ΘΑΝΟΣ Π. ΝΤΟΚΟΣ*

Τι λύση θέλουμε στο Κυπριακό;

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ως αποτέλεσμα λανθασμένων εκτιμήσεων, εγκλημάτων και θηριωδιών, διαστρεβλωμένων αντιλήψεων και στερεοτύπων, εξωτερικών παρεμβάσεων και κατεστημένων συμφερόντων, το Κυπριακό έχει σταδιακά μετατραπεί σε ένα ιδιαίτερα σύνθετο και περίπλοκο πρόβλημα. Η πιθανή λύση του, ωστόσο, βασίζεται σε μια απλή εκτίμηση κόστους-οφέλους μεταξύ δύο επιλογών: επανένωση ή μη επανένωση της νήσου. Στην πρώτη περίπτωση, η όποια λύση χαρακτηρίζεται από συγκεκριμένους περιορισμούς, καθώς η σημερινή δυσμενής για τον ελληνισμό κατάσταση είναι αποτέλεσμα ήττας σε πολεμική σύγκρουση και, ως γνωστόν, οι απώλειες στο πεδίο των μαχών δεν αποκαθίστανται πλήρως στο τραπέζι των διπλωματικών διαπραγματεύσεων. Οποιασδήποτε μορφής επανένωση της νήσου δεν θα επιτρέψει την εξαφάνιση της τουρκικής επιρροής, αλλά μπορεί ενδεχομένως να επιτύχει τη σημαντική μείωσή της. Θα υπάρχουν εδαφικά οφέλη, αλλά η πλήρης κατάργηση των εγγυήσεων καθώς και η άμεση απόσυρση όλων των ξένων στρατευμάτων είναι βεβαίως επιθυμητή, ωστόσο δεν θεωρείται ιδιαίτερα ρεαλιστική επιδίωξη. Αντίθετα, μπορούν να υιοθετηθούν λιγότερο μαξιμαλιστικές θέσεις όσον αφορά την «απονεύρωση» του συστήματος εγγυήσεων και την πρόβλεψη για σταδιακή κατάργηση, καθώς και για την άμεση αποχώρηση του μεγαλύτερου μέρους των κατοχικών στρατευμάτων και την ένταξη των υπολοίπων σε πολυεθνική δύναμη, με πρόβλεψη πλήρους αποχώρησης στη βάση χρονοδιαγράμματος.

Θα πρέπει, ωστόσο, να είναι ξεκάθαρο ότι η λύση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας έχει ουσιαστικά πιθανά οφέλη (εδαφικά, μείωση της τουρκικής παρουσίας και επιρροής, οικονομική ανάπτυξη), αλλά εμπεριέχει και σημαντικούς κινδύνους σε περίπτωση που η διαμορφωθείσα κατάσταση αποδειχθεί δυσλειτουργική και μη βιώσιμη, με αποτέλεσμα την πρόκληση εντάσεων μεταξύ των δύο κοινοτήτων αλλά ενδεχομένως και μεταξύ των δύο «μητέρων-πατρίδων». Η μετατροπή της ενιαίας Κύπρου σε Βοσνία-Ερζεγοβίνη επί το «θερμότερον», είτε λόγω αντικειμενικών δυσκολιών, είτε και λόγω τουρκικής υπονόμευσης της κατάστασης μετά μια ενδεχόμενη λύση δεν μπορεί να αποκλειστεί. Εναλλακτικά, μπορεί να επιλεγεί η διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης σε αναμονή ευνοϊκότερης συγκυρίας και συσχετισμού δυνάμεων. Ωστόσο, το πέρασμα του χρόνου δεν έχει ευνοήσει τη δική μας πλευρά και κάθε νέο σχέδιο λύσης ήταν χειρότερο από το προηγούμενο. Το πιθανότερο είναι ότι η μη λύση θα παγιώσει τη διχοτόμηση.

Σε κάθε περίπτωση, ο ελληνικός ρόλος θα πρέπει να είναι επικουρικός και υποστηρικτικός (ιδιαίτερα σε περίπτωση ισχυρών και μονομερών διεθνών πιέσεων), στηρίζοντας τις επιλογές της Λευκωσίας και συμβάλλοντας στη συζήτηση για θέματα ασφαλείας (όπου η Ελλάδα οφείλει να έχει άποψη ως, επί της ουσίας, εγγυήτρια της ασφάλειας του κυπριακού ελληνισμού). Η τελική απόφαση, όμως, ανήκει στους Ελληνοκυπρίους που θα σταθμίσουν τα πιθανά οφέλη και κινδύνους κάθε επιλογής. Θα πρέπει, όμως, να αποφευχθεί το χειρότερο δυνατό σενάριο, δηλαδή η απόρριψη μιας λύσης στο δημοψήφισμα, γιατί έτσι θα ανοίξει διάπλατα ο δρόμος για αναγνώριση των Κατεχομένων από αριθμό χωρών. Αν δεν υπάρχει επαρκής λαϊκή υποστήριξη, η διαπραγμάτευση πρέπει να διακοπεί εγκαίρως. Και ίσως τότε θα είναι ώρα να συζητηθεί σοβαρά το «βελούδινο διαζύγιο» (έδαφος έναντι αναγνώρισης).

* Γενικός διευθυντής στο ΕΛΙΑΜΕΠ

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ