ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Επιχείρηση διάσωσης για το Κυπριακό

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΕΛΛΙΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Υπό την ασφυκτική πίεση της διεθνούς κοινότητας κυοφορούνται η υπέρβαση του ναυαγίου της Ελβετίας και η επανεκκίνηση της διαπραγματευτικής διαδικασίας για λύση του Κυπριακού. Η προσπάθεια εκτυλίσσεται σε ένα εύφλεκτο περιβάλλον, λόγω της επιδείνωσης των ευρωτουρκικών σχέσεων μετά το ψήφισμα του Ευρωκοινοβουλίου για το «πάγωμα» των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, που είναι πάντως μη δεσμευτικό και τις απειλές του προέδρου και του πρωθυπουργού της Τουρκίας ότι θα «πλημμυρίσουν» την Ευρώπη με «κύματα» προσφύγων και μεταναστών. Παράλληλα, πολλαπλασιάζονται οι αναθεωρητικές παρεμβάσεις του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος υποκύπτοντας στις συμβουλές της καρδιάς του, αμφισβητεί τη Συνθήκη της Λωζάννης και τα σύνορα της σημερινής Τουρκίας. Το σκηνικό επιβαρύνει η απόρριψη της προοπτικής επανένωσης της Κύπρου από τον οικονομικό σύμβουλο του Τούρκου προέδρου, ο οποίος έκανε λόγο για προσάρτηση των Κατεχομένων στην Τουρκία.

Οι διαπραγματεύσεις στην Ελβετία ναυάγησαν διότι η τουρκοκυπριακή πλευρά δεν συμφώνησε στις εδαφικές αναπροσαρμογές και στην αποτύπωσή τους σε χάρτη, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για τη μετάβαση στο επόμενο στάδιο που είναι οι εγγυήσεις, ένα «εξωτερικό» θέμα στο οποίο εμπλέκονται άμεσα η Ελλάδα και η Τουρκία. Ουσιαστικά, υπό την πίεση της Αγκυρας, ο Μουσταφά Ακιντζί δεν συναίνεσε στην επιστροφή της Μόρφου στους Ελληνοκυπρίους, που έχει τεράστια συμβολική αλλά και ουσιαστική αξία και διαχρονικά θεωρείται βασική πτυχή μιας λύσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι εδώ και ένα τέταρτο του αιώνα, στις συνομιλίες του 1992 στην έδρα του ΟΗΕ, ο τότε κυβερνητικός εκπρόσωπος του προέδρου Βασιλείου, Ακης Φάντης, είχε με έμφαση επισημάνει σε μικρό αριθμό ανταποκριτών ότι «το όνομα του μωρού είναι Μόρφου».

Προφανώς, η τοποθέτηση αυτή ισχύει και σήμερα.

Η «επόμενη μέρα» αρχίζει με τη συνάντηση που θα έχει αύριο στη Λευκωσία ο ειδικός απεσταλμένος του ΟΗΕ, Εσπεν Μπαρθ Εϊντε, με τον πρόεδρο Αναστασιάδη, ενώ στη συνέχεια θα δει και τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Μουσταφά Ακιντζί. Στόχος του η διαμόρφωση των αναγκαίων συνθηκών για την άμεση επανέναρξη των συνομιλιών. Προς την ίδια κατεύθυνση θα πιέσουν ο Βρετανός υπ. Εξωτερικών, Μπόρις Τζόνσον, ο οποίος θα επισκεφθεί τη Μεγαλόνησο την Τρίτη, όπως και ο Αμερικανός αναπληρωτής βοηθός υπ. Εξωτερικών για Ευρωπαϊκές Υποθέσεις, Τζόναθαν Κόεν, που θα πάει την Πέμπτη.
Μαραθώνιος

Τις προηγούμενες ημέρες υπήρξε ένας μαραθώνιος τηλεφωνικών επικοινωνιών του προέδρου Αναστασιάδη με τον Αμερικανό αντιπρόεδρο Μπάιντεν, τη Βρετανίδα πρωθυπουργό Μέι, τη Γερμανίδα καγκελάριο Μέρκελ, τον Ρώσο υπ. Εξωτερικών Λαβρόφ, τον γενικό γραμματέα του ΟΗΕ Μπαν, τους προέδρους του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Τουσκ, της Κομισιόν Γιούνκερ και του Ευρωκοινοβουλίου Σουλτς. Τις δικές του επικοινωνίες είχε και ο Μουσταφά Ακιντζί. Το μήνυμα από τη διεθνή κοινότητα είναι σαφές: «Εχετε διανύσει μια τεράστια απόσταση. Δεν πρέπει να χαθεί το παράθυρο ευκαιρίας που έχει ανοίξει».

Στη διάρκεια των εντατικών διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα τους προηγούμενους 18 μήνες και ιδιαίτερα μετά τον περασμένο Αύγουστο, οι κ. Αναστασιάδης και Ακιντζί έχουν σημειώσει τεράστια πρόοδο σε ένα ευρύ φάσμα πτυχών της λύσης. Στα κεφάλαια της διακυβέρνησης, των περιουσιών και της οικονομίας έχει συμφωνηθεί σχεδόν το 90%. Υπό αυτό το πρίσμα, η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί ότι πρέπει να ξεπερασθούν οι ατυχείς υπαναχωρήσεις της τουρκικής πλευράς στο εδαφικό, με την κατάθεση ενός χάρτη που θα προβλέπει ένα ποσοστό εδάφους γύρω στο 28,5% για την τουρκοκυπριακή συνιστώσα πολιτεία και την επιστροφή μεταξύ 78.000 και 94.000 Ελληνοκυπρίων προσφύγων στα σπίτια τους (υπό την πίεση της Αγκυρας, ο κ. Ακιντζί πρότεινε 55.000-65.000, αριθμοί που θεωρούνται έξω από κάθε λογική και προφανώς στόχευαν στο να «τορπιλίσουν» τη διαδικασία) και να ακολουθήσει συνάντηση των κ. Τσίπρα και Ερντογάν για να συζητηθεί το ακανθώδες ζήτημα των εγγυήσεων, στη διατήρηση των οποίων, έστω και με διαφορετική μορφή και εύρος, επιμένει η Τουρκία, σε αντίθεση με την Ελλάδα που επιθυμεί να τερματιστούν.

Η Βρετανία, τρίτη εγγυήτρια δύναμη, εμφανίζεται έτοιμη να επιστρέψει στην κυβέρνηση της Κύπρου το 50% των εδαφών που ανήκουν σήμερα στις βάσεις της και αφού λάβει υπόψη της τις προθέσεις Αθήνας και Αγκυρας, θα εξετάσει το μέλλον του δικού της ρόλου.

Παιχνίδι ευθυνών

Στο παζλ των εγγυήσεων έλαβε χώρα τις προηγούμενες ημέρες ένα ιδιότυπο παιχνίδι επίρριψης ευθυνών μεταξύ Αθήνας και Λευκωσίας, με διαρροές και αλληλοκατηγορίες οι οποίες –όλοι συμφωνούν– το μόνο που επιτυγχάνουν είναι να αποδυναμώνουν τη θέση της ελληνοκυπριακής πλευράς. Στο επίκεντρο βρέθηκε η πιο απόλυτη προσέγγιση του Ελληνα υπουργού Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά, που, όμως, δεν μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για εσωστρέφεια και αλληλοσυγκρούσεις. Αντίθετα, με σωστή διαχείριση μπορεί να αποτελέσει όπλο στη φαρέτρα του Νίκου Αναστασιάδη. Αλλωστε, τα επιχειρήματα του κ. Κοτζιά, όπως έχουν καταγραφεί και σε σχετικό έγγραφο το οποίο είναι γνωστό σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, εδράζονται στην κοινή λογική αλλά και σε βασικές αρχές της Ε.Ε. των οποίων τη βάναυση παραβίαση δεν μπορεί να αποδεχθούν ο ΟΗΕ και η Ε.Ε.

Η ελληνοκυπριακή πλευρά θεωρεί λάθος να περάσει η διαδικασία στην πολυμερή διάσκεψη –στην Ελβετία είχε συμφωνηθεί να διεξαχθεί αυτή στις 18-19 Δεκεμβρίου– χωρίς προηγουμένως να έχουν υπάρξει κατ’ αρχήν συμφωνίες στα καθαρά «εσωτερικά» κεφάλαια που αφορούν αποκλειστικά τους Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους. Αντίθετα, η τουρκική πλευρά επιχειρεί να συνδέσει την πολυμερή διάσκεψη με το εδαφικό ζήτημα, προκειμένου να αποκομίσει κέρδη στις εσωτερικές πτυχές μέσα από ένα ευρύτερο «πάρε-δώσε».

Τις επόμενες ημέρες η διεθνής κοινότητα θα πιέσει, έχοντας ως στόχο την ταχεία ολοκλήρωση της διαδικασίας και έπειτα από μια μακρά «εκστρατεία ενημέρωσης» των δύο κοινοτήτων, τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος μέχρι τον Ιούνιο του ’17.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ