ΜΟΥΣΙΚΗ

Με το «Φορτηγό» στον... Παρνασσό

ΓΙΩΤΑ ΣΥΚΚΑ

Πενήντα χρόνια πέρασαν από τότε που ο Διονύσης Σαββόπουλος κυκλοφόρησε το «Φορτηγό» και τα τραγούδια αυτά μοιάζουν να μην έχουν χάσει τίποτα από «αυτήν την ταχύτητα που κόβει την αναπνοή».

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Ηταν Δεκέμβριος του 1965 όταν ο Γιάννης Καλεώδης της ιστορικής «Επιθεώρησης Τέχνης» βρέθηκε από σύμπτωση στο σπίτι «ενός νέου, 21χρονου τραγουδιστή, του Διονύση Σαββόπουλου». Του θύμιζε «τους παλιούς εκείνους ραψωδούς, τους περιπλανώμενους τροβαδούρους του Μεσαίωνα». Τα τραγούδια του, όμως, δεν του θύμιζαν τίποτε απ’ ό,τι είχε ακούσει μέχρι τότε. «Τα τραγούδια του Σαββόπουλου», έγραψε κατόπιν, «εισβάλλουν απότομα, σχεδόν βάναυσα στον κόσμο μας, τον τακτοποιημένο. Ερχονται αρματωμένα με νοήματα και αιχμές, για να μας εκσφενδονίσουν κάποιες πολύτιμες αισθήσεις και βιώματα ανεκτίμητα, που τα εξευτελίσαμε ή τα “διασκευάσαμε” ξεγελώντας τους εαυτούς μας (…) Λέξεις με τραχιά αφή, με “άηθες ήθος”, μπολιάζονται μέσα τους, κομίζοντας όχι τη γυμνή χυδαιότητα ή την ακαλαισθησία τους, αλλά τον θάνατο μιας ήδη τραυματισμένης απ’ τη βαναυσότητα των ανθρώπινων σχέσεων λυρικής αίσθησης, την ασεβή σπίλωση κάποιας παρθενικής συνείδησης του κόσμου».

Ακριβώς έναν χρόνο μετά, τον Δεκέμβριο του 1966, τα τραγούδια αυτά κυκλοφόρησαν για πρώτη φορά σε δίσκο. Η «Συννεφούλα», οι «Μάγοι», η «Ζωζώ», «Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο δυο» βρέθηκαν σιγά σιγά μέσα από το «Φορτηγό» (τυλιγμένο στο καταπληκτικό εξώφυλλο του Αλέξη Κυριτσόπουλου) στα χείλη των συνομηλίκων του Σαββόπουλου και, ύστερα από χρόνια, στα χείλη των παιδιών τους και των εγγονών τους. «Η αξία όλης εκείνης της σειράς (των τραγουδιών) ήταν, νομίζω, η δύναμη. Να, αυτή η ταχύτητα που κόβει την αναπνοή, σαν να μην επαρκεί ο αέρας. Ημουν άλλος ένας έφηβος εναντίον της πραγματικότητας, αλλά αυτό γινόταν πρώτη φορά με δίσκο», είχε πει ο τραγουδοποιός το 1975 (στον Γιώργο Πηλιχό, στον «Ταχυδρόμο»). Πενήντα ολόκληρα χρόνια πέρασαν από τότε που τα κυκλοφόρησε στη «Λύρα» του Αλέκου Πατσιφά – ναι, μισός αιώνας! Και όμως, σήμερα, που για άλλη μία φορά δεν «επαρκεί ο αέρας» στον καθένα μας, τα τραγούδια αυτά μοιάζουν να μην έχουν χάσει τίποτα από «αυτή την ταχύτητα που κόβει την αναπνοή». Είναι μια αναπνοή τα ίδια.

Το «Δέντρο», το «Βιετνάμ γιε γιε», το «Εγερτήριο» («Ηλιος κόκκινος ζεστός»), τα «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» και «Οι παλιοί μας φίλοι» θα τραγουδήσει ο Σαββόπουλος για παλιούς και νέους φίλους, αλλά και με νέους τραγουδοποιούς, (τους Κατερίνα Πολέμη, Θέμο Σκανδάμη και Εύη Μάζη) για τέσσερις βραδιές (2, 3, 9 και 10 Δεκεμβρίου) στην ιστορική αίθουσα του «Παρνασσού». Μαζί, θα πει και τα «Θανάσιμη μοναξιά του Αλέξη Ασλάνη», «Αμνηστία ’64» και τα υπόλοιπα τραγούδια της εποχής εκείνης, που είχε κόψει η λογοκρισία και πρωτοκυκλοφόρησαν αργότερα με τα «Δέκα χρόνια κομμάτια».

Αλλά τι συγκινούσε τον νεαρό Θεσσαλονικιό στις περιθωριακές σκηνές της διαδρομής που έκανε συχνά από την πόλη όπου μεγάλωσε έως την Αθήνα, τις σκηνές που γέννησαν τους «Μάγους», το «Μπουλούκι», τη «Ζωζώ»; «Ηταν ιστορίες όπου ο ήρωας διαπομπεύεται, ξεφτιλίζεται και μέσα στη διαπόμπευση και στον εξευτελισμό του θριαμβεύει μέσα από μία δική του στάση», είχε πει ο ίδιος στη Lifo. «Μου φέρνει ρίγος το βλέμμα δοκιμαζόμενου ανθρώπου. Εχω αισθανθεί κι εγώ μερικές φορές να κατηγορούμαι αδίκως ή να με κοροϊδεύουν, κυρίως για τον παράδοξο τρόπο με τον οποίο βγήκα και τραγούδησα, γιατί τότε παράδοξος ήταν αυτός ο τρόπος. Και ενώ υπήρχε αυτή η κοροϊδία και τα χαχαχούχα, αισθανόμουν ότι εγώ κάνω το σωστό».

Το «Δέντρο» το έγραψε μια νύχτα που πήγε με τους άλλους νέους, μέλη του ειρηνιστικού κινήματος, μια εκδρομή στη θάλασσα. Το «Ηλιος κόκκινος ζεστός» το έκανε η λογοκρισία «Ηλιε ήλιε αρχηγέ». «Δεν το αποκατέστησα, γιατί περνώντας τα χρόνια δεν το ήθελα και εγώ ο ίδιος πια ούτε να ’ναι κόκκινος ούτε πράσινος ούτε μπλε», εξηγεί ο Σαββόπουλος. «Ηθελα να ’ναι ένας έφηβος που κάνει τον ήλιο αρχηγό του, ανεξαρτήτως χρώματος». Εφηβα ήταν και «Τα κορίτσια που πηγαίνουν δυο δυο» στη λεωφόρο Τσιμισκή στη Θεσσαλονίκη. Μα το τραγούδι περιέχει και τη μελλοντική εικόνα τους, «όταν θα έχει μαραθεί αυτή η ομορφιά πια. Οχι από τα χρόνια, αλλά από τη συμβατικότητα».

Η «Συννεφούλα», εξομολογείται, «είναι έρωτας παιδικής καψούρας, με αφορμή το κοριτσάκι που αγαπούσα εκείνο τον καιρό. Είναι επηρεασμένο επίσης από το φιλμ “Jules e Zim” του Τριφό», και από το τραγούδι που λέει σ’ αυτό η Ζαν Μορό. Το «Οι παλιοί μας φίλοι» είναι επηρεασμένο από τον Μπομπ Ντίλαν. Ενώ το «Μη μιλάς άλλο γι’ αγάπη» περιέχει την ανοιξιάτικη δροσιά της νεότητας, σε μια διαδρομή στο κέντρο. Μιας άλλης Αθήνας, μιας άλλης εποχής, ίσως μιας άλλης χώρας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ