ΒΙΒΛΙΟ

Ο χρόνος, η «δόλια θνητότητα», τα διλήμματα

ΜΑΡΩ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΟΥ

Λούσιαν Φρόιντ, «Ασθενής στο Παρίσι», 1948. Ο συγγραφέας στα οκτώ κεφάλαια του «Εμείς οι θνητοί» διανύει θεματολογικά την απόσταση από το υγιές και ανεξάρτητο άτομο μέχρι τον ηλικιωμένο, τον ανήμπορο γέροντα, τον πάσχοντα ασθενή τελικού σταδίου και τελικώς τον θνήσκοντα άνθρωπο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΤΟΥΛ ΓΚΑΟΥΑΝΤΕ
Εμείς οι θνητοί
μτφρ.: Λύο Καλοβυρνάς
εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2016
σελ. 348

Αρχισα κατά τη συνήθειά μου να διαβάζω το βιβλίο «Εμείς οι θνητοί» μέσα στο τρένο. Το έκλεισα πριν φτάσω στον δεύτερο σταθμό. Είχα τρομάξει. Οχι επειδή ο λόγος του Αμερικανού γιατρού Ατούλ Γκαουάντε είναι δυσνόητος. Κάθε άλλο, γράφει απλά και με πάθος. Ούτε επειδή απευθύνεται σε ειδικούς αναλύοντας τον προβληματισμό του για τον ρόλο τους όταν έρχονται αντιμέτωποι με τη «δόλια θνητότητα», όπως λέει.

Τρόμαξα, επειδή διαβάζοντάς το θυμήθηκα ασθένειες και απώλειες που ήθελα να ξεχνάω.

Ο Ατούλ Γκαουάντε σε μια συνέντευξή του είπε ότι γράφοντας το βιβλίο μπόρεσε να καταλάβει καλύτερα τη σημασία της δικής του θνητότητας. Και ότι παραδόξως αυτό τον έκανε να φοβάται λιγότερο την επερχόμενη φθορά. Ποιος όμως θέλει να ακούσει για τέτοια σε μια εποχή με πρωτοφανή στην Ιστορία αύξηση του προσδόκιμου ζωής; Και ακόμη περισσότερο ποιος το αντέχει τώρα που αισθανόμαστε όλο και περισσότερο αθάνατοι χάρη στα επιτεύγματα της ιατρικής τεχνολογίας;

Οπως πολύ εύστοχα παρατήρησε ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, συγγραφέας και διανοητής, στην εκδήλωση με τίτλο «Χωρίς γιατρειά» που διοργανώθηκε από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης (ΠΕΚ) πριν από λίγες εβδομάδες, με αφορμή το βιβλίο, ο τίτλος «Εμείς οι θνητοί» (ο αγγλικός είναι «Being Mortal»), για έναν αρχαίο Ελληνα θα σήμαινε απλώς –«παρηγορητικά σχεδόν», σχολίασε– «Εμείς οι άνθρωποι». Η ελληνική μυθολογία αφηγείται την ιστορία της θεϊκής Ηούς που ερωτεύθηκε τον θνητό Τιθωνό και ζήτησε να γίνει αθάνατος ξεχνώντας όμως να του εξασφαλίσει την αιώνια νεότητα. Ετσι, ο ωραίος Τιθωνός παρά τις φροντίδες γέρασε, εξασθένησε και η αθανασία τού έγινε μέγα βάσανο.

Δύο διλήμματα

Ο μύθος απεικονίζει ποιητικά τα δύο διλήμματα που τίθενται στον άνθρωπο σχετικά με τον θάνατο και τα γηρατειά. Το ένα είναι πώς φροντίζουμε τους αγαπημένους μας που ενώ έχουν την τύχη να ζήσουν πολλά χρόνια, το μυαλό και το σώμα τους φθίνει λόγω της ηλικίας. Το δεύτερο είναι πώς φροντίζουμε εκείνους που πάσχουν από ανίατη ασθένεια.

Σε αυτά τα δύο μέρη χωρίζεται η ύλη του βιβλίου. Και είναι πραγματικά σπουδαίο που το συγκεκριμένο θέμα, καθόλου ωραιοποιημένα και με ανοιχτό πνεύμα, αναλύεται από έναν απολύτως αρμόδιο: έναν έγκριτο χειρουργό με μεγάλη κλινική εμπειρία που είναι παράλληλα δραστήριος αρθρογράφος και συγγραφέας. Εκτός αυτού, ο Ατούλ Γκαουάντε έζησε κατά τη διάρκεια της συγγραφής τη δύσκολη πορεία του πατέρα του που έπασχε από καρκίνο προς την «έξοδο». Αρα η αφήγηση αποτελεί εκτός των άλλων, μια προσωπική εξερεύνηση σε ένα δύσβατο συναισθηματικό πεδίο.

Ο συγγραφέας στα οκτώ του κεφάλαια διανύει θεματολογικά την απόσταση από το υγιές και ανεξάρτητο άτομο μέχρι τον ηλικιωμένο, τον ανήμπορο γέροντα, τον πάσχοντα ασθενή τελικού σταδίου και τελικώς τον θνήσκοντα άνθρωπο. Εχει να πει πολλά που απορρέουν από τη διαπίστωση ότι στις μέρες μας με τη βοήθεια της ιατρικής η ζωή παρατείνεται διαρκώς. Ζούμε πιο πολλά και πιο καλά χρόνια σε σύγκριση με κάθε προγονό μας, καθώς, ακόμη και οι θανατηφόρες ασθένειες των δεκαετιών 1960 και 1970 (καρκίνος, καρδιακή ανεπάρκεια, εγκεφαλικό), ολοένα και συχνότερα αντιμετωπίζονται και πολλές φορές είναι απολύτως ιάσιμες.

Ομως αυτή η ιατρική που έχει επιμηκύνει τόσο τον βίο μας, παραμένει ανήμπορη να αντιμετωπίσει τα χρόνια προβλήματα υγείας που προκύπτουν από τη φθορά του σώματος. Τώρα λοιπόν που, όπως πολύ τρυφερά παρατήρησε στην ίδια εκδήλωση η Ασημίνα Μαγγίνα, πνευμονολόγος- εντατικολόγος, «οι συνθήκες στέρησαν από τα σπιτικά τις κόρες και τις νύφες που φρόντιζαν τους ηλικιωμένους», ποιος ή τι θα πάρει τη θέση τους; Ο προβληματισμός του Γκαουάντε για την ποιότητα της ζωής των γερόντων στα γηροκομεία της χώρας του τεκμηριώνεται με στοιχεία. Μιλάει για χώρους που περιορίζουν την αυτονομία τους, που τους κάνουν να αισθάνονται φυλακισμένοι. Μιλάει για την ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει την ανεξαρτησία του μέχρι τέλους και την αξίωση να μη γίνεται βάρος στους δικούς του αλλά ταυτόχρονα να μην επιτηρείται σαν βρέφος. Μιλάει για την υποχρέωση του κρατικού συστήματος υγείας να ενισχυθεί με περισσότερους εξειδικευμένους γηριάτρους, και με περισσότερα Κέντρα Φιλοξενίας και όχι εγκλεισμού των υπερηλίκων.

Η σωστή φροντίδα

Αυτό το θέμα στη χώρα μας δεν έχει σοβαρά μελετηθεί παρά την πίεση που ασκεί στους πάσχοντες, στις οικογένειές τους και τελικά στην κοινωνία. Και αν η έλλειψη κοινωνικής πρόνοιας για τη σωστή φροντίδα των γερόντων περνά στα ψιλά, για το επόμενο ζήτημα, τους ανίατα ασθενείς υπάρχει σιωπή. Τι κάνουμε όταν η ιατρική δεν μπορεί πια να προσφέρει τίποτε περισσότερο; Και υπάρχει μια στιγμή που το να μην υποβληθεί ο άρρωστος σε μία ακόμη θεραπεία είναι η πιο γενναία στάση;

Ο πατέρας του Ατούλ Γκαουάντε, όταν η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε υπερβολικά, ζήτησε από τον γιο του να του επιτραπεί να πεθάνει ήσυχα δίπλα στην οικογένειά του, χωρίς να λάβει μηχανική υποστήριξη, ούτε άλλες επιθετικές θεραπείες. Ετσι κι έγινε, ενώ ο γιος και γιατρός, που στη σχολή δεν είχε διδαχθεί τίποτε για τη θνητότητα, αναγκάστηκε να αποδεχθεί πως δεν μπορεί να νικήσει τα πάντα. «Ο θάνατος είναι μια βαριά δουλειά», έγραφε ο Φίλιπ Ροθ στην «Πατρική κληρονομιά» (εκδ. Πόλις), αναφερόμενος στο μακρύ και επώδυνο τέλος του δικού του πατέρα.

Κι όμως σε αυτό το δύσκολο σημείο, το «Εμείς οι θνητοί» μάς δίνει μια ελπίδα: την «ανακουφιστική θεραπεία». Πολύ συνοπτικά, ο συγκεκριμένος όρος περικλείει όλα τα μέτρα που βελτιώνουν την ποιότητα ζωής του αρρώστου, της δίνουν περιεχόμενο και αποσκοπούν στο ευ ζην όσο τούτο είναι δυνατόν, ελαφραίνοντας ό,τι τον ταλαιπωρεί.

Γαλήνιο, ειρηνικό τέλος με την ανακουφιστική θεραπεία

Με λίγα λόγια η ανακουφιστική θεραπεία, που στο εξωτερικό γίνεται όλο και περισσότερο αποδεκτή, μπορεί να εξασφαλίσει ένα κατά το δυνατόν πιο γαλήνιο, ανώδυνο και ειρηνικό τέλος στους αθεράπευτα ασθενείς.

Οι ειδικοί λένε ότι αυτή η φροντίδα αντί μιας «επιθετικής» ιατρικής πρακτικής αποκλειστικά προσανατολισμένης στην παράταση της ζωής, μπορεί ακόμη και να αυξήσει τον χρόνο επιβίωσης του ασθενούς.

Λένε ότι όσοι τη λαμβάνουν, ανακουφισμένοι από τους πόνους και τον φόβο δεν επιζητούν με αγωνία την ευθανασία. Λένε, και αυτό αποτελεί ένα σύγχρονο ανθρωπιστικό μήνυμα, ότι η ανακουφιστική θεραπεία τους επιτρέπει, μέσω της επικοινωνίας με τους γιατρούς τους να λάβουν από κοινού και με επίγνωση την απόφαση για τον δικό τους θάνατο.

Ο θάνατος, το αναπόφευκτο τέλος του κύκλου, είναι ανθρώπινο και όχι ιατρικό θέμα, λέει ο γιατρός Γκαουάντε. Είναι ο επίλογος που θα ολοκληρώσει το προσωπικό αφήγημα της ζωής του καθενός μας. Και για αυτό πρέπει να έχουμε τον πρώτο λόγο.

Δημόσια συζήτηση

Το «Εμείς οι θνητοί» περισσότερο από ένα ωραίο βιβλίο, είναι το μέσο για να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση. Στην εκδήλωση «Χωρίς γιατρειά» που συμμετείχαν πολλοί γιατροί και θεραπευτές, η πνευμονολόγος- εντατικολόγος Ασημίνα Μαγγίνα είπε, «δεν είχα την τύχη να λειτουργώ σε μια χώρα με δυνατότητες και υποδομές αντάξιες των ασθενών μου». Για το ελληνικό δημόσιο σύστημα περίθαλψης και υγείας τα θέματα που πραγματεύεται ο Γκαουάντε ακούγονται σχεδόν ουτοπικά. Ειδικά τώρα με τη ραγδαία αύξηση της κίνησης στα δημόσια νοσοκομεία, σε συνδυασμό με τον περιορισμό των δαπανών, προτεραιότητα αποτελεί η όσο το δυνατόν συντομότερη νοσηλεία του ασθενούς. Δεν υπάρχει χώρος για ανιάτους, ούτε γέροντες. Τη φροντίδα τους πρέπει να την αναλάβει η οικογένεια με όσα μέσα και γνώσεις διαθέτει. Προφανώς λείπουν ειδικές μονάδες φιλοξενίας υπερηλίκων και οι δομές που θα προσφέρουν «ανακουφιστική θεραπεία» κατ’ οίκον ή και σε εξειδικευμένα κέντρα. Επίσης υστερεί η εκπαίδευση των γιατρών και η προετοιμασία τους για να αντιμετωπίσουν επαγγελματικά αλλά και με συμπάθεια την ανημποριά του ασθενή και τη διαδικασία του θανάτου.

Παρ’ όλα αυτά γίνονται κάποιες μεμονωμένες προσπάθειες ώστε η κοινωνία να ευαισθητοποιηθεί και οι πάσχοντες να βρουν υποστήριξη. Η κατατοπιστική συζήτηση της εκδήλωσης «Χωρίς γιατρειά» που περιέχει πολλές πληροφορίες, θα αναρτηθεί σύντομα στην ιστοσελίδα των ΠΕΚ, www.cup.gr και στη σελίδα των εκδόσεων στο facebook.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ