ΕΛΛΑΔΑ

Απομυθοποίηση της μετανάστευσης στη Μελβούρνη

ΙΩΑΝΝΑ ΦΩΤΙΑΔΗ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Η ζωή των νεοελλήνων μεταναστών στη Μελβούρνη δεν είναι ρόδινη. Αυτό αποδεικνύει έρευνα που διεξήγαγε στο Monash University ο ερευνητής Νικόλαος Γκολφινόπουλος, ο οποίος μετέβη το 2014 στη μακρινή Αυστραλία αρχικά για να διερευνήσει τη σύνδεση του μεταναστευτικού κύματος με τον τουρισμό. Μελετώντας, λοιπόν, εκ του σύνεγγυς τη ζωή όσων μετανάστευσαν εν μέσω οικονομικής κρίσης στην «ελληνική» Μελβούρνη, κατέληξε στην αποδόμηση πολλών μύθων.

Η επιλογή της συγκεκριμένης πόλης εκ μέρους των Ελλήνων είναι εύλογη. «Η συντριπτική πλειονότητα των συμμετασχόντων επέλεξαν τη Μελβούρνη και την Αυστραλία, και όχι κάποια εύρωστη οικονομικά και εγγύτερη γεωγραφικά χώρα, επειδή εκεί ζει κάποιος φίλος ή συγγενής», σημειώνει ο κ. Γκολφινόπουλος στην «Κ». Μπορεί το ελληνικό στοιχείο να λειτουργεί ως πόλος έλξης, φαίνεται όμως ότι η συνύπαρξη παλαιών και νέων Ελλήνων μεταναστών έχει μελανά σημεία. «Δεν πρόκειται για σύγκρουση γενεών, αλλά μεταναστευτικών κυμάτων», διευκρινίζει ο ίδιος, «μπορεί να είναι άνθρωποι ίδιας ηλικίας, μόνον που ο ένας μετανάστευσε βρέφος και ο άλλος τώρα, όντας πια 40 ετών». Και οι δύο πλευρές ομολογούν την ύπαρξη χάσματος, «προτίθενται, όμως, αμφότεροι να το γεφυρώσουν».

Οι νεοφερμένοι «προσγειώνονται» επιπλέον ανώμαλα όταν απευθύνονται για δουλειά σε Ελληνες εργοδότες και διαπιστώνουν τις συνθήκες εργασίας και τους χαμηλούς μισθούς. «Ενας μύθος, που καλλιεργούμε άθελά μας, είναι ότι υπάρχουν πολλές δουλειές», αποφαίνεται ο 25χρονος ερευνητής.

Δυσκολίες, όμως, προκύπτουν εν γένει από τη μεταναστευτική νομοθεσία. «Ελάχιστοι κατορθώνουν να μεταναστεύσουν με ένα συμβόλαιο εργασίας», αναφέρει ο κ. Γκολφινόπουλος, «το σύνηθες είναι να φύγουν με τουριστική βίζα και μετά αναγκαστικά πρέπει να εγγραφούν στο πανεπιστήμιο για να μπορέσουν να παραμείνουν στη χώρα, παρότι στη συντριπτική τους πλειονότητα (93%) είναι πτυχιούχοι ανώτερων και ανώτατων σχολών». Τα δίδακτρα, όμως, είναι «τσουχτερά». «Το χαμηλότερο είναι 500 δολάρια τον μήνα, ένα διετές μεταπτυχιακό κυμαίνεται στις 40.000 ευρώ», προσθέτει. Ετσι εγγράφονται στο πιο οικονομικό πρόγραμμα σπουδών, ακόμη κι αν το αντικείμενο τους είναι γνωστό.

Αυτό που αναμφισβήτητα τους αποζημιώνει είναι η φυσική ομορφιά και ο πολυπολιτισμικός χαρακτήρας της πόλης. Εξ ου και προσκαλούν συγγενείς και φίλους, πράγμα που ερμηνεύει το ισχυρό τουριστικό κύμα προς τη Μελβούρνη. «Αλλωστε, η μαζική προσέλευση Eλλήνων μεταναστών αποτέλεσε μια τονωτική ένεση στην πόλη, που σταδιακά έχανε τον ελληνικό της χαρακτήρα», υπογραμμίζει ο κ. Γκολφινόπουλος, που είναι συνεργάτης του Παγκόσμιου Οργανισμού Τουρισμού (ΠΟΤ) των Ηνωμένων Εθνών. «Οσο οι μετανάστες αντιμετωπίζουν δυσκολίες, μεταφέρουν αρνητικά μηνύματα μέσω των κοινωνικών δικτύων και για την πόλη, άρα η βελτίωση της ζωής τους θα είναι όφελος και για το διεθνές brand της Μελβούρνης».

Η μελέτη παρουσιάστηκε χθες στο ελληνικό πρόγραμμα του σταθμού SBS. Μετά το πέρας της εκπομπής, πλήθος νεομεταναστών κάλεσε στον σταθμό, επιβεβαιώνοντας όσα ακούστηκαν...
 

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ