Ηλίας Μαγκλίνης ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

Καλοί και κακοί δικτάτορες

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ι​​σως μία από τις πλέον αποθεωτικές, έστω πλαγίως, οπτικές πάνω σε αυτό που έκανε ο Κάστρο στην Κούβα το 1959 να είναι η ταινία «Νονός 2» (1974) του Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ο Μάικλ Κορλεόνε (Αλ Πατσίνο) βρίσκεται στην Αβάνα για να εξασφαλίσει τη συνέχιση των «εργασιών» του με το πολυσύνθετο σύμπλεγμα τζόγου που κυριαρχεί στην κουβανική πρωτεύουσα. Είναι προφανές ότι το καθεστώς Μπατίστα αποκομίζει κέρδη από τις «μαύρες» αυτές επιχειρήσεις μαφιόζων Αμερικανών με τους τοπικούς εκπροσώπους του.

Στο μεταξύ, Αμερικανοί γερουσιαστές διαβεβαιώνουν τους πάντες ότι δεν υπάρχει κανένας κίνδυνος ανατροπής και ότι η Αμερική θα βρίσκεται πάντοτε πλάι στο καθεστώς Μπατίστα. Λίγα λεπτά αργότερα, σε μια κωμικοτραγική σκηνή, εμφανίζεται στο ρεβεγιόν της Πρωτοχρονιάς ο ίδιος ο Μπατίστα για να ανακοινώσει στους μεγαλόσχημους τοπικούς υποστηρικτές του, καθώς και στους επισκέπτες Αμερικανούς, ότι αναχωρεί από τη χώρα και από δω και πέρα ο σώζων εαυτόν σωθήτω. Επικρατεί πανικός στους κόλπους των χουντικών και τρελοί πανηγυρισμοί στους δρόμους της Αβάνας. Οι μαφιόζοι χάνουν την «άκρη» τους στην Κούβα, τα πάντα αλλάζουν. Ο λαός γιορτάζει.

Μια επίσης υπαινικτική και άκρως χιουμοριστική κριτική πάνω στο πώς μεταλλάσσεται ο Κάστρο αφού καταλαμβάνει την εξουσία πρέπει να είναι η ταινία «Μπανάνες» (1971) του Γούντι Αλεν. Γυρισμένη δώδεκα χρόνια μετά την επανάσταση, παρουσιάζει έναν τυχάρπαστο και φοβισμένο τυπάκο να συμμετέχει στο αντάρτικο μιας ακατονόμαστης εξωτικής λατινόφωνης χώρας μόνο και μόνο για να κατακτήσει μια γυναίκα.

Σε μία από τις πιο κωμικές σκηνές του φιλμ, με το που καταλαμβάνει την εξουσία ο ηγέτης των ανταρτών επιβάλλει σουρεαλιστικές νομοθεσίες: όσα παιδιά είναι κάτω των δεκαέξι χρόνων από σήμερα είναι δεκαέξι ή ότι όλοι οι πολίτες υποχρεώνονται να φορούν τα εσώρουχά τους πάνω από τα παντελόνια τους κ.ά. Ακόμα και οι σύντροφοί του τα χάνουν, ενώ πολύ γρήγορα οι Αμερικανοί ετοιμάζουν πραξικόπημα για να τον ανατρέψουν. Ο Γούντι Αλεν δεν χαρίζεται ούτε στον δικτάτορα που ανατρέπεται με επανάσταση ούτε στους Αμερικανούς αλλά ούτε και στον ηγέτη των ανταρτών. Σημειωτέον, ο τελευταίος μοιάζει πολύ φυσιογνωμικά στον Φιντέλ Κάστρο... Από τον Χέμινγουεϊ έως τον Γκρέιαμ Γκριν, η Κούβα προσφέρεται για αφηγήσεις, δραματικές ή κωμικές, για μύθους και ατμόσφαιρες, με τα αμερικανικά ’50s αυτοκίνητα, τον γαλάζιο ωκεανό και τα σοκολατένια κορμιά που λικνίζονται στους δρόμους, το κουβανέζικο ρούμι, τα πούρα, τους μεθυστικούς ρυθμούς του Buena Vista Social Club. Η Κούβα δεν είναι Αλβανία ή Ρουμανία, η Κούβα δεν είναι γκρίζα, είναι οργιώδης ζωή. Ο αισθησιασμός και το στυλ πολλές φορές, και ειδικά από την ασφάλεια της δικής μας απόστασης, υπερβαίνουν την πολιτική σκέψη και πολύ περισσότερο την πραγματικότητα. Ο Κάστρο, έχοντας μια μυθική –για πολλούς, όχι για εμένα– φιγούρα στο πλάι του, τον Τσε Γκεβάρα, ανέτρεψε με μια λαοφιλή επανάσταση έναν διεφθαρμένο δικτάτορα, μπήκε στη μύτη μίας εκ των δύο υπερδυνάμεων (κλείνοντας όμως το μάτι στην έτερη), κυβερνούσε επί σειρά δεκαετιών φορώντας στρατιωτική στολή, έκλεινε σε στρατόπεδα αντιφρονούντες και ομοφυλόφιλους. Αν αυτό δεν είναι δικτατορία, δεν ξέρω τι είναι, αλλά φαίνεται ότι κάποιοι, ίσως χωρίς να το καταλαβαίνουν, κάνουν έναν διαχωρισμό ανάμεσα σε «καλούς» και «κακούς» δικτάτορες ή βολεύονται με συμψηφισμούς (βρώμικη CIA, υποκριτές πολιτικοί των Βρυξελλών στην άλλη πλευρά κ.ά.) προκειμένου να συντηρήσουν μιαν αγιοποίηση. Οπως όμως οι πιστοί των λεγόμενων αγίων λειψάνων, συντηρούν μια μούμια. Ιστορική, το δίχως άλλο, όμως μούμια.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ