ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Φρένο στην ίδρυση νέων επιχειρήσεων έφερε η κρίση το 2015

ΧΡΥΣΑ ΛΙΑΓΓΟΥ

Η γυναικεία επιχειρηματικότητα (στα αρχικά στάδια) αυξήθηκε σε 6% (περίπου 210.000 γυναίκες) από 5,8% το 2014, ενώ στους άνδρες μειώθηκε σε 7,5% (περίπου 250.000 άνδρες) από 9,9% το 2014.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Τη βασική δομή της ελληνικής οικονομίας, δηλαδή μια οικονομία που βασίζεται στη λειτουργία των πολύ μικρών επιχειρήσεων, με περιορισμένη συμβολή στην απασχόληση, αναπαράγει η νέα επιχειρηματικότητα. Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα της ετήσιας έκθεσης για την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα που πραγματοποίησε το ΙΟΒΕ για το 2015 στο πλαίσιο του διεθνούς ερευνητικού προγράμματος GEM. Η έρευνα πάντως, που παρουσιάστηκε χθες σε ειδική εκδήλωση από το ΙΟΒΕ, καταγράφει και θετικά χαρακτηριστικά της νέας επιχειρηματικότητας, όπως η ενίσχυση πρώτη φορά των επιχειρηματικών εγχειρημάτων με εξαγωγικό προσανατολισμό, αλλά και το γεγονός ότι πρώτη φορά καταγράφεται το χαμηλότερο ποσοστό επιχειρηματιών ανάγκης από το 2008 που ξεκίνησε η κρίση.

Οι Ελληνες εξακολουθούν να στρέφονται στον στίβο του επιχειρείν κυρίως από ανάγκη, με βασικό χρηματοδότη την οικογένεια και παρά το γεγονός ότι το κόστος του αρχικού εγχειρήματος είναι σχεδόν διπλάσιο από τον μέσο όρο της Ευρώπης. Με βάση την έρευνα του GEM στην Ελλάδα, το 2015 τα μισά νέα εγχειρήματα που ξεκίνησαν απαιτούσαν κεφάλαιο πάνω από 30.000 ευρώ, ποσό σχεδόν διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (16.400 ευρώ) αλλά και υψηλότερο σε σύγκριση με χώρες υψηλού εισοδήματος (24.000 ευρώ). Σε ό,τι αφορά στη χρηματοδότηση, το 44% χρησιμοποίησε κάποια δημόσια επιδότηση έναντι μόλις 24% στην Ευρώπη, ενώ το 35% αξιοποίησε ως πηγή χρηματοδότησης την οικογένεια έναντι ποσοστού 24% στις χώρες καινοτομίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18 - 64 ετών που βρισκόταν το 2015 σε αρχικά στάδια επιχειρηματικής ενεργοποίησης υποχωρεί στο 6,7% (περίπου 450.000 άτομα), έναντι 7,8% (περίπου 520.000 άτομα) το 2014. Η επίδοση αυτή κινείται στα επίπεδα του μακροχρόνιου μέσου όρου του δείκτη στην Ελλάδα, είναι όμως χαμηλότερη από τον μέσο όρο των «χωρών καινοτομίας» (8,5%), δηλαδή των αναπτυγμένων χωρών που συμμετέχουν στο GEM. Το ποσοστό του πληθυσμού που δηλώνει πως έχει διακόψει ή αναστείλει την επιχειρηματική του δραστηριότητα το 2015 ανέρχεται στο 3,0% του πληθυσμού (περίπου 200.000 άτομα), οριακά υψηλότερα από το αντίστοιχο ποσοστό του 2014 (2,8%), αλλά πολύ υψηλότερα από τον μέσο όρο των χωρών καινοτομίας (1,8%).

Επτά στους δέκα δηλώνουν ως βασικότερο λόγο διακοπής ή αναστολής λειτουργίας της επιχείρησης την έλλειψη κερδοφορίας. Το 22,3% των επιχειρηματιών αρχικών σταδίων (περίπου 124.000 άτομα) δηλώνει επιχειρηματίας ανάγκης και το 34,4% (περίπου 155.000 άτομα) επιχειρηματίας ευκαιρίας. Θετική εξέλιξη είναι, πάντως, το γεγονός ότι το 2015 καταγράφεται το χαμηλότερο ποσοστό επιχειρηματιών ανάγκης από το 2008 που ξεκίνησε η οικονομική κρίση. Η γυναικεία επιχειρηματικότητα (στα αρχικά στάδια) αυξήθηκε σε 6% (περίπου 210.000 γυναίκες) από 5,8% το 2014, ενώ στους άνδρες μειώθηκε σε 7,5% (περίπου 250.000 άνδρες) από 9,9% το 2014. Πρώτη φορά από όταν ξεκίνησε η σχετική έρευνα στην Ελλάδα, οι γυναίκες αποτελούν το 44% του συνόλου των επιχειρηματιών αρχικών σταδίων. Ηλικιακά, δύο στους τρεις επιχειρηματίες αρχικών σταδίων είναι άνω των 35 ετών, ενώ το 29,4% είναι 45 - 54 ετών, σχεδόν 10% του αντίστοιχου πληθυσμού (8,4% στις χώρες καινοτομίας). Σε κλαδικό επίπεδο, το 2015 σημειώνεται εκτίναξη του ποσοστού που ασχολείται με τον πρωτογενή τομέα, στο υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί ποτέ (12%), και ταυτόχρονα το υψηλότερο στην Ευρώπη. Θετικά αξιολογείται η άνοδος του ποσοστού των εγχειρημάτων που αφορούν στη μεταποίηση (21,7%), σε επίπεδο υψηλότερο μάλιστα από τον μέσο όρο των χωρών καινοτομίας (19,4%).

Διαφανή κίνητρα για επενδύσεις

Ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας μέσω της εφαρμογής του μέτρου των υπεραποσβέσεων προτείνει ο ΣΕΒ, μέσω του εβδομαδιαίου δελτίου για την ελληνική οικονομία. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, οι υπεραποσβέσεις έχουν το πλεονέκτημα, έναντι άλλων σχετικά πολύπλοκων και αδιαφανών επενδυτικών κινήτρων, να θέτουν τα οφέλη για το Δημόσιο και τις επιχειρήσεις στην ίδια πλευρά της εξίσωσης. Ετσι, και στηρίζουν αποδοτικές παραγωγικές δραστηριότητες ή και υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας, και διασφαλίζουν δημοσιονομική ουδετερότητα. Αυτό συμβαίνει, όπως εξηγεί, διότι το όφελος για την επιχείρηση (η έμμεση μείωση του φόρου) προϋποθέτει την πραγματοποίηση κερδοφόρων παραγωγικών επενδύσεων και σημειώνει ότι χωρίς επενδύσεις που φέρνουν κέρδη, και τα έσοδα, το κίνητρο δεν ενεργοποιείται. Επισημαίνει, δε, ότι το πιο ποιοτικό στοιχείο της πρότασης αυτής είναι ότι ευνοεί τις επενδύσεις εκείνες που συνδέονται πρωτίστως με τη βιομηχανία.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ