Μαρία Κατσουνάκη ΜΑΡΙΑ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Τα τείχη των social media

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

​​​«Ισως να είχα άδικο που εξεπλάγην από την εκλογή του Τραμπ, αλλά αυτή ήταν η αντίδρασή μου. Ζω στο Μπρούκλιν και εργάζομαι στο Μανχάταν, δύο από τις πιο προοδευτικές περιοχές των ΗΠΑ. Ακόμη και στο Διαδίκτυο, όμως, δεν έβλεπα ιδιαίτερα σημάδια που να με έκαναν να πιστεύω ότι θα έβγαινε πρόεδρος. Σε τι οφείλεται αυτή η ιδιότυπη τύφλωση; Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η πύλη μου στον υπόλοιπο κόσμο, το περισκόπιό μου στον κόσμο και στο πώς ο κόσμος αυτός σκέφτεται. Ο καθρέφτης αυτός, όμως, αποδείχθηκε εντελώς απατηλός». Ετσι ξεκινάει το άρθρο της στους New York Times η Jenna Wortham (δημοσιεύεται στη χθεσινή «Κ»).

Η εξομολόγηση δεν είναι καινοφανής. Ολο και πιο συχνά εμφανίζονται κείμενα που αναφέρονται στον «απατηλό κόσμο των social media». Που κρίνουν και αμφισβητούν, που αντιλαμβάνονται την παγίδα των followers και των likes. Είναι, όμως, ακόμη προς διερεύνηση ο τρόπος που το Facebook, τo Twitter, και νεότερα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, επηρεάζουν και διαμορφώνουν την πραγματικότητα, μας αποκόπτουν ή μας περιορίζουν σε ένα τμήμα της, συνθέτοντας έναν τρόπο σκέψης και έκφρασης πιο άμεσο, κάποτε βιαστικό και ανεπεξέργαστο, συχνά επιβεβαιωτικό της δικής μας μικροκλίμακας. Εδώ, καιροφυλακτεί η στρέβλωση: ο αριθμός των likes μπορεί να παρασύρει στην αυταπάτη της απήχησης. Οι 50, 100 ή 200 που επικροτούν την άποψη, λειτουργούν πολλαπλασιαστικά, ο (πολύ) μικρός κόσμος μας φαντάζει μέγας, ο «δημοφιλής» δυσκολεύεται να καταλάβει πώς ο διπλανός του δεν έχει πάρει μυρωδιά από μια ανάρτησή του που έγινε viral.

Συχνά, το έχω ξαναγράψει, η εξάρτηση από την ανάρτηση γίνεται τόσο βασανιστική και απόλυτη, ώστε να επηρεάζει τη διάθεση ή τον τρόπο σκέψης (να γίνεται πιο συμβατός με τους followers ώστε να «αρέσει»). Ο εαυτός σμιλεύεται σιγά σιγά, παίρνοντας το διαδικτυακό σχήμα του.

Εχει δίκιο η Jenna Wortham όταν επισημαίνει ότι «παρά τις γεμάτες αισιοδοξία εκτιμήσεις του Μαρκ Ζούκερμπεργκ, που πιστεύει ότι το Διαδίκτυο μας επιτρέπει να μοιραζόμαστε ιδέες και απόψεις όσο ποτέ άλλοτε, η διαδικτυακή πραγματικότητα είναι ότι το πολιτικό χάσμα και η ιδεολογική πόλωση έχουν διευρυνθεί ακόμη περισσότερο». Η διασπορά μίσους, η τοξικότητα απόψεων και θέσεων, η επιθετικότητα, η στρεβλή αντίληψη περί «αλήθειας» και «δεν μασάω τα λόγια μου», καταργούν όρια και αναστολές, αναγκαία και τα δύο για την κοινωνική συνύπαρξη. Εξάλλου, με την ίδια σφοδρότητα που υποτίθεται ότι καταλύεται η υποκρισία, με την ίδια και αυξάνει όταν το Διαδίκτυο μετατρέπεται σε λαμπρό πεδίο δημοσίων σχέσεων, γλυκερών επαίνων και διάχυσης μιας κολλώδους «αγάπης».

Η εκλογή του Τραμπ, που πέρασε κάτω από το ραντάρ των δημοσκόπων και (όχι ασύνδετο) από έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό χρηστών του Διαδικτύου, είναι ένα μόνο παράδειγμα. Ο κατακερματισμός της πραγματικότητας –αυτής τουλάχιστον που έχει τη δυναμική να εκλέγει τον πρόεδρο των ΗΠΑ– ευθύνεται, εν μέρει, και για την επιδείνωση της γενικευμένης αστάθειας. Η νοσηρότητα που διαπιστώνεται καθημερινά, στις πολλές εκφάνσεις της, (ανα)τροφοδοτείται μέσα από την (ενδο)επικοινωνία των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Πριν αρχίσουν να ορθώνονται βίαια τα εξωτερικά σύνορα –το προσφυγικό ήταν, ενδεχομένως, η αφορμή– είχαν ήδη στηθεί τα εσωτερικά. Είχε προετοιμαστεί το έδαφος – όχι μόνο από την ανέχεια, την ανεργία, την ανασφάλεια, κ.ο.κ. Οι «παράλληλες πραγματικότητες» του Διαδικτύου είχαν κάνει, κι αυτές, τη δουλειά τους είτε διασπείροντας μίσος και βία είτε προφυλάσσοντας μέσα σε ένα γερά υφασμένο δημοκρατικό, ανεκτικό, διαπνεόμενο από ανθρωπιστικά ιδεώδη, κουκούλι. Πραγματικότητες που άλλοτε διασταυρώνουν τα ξίφη τους άλλοτε παραμένουν παράλληλες, ασύμπτωτες, αόρατες η μία για την άλλη. Και το χειρότερο: τα τείχη που ορθώνονται φαντάζουν όλο και πιο κανονικά, όλο και πιο λογικά.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ