «περιθωριακοί» ήρωες των ταινιών μυθοπλασίας του Τζάρμους) τη δισκογραφική βιομηχανία. «Η μουσική είναι ζωή και η ζωή δεν είναι μπίζνες», λέει κάποια στιγμή ο Ιγκι. Το «Gimme Danger» είναι ντοκιμαντέρ φτιαγμένο με αγάπη.

Δύο ακόμη ντοκιμαντέρ προβάλλονται, ο «Χορευτής» (**) και το δραματοποιημένο «Μήδεια κρείσσων των εμών βουλευμάτων» (****). Στο πρώτο, τηλεοπτικό εγχείρημα δίχως ρίσκο γύρω από μια μυθιστορηματική ζωή, παρακολουθούμε την οδύσσεια του χορευτή Σεργκέι Πολούνιν. Στο δεύτερο, που είναι υποδειγματικό για το είδος του λόγω διαλεκτικής σκέψης, ευρηματικής σκηνοθεσίας και εξαιρετικής μουσικής επένδυσης, ο Νίκος Γραμματικός αναζητάει τη Μήδεια στους δρόμους της σύγχρονης Αθήνας, αλλά και στους συναρπαστικούς διαλόγους του με ηθοποιούς και με τον εκλιπόντα φιλόλογο Νίκο Χουρμουζιάδη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΑΡΧΕΙΟ