ΒΙΒΛΙΟ

Ο τρόμος της τακτοποιημένης καθημερινότητας

ΧΡΥΣΑ ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Το «σπίτι» γίνεται το σύμβολο για τα αντίθετα: τη θαλπωρή και την ανασφάλεια, το καταφύγιο και τον όλεθρο.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΣΙΡΛΕΪ ΤΖΑΚΣΟΝ
Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο
μτφρ.: Βάσια Τζανακάρη
εκδ. Μεταίχμιο

Μπορεί το οικείο, το συνηθισμένο, το καθημερινό και αθώο να προκαλούν τρόμο; Η συγγραφέας του εν λόγω έργου απαντάει καταφατικά μέσω των ιστοριών της. Πρόκειται για μία από τους πρωτοπόρους του ψυχολογικού θρίλερ, τη Σίρλεϊ Τζάκσον (ΗΠΑ, 1916-1965), η οποία επηρέασε μέσω των θεμάτων και του τρόπου επεξεργασίας τους την ανάπτυξη του είδους, με χαρακτηριστικότερες τις περιπτώσεις των Στίβεν Κινγκ, Νάιγκελ Νίαλ, Ρίτσαρντ Μάθεσον και Νιλ Γκέιμαν.

Η συγγραφέας έγινε ευρέως γνωστή κυρίως χάρη στα διηγήματά της «Η λοταρία», που κυκλοφόρησε το 1948, και «Οι δαίμονες του Χιλ Χάουζ» (1959), τα οποία αξιοποιήθηκαν και στον κινηματογράφο και συμπυκνώνουν τα σύμβολα που επανέρχονται σχεδόν σε όλα της τα έργα. Η απομόνωση, η αναζήτηση της ευτυχίας με παράδοξους τρόπους, γιατί η ματιά των ηρώων είναι αλλόκοτη, η απειλή που προέρχεται από τους άλλους, τους διαφορετικούς, είναι μερικά από τα κύρια ζητήματα ενός έργου που απεικονίζει μετεστραμμένη την πραγματικότητα. Τα ρεαλιστικά στοιχεία, άλλωστε, που χρησιμοποιούνται μεταπλάθονται ανεπαισθήτως και εντέλει προβάλλουν έναν κόσμο νοσηρό, απρόβλεπτο και άρα επικίνδυνο.

Οι ήρωες του τελευταίου έργου της «Ζούσαμε πάντα σ’ ένα κάστρο», που κυκλοφόρησε το 1962, διαμένουν σε ένα απομονωμένο από το κοντινό χωριό σπίτι και αποφεύγουν να συναναστρέφονται τους κατοίκους του. Η αφήγηση γίνεται σε πρώτο πρόσωπο από μια δεκαοκτάχρονη, τη Μέρικατ, η οποία ξεδιπλώνει με απλό και άμεσο τρόπο την ιστορία της οικογένειάς της, την ιδιαιτερότητα και των άλλων δύο μελών, της αδερφής και του θείου της, ο οποίος κρατάει σημειώσεις και μέσω αυτών αποκαλύπτεται ένα μεγάλο οικογενειακό μυστικό, η δηλητηρίαση με αρσενικό των γονιών των δύο κοριτσιών καθώς και άλλων συγγενικών προσώπων.

Γέφυρα με τον άλλον κόσμο, τον έξω κόσμο, είναι η αφηγήτρια, η οποία τον αποδίδει σύμφωνα με τις εμμονές και την προσωπική της πραγματικότητα. Το «σπίτι» γίνεται το σύμβολο για τα αντίθετα: τη θαλπωρή και την ανασφάλεια, το καταφύγιο και τον όλεθρο. Είναι ο ιδιωτικός παράδεισος με πολλά μυστικά, ωστόσο, και αντιφάσεις. Χωρίς να δικαιολογείται ή να αναφέρεται κάποιος σοβαρός λόγος, η αφηγήτρια εύχεται τα χειρότερα για τους άλλους, τους κακούς, τους εισβολείς, ενώ η «λοξή» ματιά αντιμετωπίζεται ως κάτι απολύτως φυσικό και αποδεκτό και οι δύο ηρωίδες δεν είναι παρά ο καθρέφτης μιας διχασμένης προσωπικότητας. Η κόλαση, σ’ αυτήν την περίπτωση, έχει αθώο πρόσωπο και εξαπατά ακόμη και τους πιο δύσπιστους.

Στο μυθιστόρημα υποδηλώνεται ότι η ήσυχη, η νοικοκυρεμένη ζωή κρύβει ενοχές, πιθανές αλλά και πραγματικές εκρήξεις, συγκρούσεις που αντιστρέφουν τα πράγματα και αποτυπώνουν ποικίλες εκδοχές της ίδιας πραγματικότητας.

Σ’ ένα τέτοιο σύμπαν, δεν προξενούν τρόμο οι αλλόκοτες μορφές ή η βία, αλλά η τακτοποιημένη καθημερινότητα, στην οποία ελλοχεύουν η απειλή, η επιθετικότητα και ο όλεθρος.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ