ΚΟΣΜΟΣ

Γράφοντας στα κρυφά: το θρίλερ της Πιονγιάνγκ

ΑΘΩΣ ΔΗΜΟΥΛΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Στο διαμέρισμα υπ’ αριθμόν 3, στον πέμπτο όροφο μιας πολυκατοικίας σε κεντρικό σημείο της βορειοκορεάτικης πρωτεύουσας Πιονγιάνγκ, τα παράθυρα ήταν καλυμμένα με μια διπλή μπλε σκουρόχρωμη κουρτίνα, σε αντίθεση με τα γειτονικά διαμερίσματα που –ακολουθώντας τους κανόνες περί ομοιομορφίας– είχαν κρεμασμένες λευκές κουρτίνες από νάιλον. Υποψιαζόμενη ότι οι μπλε κουρτίνες αποτελούσαν κάποιου είδους μυστικό κώδικα επικοινωνίας με κατασκόπους, μια απεσταλμένη του κόμματος έσπευσε να ερευνήσει τι συνέβαινε. Η Κιονγκ-χι, κάτοικος του διαμερίσματος, αποφάσισε να ομολογήσει την αλήθεια, γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το να κατηγορηθείς για κατασκοπεία. Αυτό που συνέβαινε, λοιπόν, ήταν ότι οι λευκές κουρτίνες ήταν διαφανείς και ο δίχρονος γιος της πάθαινε υστερικές κρίσεις όταν έβλεπε από το ένα παράθυρο το πορτρέτο του Μαρξ και από το άλλο παράθυρο το πορτρέτο του Κιμ Ιλ-σουνγκ. «Φοβάται το πορτρέτο του Μεγάλου Ηγέτη μας;» αναρωτήθηκε έκπληκτη η απεσταλμένη του κόμματος.

Η παραπάνω ιστορία αποτελεί την περίληψη (των πρώτων σελίδων) ενός εκ των επτά ιστοριών που διαβάσαμε στην «Καταγγελία», το πρώτο βιβλίο που εκδόθηκε ποτέ σε οίκο της Νότιας Κορέας από συγγραφέα που ζει ακόμη στο βόρειο τμήμα της χώρας.
Πρόκειται για τον Bandi, έναν άνθρωπο που κρύβεται πίσω από το συγκεκριμένο ψευδώνυμο προστατεύοντας τον εαυτό του, καθώς, πολύ λογικά, τα κείμενά του δεν κολακεύουν καθόλου την εδώ και δεκαετίες ισχύουσα κληρονομική δικτατορία της Βόρειας Κορέας. Αντιθέτως, μέσα από τις αλληγορικές ιστορίες του ο Bandi διακωμωδεί το καθεστώς περιγράφοντας τα καθημερινά περιστατικά που συνθέτουν μια ζοφερή κατάσταση, γεμάτη αυταρχισμό και κάθε είδους δεισιδαιμονίες.

Τα διηγήματα της «Καταγγελίας» γράφτηκαν τη δεκαετία του ’90, στο τέλος της περιόδου διακυβέρνησης του Κιμ Ιλ-σουνγκ, αλλά θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν γραφτεί πριν από τριάντα χρόνια ή και σήμερα. Δεν έχουν ηλικία. Αλλωστε, ένα βασικό στοιχείο τους είναι η αίσθηση της ακινησίας. Μια παγωμένη εικόνα που παραπέμπει σε δυσοίωνο παραμύθι. Κοινή συνισταμένη των επτά ιστοριών είναι το πώς ο άνθρωπος ως άτομο συνθλίβεται από το απρόσωπο κράτος. Είναι χαρακτηριστική η ιστορία που ένας άντρας προσπαθεί να εξασφαλίσει άδεια ταξιδιού για να επισκεφτεί την ετοιμοθάνατη μητέρα του, αλλά η αρμόδια επιτροπή, η Υπηρεσία Αριθμός 2, αρνείται κατ’ εξακολούθηση να του τη χορηγήσει, λόγω εντολής για ελαχιστοποίηση των μετακινήσεων εν αναμονή της Εκδήλωσης Υπ’ Αριθμόν 1, όπου θα συμμετείχε ο ίδιος ο Κιμ Ιλ-σουνγκ.

ΟΙ ΖΩΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ

«Bandi» σημαίνει «πυγολαμπίδα». Ο συμβολισμός της επιλογής του ψευδωνύμου του είναι προφανής. Ο Bandi γράφει για να λάμψει μέσα στο σκοτάδι. Χάρη σε στοιχεία που συνέλεξε ο νοτιοκορεάτικος εκδοτικός οίκος (και που δημοσιεύονται και στην ελληνική έκδοση) μαθαίνουμε ορισμένα πράγματα γι’ αυτόν, τα οποία, υποθέτουμε, ίσως δεν είναι απόλυτα ακριβή για ευνόητους λόγους. Θεωρείται πάντως δεδομένο ότι είναι άντρας και ότι έχει σύζυγο και παιδιά, η ασφάλεια των οποίων δεν του επιτρέπει να ρισκάρει να δραπετεύσει. Δουλεύει ως εργάτης, χωρίς να είναι γνωστές περισσότερες λεπτομέρειες, και επίσης είναι μέλος της Κεντρικής Επιτροπής της Ομοσπονδίας Συγγραφέων. Πρόκειται για τον επίσημο οργανισμό που υπάγεται στη Γενική Ομοσπονδία Λογοτεχνών και Τεχνών, που με τη σειρά της υπάγεται στο τμήμα Προπαγάνδας και Κινητοποίησης του Εργατικού Κόμματος. Η συμμετοχή ενός συγγραφέα στην εν λόγω ομοσπονδία είναι υποχρεωτική και η λογοτεχνική παραγωγή του είναι ελεγχόμενη και κατευθυνόμενη. Την ίδια στιγμή, λοιπό,ν που ο Bandi εξελίσσεται σε μια καταγγελτική φωνή με παγκόσμια απήχηση, δεν αποκλείεται να γράφει κείμενα υπέρ του κόμματος στην επίσημη επιθεώρηση του οργανισμού.  

Η λογοτεχνία της Βόρειας Κορέας δεν γνώρισε ποτέ της κάποια αξιοσημείωτη άνθηση. Ή, για την ακρίβεια, εμείς γνωρίζουμε ελάχιστα γι’ αυτήν. Ενα σχετικά αναγνωρίσιμο όνομα είναι αυτό του καθεστωτικού Han Sorya (1900-1970), ο οποίος υπήρξε ένας από τους ελάχιστους Βορειοκορεάτες που έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά· αξίζει να αναφέρουμε ότι το έργο του είναι απαγορευμένο στη Νότια Κορέα. Δεν είναι γνωστοί ούτε και κάποιοι σύγχρονοι λογοτέχνες που σήμερα ζουν και γράφουν ελεύθεροι, εκτός των συνόρων.

Η περίπτωση του Bandi είναι ειδική. Οχι μόνο χάρη στο πολύτιμο περιεχόμενο του βιβλίου ή στις λογοτεχνικές του αρετές (η γλώσσα του είναι απλή και ο παραβολικός του τόνος ίσως αρχικά ξενίσει τον αναγνώστη), αλλά και χάρη στη συναρπαστική ιστορία-θρίλερ της συγγραφής και της έκδοσης του βιβλίου: μια συγγενής του Bandi, η Μάιονγκ-ον, αποφασίζει να περάσει τα κινεζικά σύνορα και ο συγγραφέας τής εμπιστεύεται τα κείμενά του. Εκείνη αρνείται να τα πάρει, φοβούμενη ότι μπορεί να συλληφθεί, αλλά του υπόσχεται ότι θα βρει τρόπο να επιστρέψει και να τα πάρει. Η κοπέλα όντως συλλαμβάνεται, αλλά καταφέρνει έπειτα από καιρό να βρεθεί σε ασφαλές μέρος. Δεν ξεχνάει την υπόσχεσή της. Ενας τρίτος άνθρωπος, ένας ανώνυμος Κινέζος, επισκέπτεται τον Bandi και του δίνει ένα γράμμα εκ μέρους της Μάιονγκ-ον. Ο Bandi πείθεται ότι το γράμμα είναι αληθινό και του παραδίδει τα χειρόγραφα, 750 φύλλα ουονγκότζι (χαρτί γραφής μιλιμετρέ), με τις λέξεις να είναι πιεσμένες δυνατά με μολύβι. Ο Κινέζος επισκέπτης έβγαλε το χειρόγραφο από τη χώρα κρύβοντάς το μέσα στο πιο υπεράνω υποψίας βιβλίο της χώρας: έναν τόμο της «Ανθολογίας κειμένων του Κι Ιλ-σουνγκ».

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ