ΘΕΑΤΡΟ

Ταχυδράματα ανέφικτων ερώτων

ΑΝΝΥ ΚΟΛΤΣΙΔΟΠΟΥΛΟΥ

Στιγμιότυπο από την παράσταση «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα» σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΖΟΕΛ ΠΟΜΕΡΑ
Η επανένωση της Βόρειας
με τη Νότια Κορέα
σκηνοθ.: Νίκος Μαστοράκης
θέατρο: Τέχνης (Υπόγειο)

Ο Ζοέλ Πομερά  (1963) θεωρείται από τους δημοφιλέστερους σύγχρονους Γάλλους συγγραφείς και σκηνοθέτες, πολυβραβευμένος και πολύ προβεβλημένος, ακόμη και ως «διάδοχος» του Πίτερ Μπρουκ! Το σπονδυλωτό έργο του (που μου θυμίζει λίγο Ταχυδράματα του Μανιώτη) με καμιά 20αριά σκηνές για καμιά 25αριά γυναικείους κι άλλους τόσους ανδρικούς ρόλους που φέρει τον παράδοξο, πολιτικοφανή τίτλο «Η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα», είναι τελικά ένα γαϊτανάκι σκηνών για το παράδοξο και ανέφικτο της αγάπης. Ποιον δεν θα ενδιέφερε το θέμα που καλύπτει ένα ιδιαίτερα ευρύ φάσμα περιπτώσεων; Στα σύντομα δραματίδια διαφαίνονται επιρροές από Μπέργκμαν, Αλμπι, Σνίτσλερ, Τσέχωφ και όχι μόνον. Οι ακριβέστατοι διάλογοι, που όχι μόνον λένε μα και υπονοούν αρκετά ανάμεσα στις λέξεις, μιλούν αστεία, σοβαρά, θυμωμένα, ανήμπορα, σπαραχτικά για ανθρώπους που ηττήθηκαν από ό,τι θεώρησαν αγάπη καταλήγοντας στο συμπέρασμα, πως μια πλήρης σχέση αγάπης είναι τόσο απίθανη όσο και η επανένωση της Βόρειας με τη Νότια Κορέα.

Το έργο έχει παιχτεί σε μεγάλα θέατρα της Ευρώπης από το Παρισινό Odeon (2013) μέχρι το Burgtheater της Βιέννης (2016) σημειώνοντας επιτυχία έως και θρίαμβο, ανάλογα με τη διανομή και τη σκηνοθετική του τύχη.

Το καλειδοσκόπιο ηττημένης αγάπης του Πομερά αφήνει περιθώρια επιλογής και συνδυασμού σκηνών από τις οποίες ο Μαστοράκης (μετάφραση Μαριάννας Κάλμπαρη) επέλεξε 12 όπως π.χ.: μια γυναίκα, μητέρα τριών παιδιών που περιμένει 20 χρόνια για να χωρίσει από τον άντρα της, άψογο σύντροφο, πατέρα, χαρακτήρα, που όμως ποτέ της δεν μπόρεσε να αγαπήσει, ή μια γραμματέα που ρωτάει με αγωνία το αφεντικό της αν την προηγούμενη νύχτα, που βρέθηκαν μεθυσμένοι στο ίδιο κρεβάτι, εκείνος «διείσδυσε», πράγμα για το οποίο εκείνη θα χαιρόταν, εισπράττει όμως αδιαφορία και κυνισμό, ή ένα δάσκαλο, που υποχρεώνεται ενώπιον στενόμυαλων, προκατειλημμένων γονέων και διευθύντριας να υπερασπίσει εαυτόν από την υπαινισσόμενη κατηγορία της παιδοφιλίας επειδή έδειξε έγνοια, αγάπη και τρυφερότητα σε μαθητή του, θύμα σχολικού εκφοβισμού, ή τον συγκινητικό σύζυγο, ο οποίος επισκέπτεται καθημερινά την αγαπημένη γυναίκα του που πάσχει προφανώς από Αλτσχάιμερ για να της θυμίζει ποιος είναι, τι έχουν ζήσει μαζί και άλλα κωμικοσπαρακτικά του κοινού τους παρελθόντος (ίσως η δυνατότερη σκηνή), ή μια πόρνη, που επί μήνες δέχεται πελάτη δωρεάν θεωρώντας τον πλέον «σχέση αγάπης» για ν’ ακούσει σοκαρισμένη, πως λόγω «κανονικής σχέσης» εκείνος δεν θα την ξαναεπισκεφθεί, προτίθεται όμως να της δώσει χρηματική αποζημίωση, εκείνη αρνείται τα χρήματα, τον υποχρεώνει όμως κάθε βράδυ να τρώει σπίτι της όπου θα του μαγειρεύει, ή τη μέλλουσα νύφη που μαθαίνει τελευταία στιγμή, κι ενώ οι καλεσμένοι αδημονούν, πως ο μέλλων γαμπρός είχε στο παρελθόν σχέσεις και με τις υπόλοιπες τέσσερις αδελφές της... και άλλες έξι κωμικοσοβαρές, παράδοξες, ασυνήθιστα συνηθισμένες εκδοχές για την αδυναμία της αγάπης να μακροημερεύσει.

Ο σκηνοθέτης, θέλοντας ίσως να τονίσει το προδιαγεγραμμένο των ανθρώπινων σχέσεων, δεν κίνησε τους ηθοποιούς σε ελεύθερο σκηνικό πεδίο αλλά σε (δικού του σχεδιασμού) καγκελόφρακτο περιορισμό όπου επαναλαμβανόμενες διαδρομές, είσοδοι και έξοδοι, έμοιαζαν συντεταγμένες. Κατά τη γνώμη μου, αυτό το μόνιμο μοτίβο λειτούργησε μεν παράδοξα μέσα σε ένα έργο που κινδυνεύει από νεο-μπουλβάρ στοιχεία, στέρησε όμως τους ηθοποιούς από την πηγαία ορμή τους, στεγνώνοντας κάπως το παίξιμό τους. Με ενιαία σχεδόν αμφίεση (μαύρα, γυναικεία φορέματα με ψηλοτάκουνες γόβες και γκρι ανδρικά κοστούμια από την Κλερ Μπρέισγουελ), πολύ προσεγμένη κίνηση από τη Βάλια Παπαχρήστου, οι εννέα ηθοποιοί σκιτσάρισαν με περισσότερες ή λιγότερες ευκαιρίες ερμηνείας τους ρόλους και τα στιγμιότυπα των ιστοριών ανάμεσα στα κάγκελα, στις μικρές, σχηματιζόμενες αρένες και στο περιθώριο της σκηνής. Η κωμικότητα, το γκροτέσκο η σπαραχτική τους απλότητα, τεκμήρια του ταλέντου τους. Ιωάννα Μαυρέα, Κλέων Γρηγοριάδης, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Χάρης Φραγκούλης, Μαρία Καλλιμάνη, Κατερίνα Λυπηρίδου, Δημήτρης Πασσάς (με τη σειρά που μου εντυπώθηκαν) ακολούθησαν πιστά την κομψή, γειωμένη, διόλου αβανταδόρικη γι’ αυτούς, σκηνοθεσία του Νίκου Μαστοράκη.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ