ΚΟΣΜΟΣ

Πέθανε χθες ο Φιντέλ Κάστρο

ΔΗΜΗΤΡΗΣ Π. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ*

Ο Ερνέστο Τσε Γκεβάρα (με τον μπερέ) και ο Φιντέλ Κάστρο οργάνωσαν αντάρτικο στη ζούγκλα, στα νοτιοανατολικά της Κούβας, το 1956. Τρία χρόνια μετά, μπήκαν θριαμβευτές στην Αβάνα.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Ιστορία

Τον θάνατο του Φιντέλ Κάστρο ανακοίνωσε τα ξημερώματα του Σαββάτου ο ίδιος ο πρόεδρος της Κούβας και αδελφός του εκλιπόντος, Ραούλ, διακόπτοντας τις νυχτερινές ειδήσεις στην κρατική τηλεόραση και κλείνοντας το σύντομο διάγγελμά του με το εμβληματικό σύνθημα του Φιντέλ: «Πάντα προς τη νίκη!». Μισή ώρα μετά την ανακοίνωση του θανάτου του Κάστρο, η συνοικία Μικρή Αβάνα του Μαϊάμι της Φλόριντα έσφυζε από ζωή, με χιλιάδες αυτοεξόριστους Κουβανούς να γιορτάζουν έξαλλα την εκδημία του ιδεολογικού τους εχθρού. «Ο δικτάτορας, αιτία θανάτου χιλιάδων στην Κούβα, τη Λατινική Αμερική και την Αφρική, πέθανε», έγραψε στο Twitter ο επικεφαλής της μεγαλύτερης οργάνωσης αντιφρονούντων στο Μαϊάμι, Χοσέ Φερέρ. Την ίδια ώρα, τη θλίψη τους εξέφραζαν φιλικά προσκείμενες κυβερνήσεις στη Λατινική Αμερική. Η αριστερή κυβέρνηση του Ελ Σαλβαδόρ εξέφρασε την «αιώνια ευγνωμοσύνη» της στον Κάστρο και τον κουβανικό λαό για τη βοήθειά τους «στις δυσκολότερες στιγμές», έμμεση αναφορά στη στήριξη της Κούβας προς το αριστερό αντάρτικο κατά τη διάρκεια της δικτατορίας. Ο πρόεδρος της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, κάλεσε, από τη μεριά του, τον κόσμο να ακολουθήσει το παράδειγμα του Κάστρο.

Με αφορμή τον θάνατο του Κάστρο, η «Κ» αναδημοσιεύει τη σελίδα της ΙΣΤΟΡΙΑΣ αφιερωμένη στον ηγέτη της κουβανικής επανάστασης.

Παρότι ο κόσμος του Ψυχρού Πολέμου ήταν μαθημένος στις ανατροπές, το τέλος της δεκαετίας του 1950 θα έφερνε ένα ανέλπιστο γεγονός. Σε ένα νησί της Καραϊβικής, λίγα μίλια από τη Φλόριντα, το οποίο ήταν ανέκαθεν στη συνείδηση όλων αμερικανικό «προτεκτοράτο», είχε σημειωθεί μια καθεστωτική επανάσταση από μια μικρή ομάδα νεαρών εθνικιστών-μαρξιστών που έμελλε να αναστατώσει τις γεωπολιτικές και γεωστρατηγικές ισορροπίες της περιοχής.

Είναι αλήθεια ότι η εξωτική Κούβα, που ήταν η μόνη χώρα της Λατινικής Αμερικής όπου είχαν αναπτυχθεί αστικά στρώματα, βρισκόταν σε κοινωνικό αναβρασμό ήδη από τη δεκαετία του ’30. Ενα δυναμικό φοιτητικό και εργατικό κίνημα που διεκδικούσε φιλολαϊκές μεταρρυθμίσεις είχε πετύχει το 1933 να φέρει στην εξουσία τον Ραμόν Γκράου Σαν Μαρτίν απέναντι στο προηγούμενο καταπιεστικό και διεφθαρμένο καθεστώς Ματσάντο. Ο στρατός ωστόσο, που ήταν υπό την έντονη επιρροή των ΗΠΑ, εφόσον εξοπλιζόταν και εκπαιδευόταν εκεί, έσπευσε, με επικεφαλής έναν λαϊκής καταγωγής πρώην λοχία, τον Φουλχένσιο Μπατίστα, να αποσύρει τη στήριξή του στην κυβέρνηση λίγο μετά, το 1934, καθώς μάλιστα οι εξαγωγές ζάχαρης –που αποτελούσαν το βασικό εξαγώγιμο προϊόν της Κούβας– είχαν πέσει στο 1/5. Την επόμενη 15ετία, ο Μπατίστα θα εδραίωνε ακόμη περισσότερο την άτυπη εξουσία του, τοποθετώντας διάφορους αχυρανθρώπους στην προεδρία της χώρας, και παράλληλα θα ενίσχυε τον έλεγχο της οικονομίας και άλλων τομέων του κράτους από το στρατό. Εν τω μεταξύ, το νησί είχε μετατραπεί σε τουριστικό παράδεισο για πλούσιους Αμερικανούς αλλά και μαφιόζους που πήγαιναν εκεί για τα διάσημα καζίνο του και την «ελευθεριότητα» της ζωής.

Η απόφαση του Μπατίστα να διεκδικήσει (κι εντέλει να κερδίσει) το προεδρικό αξίωμα το 1940, στη βάση ενός νέου, θεωρητικά φιλελεύθερου συντάγματος, θα εγκαθίδρυε ένα λαϊκιστικό καθεστώς ενώ θα μετέτρεπε την Κούβα σε στρατηγικό εταίρο της Ουάσιγκτον στην κρίσιμη συγκυρία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Την ίδια ώρα, οι στενές σχέσεις του Μπατίστα με το οργανωμένο έγκλημα του Μαϊάμι θα έκαναν τον ίδιο εκατομμυριούχο. Ο διάδοχός του, πάντως, το 1944-48, ο Γκράου (όπως άλλωστε και οι επόμενοι πρόεδροι), παρά την ευνοϊκή μεταπολεμική οικονομική συγκυρία, δεν κατάφερε να αλλάξει τα πράγματα, ηγούμενος ίσως της πιο διεφθαρμένης κυβέρνησης στην ιστορία της χώρας. Με ένα αιματηρό πραξικόπημα, στις 9 Μαρτίου του 1952 ο Μπατίστα εγκαθίδρυε τώρα μια απροκάλυπτη δικτατορία, κερδίζοντας αμέσως τη στήριξη των ΗΠΑ και της τοπικής οικονομικής ελίτ. Παρά τον σκληρό του χαρακτήρα, που βασιζόταν στη μυστική αστυνομία και σε δημόσιες εκτελέσεις αντιφρονούντων, το στρατοκρατικό καθεστώς θα βρει ωστόσο απέναντί του κυρίως τη νεολαία του Ορθόδοξου Κόμματος, από τις τάξεις της οποίας θα ξεπηδήσει κι ένας νεαρός φοιτητής Νομικής, από ευκατάστατη οικογένεια, ο οποίος θεωρούσε ότι μόνο ένοπλες ριζοσπαστικές λύσεις θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην ανατροπή του καθεστώτος. Μετά τη σύντομη φυλάκισή του, ως αποτέλεσμα του αποτυχημένου κινήματος της 26ης Ιουλίου 1953, ο Φιντέλ Κάστρο θα καταφύγει το 1955 στο Μεξικό όπου με 82 συντρόφους θα ξεκινήσουν την εκπαίδευση στον ανορθόδοξο πόλεμο.

Η επιστροφή του στο νησί, το 1956, θα σημάνει την οργάνωση ενός αντάρτικου στη ζούγκλα, στα νοτιοανατολικά, μαζί με τον αδελφό του Ραούλ, έναν Αργεντινό γιατρό, τον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα, και μια δεκαριά ακόμη που ήταν οι μόνοι που τελικά τον ακολούθησαν. Χάρη όμως στη γοητεία του Κάστρο και στους πύρινους λόγους του κατά των κοινωνικών διακρίσεων και υπέρ μιας αυθεντικής κουβανικής ταυτότητας, η ομάδα αυτή θα πληθαίνει διαρκώς και θα καταφέρει να χτίσει σιγά σιγά μικρά φιλικά προπύργια στην περιοχή, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για τη μεγάλη κίνηση. Στις αρχές του 1958, μια εκτεταμένη στρατιωτική επιχείρηση του καθεστώτος κατά των ανταρτών κατέληξε σε αποτυχία, απονομιμοποιώντας το στα μάτια της κοινωνίας. Η ευκαιρία είχε δοθεί. Στις 8 Ιανουαρίου του 1959, οι Φιντελίστας κατέλαβαν την κουβανική πρωτεύουσα ανατρέποντας το καθεστώς Μπατίστα.

Αντιαμερικανισμός και κολεκτιβοποίηση της οικονομίας

Η εξέλιξη αυτή που δημιουργούσε ξαφνικά έναν απρόβλεπτο παράγοντα στο μαλακό υπογάστριο των ΗΠΑ, θορύβησε έντονα το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τον πρόεδρο Τζ. Φ. Κέννεντυ. Αρχικά, ο Κάστρο δεν φάνηκε να επιζητά πλήρη ρήξη με την παλαιά «προστάτιδα» δύναμη, την οποία άλλωστε επισκέφτηκε επισήμως, όντας πάντως ο πρώτος Κουβανός ηγέτης που δεν ζήτησε οικονομική βοήθεια. Οι παράλληλες κινήσεις προσέγγισής του με την ΕΣΣΔ διέλυσαν και τις τελευταίες ελπίδες ότι θα μπορούσε να συνυπάρξει ανέφελα με την ηγεμονία των ΗΠΑ στην περιοχή. Αλλά η κακοσχεδιασμένη αμερικανοκίνητη επιχείρηση εξόριστων Κουβανών που αποβιβάστηκαν στον Κόλπο των Χοίρων τον Απρίλιο του 1961, προκειμένου να ανακαταλάβουν την εξουσία, όχι μόνο αποδείχτηκε μεγάλο φιάσκο, οδηγώντας στη σύλληψη σχεδόν όλων των κινηματιών (1.180 από τους 1.297) αλλά έδωσε την αφορμή στο φιντελικό καθεστώς να επενδύσει έτι περαιτέρω στον αντιαμερικανισμό – πόσο μάλλον που η CIA οργάνωσε τουλάχιστον οκτώ απόπειρες δολοφονίας του Κάστρο τα πρώτα πέντε χρόνια της εξουσίας του.

Με το σύνθημα «Πατρίδα ή θάνατος», ο 33χρονος Λατινοαμερικανός ηγέτης μπορούσε να επαίρεται ότι είχε ταπεινώσει τον «ιμπεριαλισμό», στο όνομα της εθνικής ανεξαρτησίας μιας καταπιεσμένης αλλά υπερήφανης μικρής χώρας. Το κυριότερο είναι ότι το νέο καθεστώς έγινε όλο και πιο προσωποπαγές και συγκεντρωτικό, ενώ σύντομα απομακρύνθηκαν από τα κέντρα αποφάσεων και οι μη κομμουνιστές πολιτικοί και τεχνοκράτες της κυβέρνησης, οι περισσότεροι εκ των οποίων οδηγήθηκαν στην αυτοεξορία (συνολικά εγκατέλειψαν τη χώρα περίπου 250.000 άνθρωποι, κυρίως από τα ανώτερα και πιο μορφωμένα στρώματα).

Η απώλεια αυτού του ανθρώπινου κεφαλαίου θα αποδεικνυόταν κρίσιμη καθώς το τιτάνιο κεντρικό σχέδιο μιας συθέμελης αλλαγής της παραγωγικής δομής της οικονομίας που θα στηριζόταν στην αγροτική μεταρρύθμιση (με κρατικοποίηση της γης) και στην εκβιομηχάνιση, δεν θα απέδιδε τους φιλόδοξους στόχους που θα ετίθεντο έως το 1970. Οι μεγάλες κοινωνικές ανισότητες έτειναν μεν να εξαφανιστούν, ενώ η εκπαίδευση, η αξιοπρεπής στέγαση και η (υψηλού επιπέδου) ιατροφαρμακευτική κάλυψη αφορούσαν πλέον το σύνολο του πληθυσμού, αλλά οι χαμηλότατοι μισθοί, τα εξαντλητικά ωράρια στα κτήματα, μαζί με τη μείωση των εξαγωγών στις ΗΠΑ, που μέχρι τότε ήταν περίπου ο αποκλειστικός αγοραστής της κουβανικής παραγωγής ζάχαρης, θα δημιουργούσαν τις πρώτες εσωτερικές δυσαρέσκειες, και από ένα σημείο και μετά, μια υπόγεια αδιαφορία για τους στόχους που έθετε ο κεντρικός σχεδιασμός. Σαφής πρόθεση του καθεστώτος ήταν ο περιορισμός της κεντρικής γραφειοκρατίας κατά το ήμισυ, προκειμένου να εξευρεθούν χέρια για τον επιχειρούμενο αγροτικό μετασχηματισμό. Και σε αυτήν τη διαδικασία σημαντικό ρόλο έπαιξε η Κουβανική Ομοσπονδία Εργατών (CTC) που ήλεγξε τις αντιδράσεις. Το πιο ευνοημένο τμήμα του πληθυσμού από τις άνωθεν αυτές κοινωνικές μεταβολές θα ήταν εντέλει οι γυναίκες, που απέκτησαν για πρώτη φορά μαζική πρόσβαση στην εκπαίδευση και χειραφετήθηκαν από την πατριαρχική οικογένεια.

1962: περιθωριοποίηση του Κάστρο στην κρίση των πυραύλων

Ο Φιντέλ, ωστόσο, όχι μόνο δεν πτοήθηκε αλλά ενίσχυσε τον σοσιαλιστικό χαρακτήρα του καθεστώτος του κάνοντας και μία κορυφαία στρατηγική επιλογή, αν και υψηλού ρίσκου: να εκμεταλλευτεί τον ψυχροπολεμικό ανταγωνισμό, συνάπτοντας ακόμη πιο στενές σχέσεις με τη Σοβιετική Ενωση. Δεκτική σε μια τέτοια συμμαχία, η Μόσχα θεωρούσε ότι της δινόταν μοναδική ευκαιρία να αλλάξει τις ισορροπίες ισχύος στην περιοχή. Ετσι, τον Οκτώβριο του 1962, ξεκίνησαν να τοποθετούνται μυστικά στο νησί από τους Σοβιετικούς πύραυλοι μέσου βεληνεκούς, παρότι η κουβανική πλευρά είχε ζητήσει αυτό να γίνει φανερά ως μέσο πίεσης στην Ουάσιγκτον, καθώς και για την τόνωση του αντιαμερικανισμού στην χώρα. Η κρίση που θα προέκυπτε τις επόμενες ημέρες, μετά τη σχετική αποκάλυψη από ένα αμερικανικό αεροσκάφος U-2, ήταν από εκείνες όπου όλα τα ενδεχόμενα έμοιαζαν ανοικτά, ακόμη κι ενός πυρηνικού πολέμου. Για 13 ημέρες η ανθρωπότητα κρατούσε έντρομη την ανάσα της. Η τελική συμφωνία Κέννεντυ-Χρουστσώφ έγινε πάνω σε τεντωμένο σχοινί και προέβλεπε την απόσυρση των πυραύλων, σε αντάλλαγμα της μη επέμβασης των ΗΠΑ στο νησί. Στις διαπραγματεύσεις αυτές, όμως, ο ίδιος ο Κάστρο αγνοήθηκε εντελώς. Ο ηγέτης της Κούβας θα πληροφορούνταν τη συμφωνία από το ραδιόφωνο, συνειδητοποιώντας έτσι ότι είχε εμπλακεί σε έναν ανταγωνισμό που υπερέβαινε κατά πολύ το δικό του μικρό ειδικό βάρος. Αυτό θα σηματοδοτήσει και την ψύχρανση των σχέσεών του με τη Μόσχα, έως το 1968 τουλάχιστον.

Εξάλλου, το εμπάργκο των ΗΠΑ στα κουβανικά προϊόντα που θα ισχύσει έκτοτε, θα αποτελέσει σοβαρό πλήγμα για την κουβανική οικονομία που (και για άλλους λόγους που είχαν να κάνουν με την παγκόσμια πτώση των τιμών) είδε τα έσοδα από τις εξαγωγές ζάχαρης, τα οποία υποτίθεται θα χρηματοδοτούσαν την επιζητούμενη εκβιομηχάνιση της χώρας, να μειώνονται σοβαρά. Ετσι, το σχέδιο της ταχείας εκβιομηχάνισης θα αποσυρόταν και ο σχεδιασμός θα επένδυε και πάλι στην αύξηση της παραγωγής ζάχαρης που θα βασιζόταν με τη σειρά της στον «νέο σοσιαλιστικό άνθρωπο», ο οποίος καλούνταν να θέσει το συλλογικό πάνω από το ατομικό του συμφέρον. Η σοβιετική οικονομική βοήθεια θα καλείτο πλέον να υποκαταστήσει τους χαμένους πόρους.

Παράλληλα, ο Κάστρο διατηρούσε τη φιλοδοξία της «διάχυσης» της επανάστασης και στην υπόλοιπη Λατινική Αμερική ως ένα συνεκτικό μέτωπο απέναντι στις ΗΠΑ. Σε αντίθεση με τη Μόσχα, που για τους δικούς της λόγους δεν ήταν υπέρ των ένοπλων κινημάτων σε εκείνο το ημισφαίριο και τη συγκυρία, ο «κομαντάντε» Τσε Γκεβάρα προωθούσε τη θέση του υπέρ «δύο, τριών, πολλών Βιετνάμ». Τα όνειρα αυτά όμως σύντομα θα διαψεύδονταν στα βουνά της Βολιβίας, όπου ο Τσε, ο οποίος είχε οργανώσει ένα ολιγομελές αντάρτικο για την ανατροπή της τοπικής χούντας, θα έπεφτε νεκρός, τον Οκτώβριο του 1967, μετατρεπόμενος πάντως σε ένα είδος νεορομαντικού ήρωα για τους απανταχού εξεγερμένους του ’68.

Ο κουβανικός σοσιαλισμός θα συνέχιζε τα επόμενα χρόνια την πορεία του ως μοναχική εξαίρεση στην περιοχή, επανασυνδεόμενος με το ύστατο στήριγμά του, την ΕΣΣΔ, μετά τη σοβιετική εισβολή στην Πράγα, εισβολή που ο Κάστρο θα στήριζε ενθουσιωδώς, για προφανείς λόγους.

* Ο κ. Δημήτρης Π. Σωτηρόπουλος είναι αναπληρωτής καθηγητής Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας και γραμματέας σύνταξης της Νέας Εστίας.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ