ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Στουρνάρας: Κίνδυνος για την χώρα η διαφωνία ΔΝΤ - ΕΕ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΠΑΔΟΓΙΑΝΝΗΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ: Στουρνάρας Γιάννης

Για «σοβαρή διαφωνία του ΔΝΤ με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς» αναφορικά με την υλοποίηση του ελληνικού προγράμματος έκανε λόγο ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννης Στουρνάρας, προειδοποιώντας ότι «μία ενδεχόμενη αποτυχία στην ύπαρξη συμφωνίας θα μπορούσε να ανακόψει την ανοδική πορεία της οικονομίας, με αποτέλεσμα την αναζωπύρωση της αβεβαιότητας και την υπονόμευση του κλίματος εμπιστοσύνης».

Παράλληλα, στην ομιλία του στο Συνέδριο του  Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου για την Ελληνική Οικονομία, ο κ. Στουρνάρας κάλεσε τους ευρωπαίους εταίρους να λάβουν τις αποφάσεις για τα μέτρα που θα διασφαλίσουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και να περιοριστούν οι στόχοι για το πλεόνασμα στο 2% του ΑΕΠ έναντι 3,5% για να ενισχυθούν οι αναπτυξιακές προοπτικές της χώρας..

Τόνισε ότι «παρά τα λάθη και τις οπισθοδρομήσεις, παρά το σημαντικό οικονομικό και κοινωνικό κόστος της κρίσης, η Ελλάδα έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία έξι χρόνια όσον αφορά την προσαρμογή των δημοσιονομικών και εξωτερικών ανισορροπιών της, και έχει εφαρμόσει ένα τολμηρό πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων» και πλέον «η προοπτική εξόδου από την κρίση, και η επιστροφή σε διατηρήσιμη και εξωστρεφή ανάπτυξη είναι και πάλι ορατές».

Ωστόσο, προειδοποίησε, ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι. «Παρά τις θετικές προβλέψεις για το β΄ εξάμηνο του 2016 και το 2017, εξακολουθούν να ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι για την πορεία  της ελληνικής οικονομίας. Ο βασικότερος κίνδυνος προέρχεται από μία ενδεχόμενη αποτυχία στην ύπαρξη συμφωνίας για τη δεύτερη αξιολόγηση του προγράμματος και από καθυστερήσεις ή οπισθοδρομήσεις στην υλοποίησή του. Ενδεχόμενη υλοποίηση αυτών των κινδύνων θα μπορούσε να ανακόψει την ανοδική πορεία της οικονομίας, με αποτέλεσμα την αναζωπύρωση της αβεβαιότητας και την υπονόμευση του κλίματος εμπιστοσύνης.

Μία ενδεχόμενη αναβολή των αποφάσεων, εκ μέρους των Ευρωπαίων εταίρων, για τα μέτρα που θα διασφαλίσουν τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους, θα αποτελούσε τροχοπέδη για τη βελτίωση των οικονομικών και επενδυτικών προοπτικών της χώρας. Αυτό θα εξασθενούσε τις προοπτικές διατηρήσιμης πρόσβασης του ελληνικού Δημοσίου και των ελληνικών επιχειρήσεων στις διεθνείς αγορές χρήματος κεφαλαίου, και κατ’ επέκταση, τις προοπτικές οριστικής εξόδου από την κρίση.

Σημειώνεται ότι, ενώ στα πρώτα δύο προγράμματα ο κίνδυνος εστιαζόταν κυρίως σε ενδεχόμενες διαφωνίες μεταξύ των εταίρων και της Ελλάδας για ορισμένα μέρη των προγραμμάτων αυτών, στο τρέχον πρόγραμμα έχει προστεθεί και η σοβαρή διαφωνία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου με τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, τόσο για την ελάφρυνση του χρέους όσο και για το εκτιμώμενο αποτέλεσμα των δημοσιονομικών μέτρων που έχουν ήδη ληφθεί, πάνω στο πρωτογενές αποτέλεσμα μετά το 2018.

Παράλληλα, υπάρχουν κίνδυνοι και αβεβαιότητες που συνδέονται με το εξωτερικό περιβάλλον και αφορούν την πορεία της παγκόσμιας οικονομίας και την ανάκαμψη του παγκόσμιου εμπορίου, καθώς και γεωπολιτικοί κίνδυνοι. Οι κίνδυνοι αυτοί μπορεί να προέλθουν, μεταξύ άλλων, από μια ενδεχόμενη άνοδο του λαϊκισμού και του ευρωσκεπτικισμού, και από μια έξαρση του προστατευτισμού διεθνώς. Μία ενδεχόμενη επιδείνωση της προσφυγικής κρίσης είναι επίσης ένας πολύ σοβαρός κίνδυνος εξαιτίας της γεωπολιτικής μας θέσης. Αυτοί οι κίνδυνοι θα μπορούσαν να επιβραδύνουν την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας, αφενός μέσω αρνητικών επιπτώσεων στον τουρισμό και το εμπόριο, και αφετέρου μέσω της βραδύτερης του αναμενομένου αποκλιμάκωσης των αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων εξαιτίας της απροθυμίας των διεθνών επενδυτών να αναλάβουν κινδύνους.»

Για να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι, να διορθωθούν οι προηγούμενες αποκλίσεις και να στηριχτούν οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, απαιτούνται συγκεκριμένες και συντονισμένες δράσεις:

1ον Επιτάχυνση του ρυθμού εφαρμογής των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων.

Η κυβέρνηση θα πρέπει να παραμείνει προσηλωμένη στην έγκαιρη υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων και ιδιωτικοποιήσεων που έχουν συμφωνηθεί με τους θεσμούς.

2ον Αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Παρά τη ελαφρά μείωση των δύο τελευταίων τριμήνων, το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία. Αυτό οφείλεται στο ότι αφενός μειώνει την κερδοφορία των τραπεζών και έτσι περιορίζει την προσφορά πιστώσεων, κάτι το οποίο πλήττει κατά κύριο λόγο τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τις τράπεζες για χρηματοδότηση, και αφετέρου καθυστερεί την αναδιάρθρωση των επιχειρήσεων, περιορίζοντας έτσι τη δυνατότητα των βιώσιμων επιχειρήσεων να χρηματοδοτήσουν νέα επενδυτικά προγράμματα.

3ον Αντιμετώπιση του προβλήματος του υψηλού δημόσιου χρέους.

Η υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων ελάφρυνσης του δημόσιου χρέους, στο πλαίσιο των αποφάσεων του Eurogroup, θα ενισχύσει την αξιοπιστία και την αποδοχή των ασκούμενων πολιτικών, συμβάλλοντας περαιτέρω στην παγίωση της εμπιστοσύνης και στην ενίσχυση της οικονομικής ανάκαμψης, και θα διευκολύνει τη διατηρήσιμη επιστροφή στις διεθνείς αγορές μετά τη λήξη του προγράμματος. Στο πλαίσιο αυτό, σύμφωνα με δημοσιοποιημένες ήδη  εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, μία μείωση του τελικού δημοσιονομικού στόχου, από το 2018 και μετά, σε πρωτογενές πλεόνασμα 2,0% του ΑΕΠ (από 3,5%), είναι συνεπής με τη βιωσιμότητα του χρέους, εφόσον συνδυαστεί με σχετικά ήπια μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, όπως μία εικοσαετής επέκταση των λήξεων των δανείων και των τόκων που τώρα κεφαλαιοποιούνται.

Η μείωση του τελικού δημοσιονομικού στόχου συνιστά μια ρεαλιστική επιλογή, καθώς τα χαμηλότερα πρωτογενή πλεονάσματα σε συνδυασμό με την υλοποίηση των συμφωνηθέντων ιδιωτικοποιήσεων και μεταρρυθμίσεων, θα δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις για τη σταδιακή μείωση της φορολογίας και θα οδηγήσουν σε βιώσιμη οικονομική ανάπτυξη.

4ον Χαλάρωση, και τελικά κατάργηση, των περιορισμών που απομένουν στην κίνηση κεφαλαίων, η οποία θα επέλθει με την πλήρη αποκατάσταση της εμπιστοσύνης και την επιστροφή της ρευστότητας στα κανονικά επίπεδα.

5ον Αλλαγή στο μίγμα της δημοσιονομικής προσαρμογής, ώστε να καταστεί πιο φιλικό προς την επιχειρηματικότητα και την ανάπτυξη. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί με τη μείωση ορισμένων φορολογικών συντελεστών, εφόσον επιτευχθεί η μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος μετά το 2018 από 3,5% σε 2% του ΑΕΠ, ή/και με την περαιτέρω περικοπή των μη παραγωγικών και φορολογικών δαπανών, με την αποτελεσματικότερη διαχείριση της δημόσιας περιουσίας και των ιδιωτικοποιήσεων, και με την ενίσχυση της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα με μέτρα που αυξάνουν την παραγωγικότητά του. 

6ον Αντιμετώπιση της υποαπασχόλησης και μείωσης της μακροχρόνιας ανεργίας με κατάλληλες ενεργητικές πολιτικές απασχόλησης, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος διάβρωσης του ανθρώπινου κεφαλαίου, απώλειας δεξιοτήτων, διεύρυνσης των οικονομικών ανισοτήτων και δυσμενούς επίδρασης στη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.

Online

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ