KEVIN FEATHERSTONE*

O «Εκσυγχρονισμός» παραμένει η ουσιαστική ατζέντα

ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Ο​​ι λέξεις μοντέρνο, νεωτερικότητα και  εκσυγχρονισμός έχουν καθοριστεί πάρα πολύ από τη συλλογική αγωνία που επέδειξε το σύγχρονο ελληνικό κράτος από την ίδρυσή του. Μάλιστα, το έπραξε με τρόπο που ελάχιστες ομοιότητες εντοπίζει κανείς με οποιαδήποτε άλλη ευρωπαϊκή κοινωνία. Από τον  Κοραή, τον Τρικούπη, τον Βενιζέλο, τον Καραμανλή, και  τον Σημίτη ο στόχος της  νεωτερικότητας έχει χαρακτηριστεί σαν ένας βαθύς και άλυτος αγώνας. Σημαντικοί συγγραφείς, όπως ο Νικηφόρος Διαμαντούρος, αντιμετωπίζουν τη διαμάχη με διττή μορφή: μεταξύ μεταρρυθμιστών και συντηρητικών, οι τελευταίοι ως αμυντικοί αποτελούνται εν μέρει από μια «κουλτούρα αουτσάιντερ».

Σήμερα, όμως, λίγοι θα μιλήσουν για τον εκσυγχρονισμό θετικά ως τον δρόμο προς το μέλλον. Πώς έχει αλλάξει το κλίμα! Είκοσι δύο χρόνια πριν, το London School of Economics φιλοξένησε μια τριήμερη διάσκεψη συγκεντρώνοντας μερικούς από τους καλύτερoυς Eλληνες ακαδημαϊκούς για να συζητήσουν τι θα μπορούσε να εμπεριέχει μια ατζέντα για τον εκσυγχρονισμό. Hταν ο προάγγελος για τη δημιουργία της έδρας «Ελευθέριος Βενιζέλος» με αντικείμενο τις σύγχρονες Ελληνικές Σπουδές, και του Ελληνικού Παρατηρητηρίου στο LSE, το οποίο φέτος γιορτάζει την 20ή επέτειό του. Σε εκείνο το συνέδριο, ο Κώστας Σημίτης, τότε υπουργός Βιομηχανίας και Εμπορίου, και ο Ανδρέας Ανδριανόπουλος, από τη Νέα Δημοκρατία, περιέγραψαν τα ανταγωνιστικά οράματά τους για μια  εκσυγχρονισμένη Ελλάδα.

Κάθε μία από τις λέξεις σύγχρονη, νεωτερικότητα και  εκσυγχρονισμός συνεπάγεται μια έννοια συναγωνισμού. Kοινωνιολόγοι όπως ο Τάλκοτ Πάρσονς, οικονομολόγοι  όπως ο W.W. Rostow και πολιτικοί επιστήμονες, όπως ο Samuel Huntington, όλοι από τις ΗΠΑ, περιέγραψαν τις διαδρομές που πρέπει να ακολουθηθούν για ανάπτυξη που περιλαμβάνει «λιγότερο αναπτυγμένα» έθνη, ώστε να προσεγγίσoυν τους όρους του Δυτικού πυρήνα. Πριν από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αυτές οι παραδοχές είχαν γίνει ιδεολογικά μη αποδεκτές: αντ’ αυτού, ο εκσυγχρονισμός είχε ένα νέο συνώνυμο στην Ελλάδα: εξευρωπαϊσμός. Οι εκσυγχρονιστές ήταν επίσης φιλοευρωπαίοι και στο ΠΑΣΟΚ μια Ομάδα των Τεσσάρων ήταν έτοιμη να οδηγήσει το κόμμα μακριά από τα εμπόδια και τα συγχωροχάρτια της εποχής Ανδρέα Παπανδρέου.

Ενώ άλλες κυβερνήσεις «εκσυγχρόνισαν» την Ελλάδα, η ατζέντα του «εκσυγχρονισμού» ταυτίστηκε ρητά με τον Κώστα Σημίτη. Πρόκειται για μια ενδιαφέρουσα αντι-πραγματικότητα  της πρόσφατης ιστορίας ως προς το τι θα μπορούσε να συμβεί στην Ελλάδα, αν το ΠΑΣΟΚ δεν είχε εκλέξει τον Σημίτη το 1996. Ούτως ή άλλως, λίγο πριν από τις εκλογές ελάχιστοι ανέμεναν ότι θα κερδίσει και η νίκη του ήταν κάπως oριακή. Είναι απίθανο ότι ο «εκσυγχρονισμός» θα είχε προχωρήσει, αν ο βετεράνος του ΠΑΣΟΚ, Ακης Tσοχατζόπουλος, εσχάτως καταδικασμένος για διαφθορά, είχε αναδειχθεί ως ηγέτης. Είναι απίθανο ότι θα είχε υιοθετήσει τον εκσυγχρονισμό με οποιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο, ως μέρος του προγράμματός του. Ενώ ο Σημίτης έκανε την Ελλάδα ένα κράτος-μέλος μοντέλο της Ε.Ε., ο Τσοχατζόπουλος πιθανότατα θα είχε διατηρήσει μια πιο αποστασιοποιημένη θέση. Μια γενιά εκσυγχρονιστών θα έπρεπε να συμβιβαστούν ή να παραιτηθούν από την κυβέρνηση. Αραγε, θα μπορούσε ο ίδιος ο Σημίτης να είχε υπηρετήσει υπό τον καινούργιο Πρώτο; Αυτό το ερώτημα είναι δύσκολο να απαντηθεί.

Η ατζέντα του εκσυγχρονισμού συνδέθηκε με την είσοδο της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Για κάποιους, αυτές ήταν οι «καλές εποχές». Για άλλους, όρισε μια πορεία που ήταν είτε πλαστή είτε εσφαλμένη – οδηγώντας  στην τρέχουσα κρίση. Μόλις πριν από μία εβδομάδα, το LSE κάλεσε ξανά τον Σημίτη σε μια επαναληπτική διάσκεψη αξιολόγησης για ό,τι είχε επιτευχθεί και τον δρόμο προς τα εμπρός. Ο πρώην πρωθυπουργός προσδιόρισε τα ελαττώματα της οικονομίας για την είσοδο στην κρίση – έλλειψη ανταγωνιστικότητας και ευελιξίας της αγοράς εργασίας, δυσλειτουργικό κράτος και πελατειακές σχέσεις, υψηλά επίπεδα των δημοσίων δαπανών.

Το πρόβλημα για τη συζήτηση σχετικά με τον εκσυγχρονισμό σήμερα είναι, πράγματι, η σύγχυση της ίδιας της Ευρώπης. Πώς μπορεί μια πορεία εξομοίωσης να καθορισθεί, αν η Ε.Ε. είναι αβέβαιη, διασπασμένη και χωρίς στόχο; Σε έναν αυξανόμενο αριθμό των Ευρωπαίων ψηφοφόρων, είναι τα ευρωσκεπτικιστικά κόμματα που προσφέρουν μια λύση για την οικονομική τους αδυναμία και ανησυχία για μια απειλούμενη εθνική ταυτότητα. Είναι τα υψηλά επίπεδα μετανάστευσης μέρος μιας εκσυγχρονισμένης Ευρώπης;

Πρέπει λοιπόν η σημερινή Ελλάδα να αφήσει τη συζήτηση για τον «εκσυγχρονισμό»; Η σύνδεσή τους είναι, στην πραγματικότητα, πολύ μεγαλύτερη. Οποια και αν είναι τα επιχειρήματα σχετικά με το ακριβές περιεχόμενο της ημερήσιας διάταξης, σηματοδοτεί την ουσιαστική υστέρηση  των  πρόσφατων κυβερνήσεων αναφορικά με το τι έχουν εξετάσει ή επιτύχει. Πέρα από τους υπερβολικούς περιορισμούς των δημοσιονομικών στόχων που έχουν τεθεί από μια εμμονικά ορθοφιλελεύθερη ηγεσία της Ευρωζώνης –μια εμμονή που υπονομεύει και αποσπά– η συζήτηση περί εκσυγχρονισμού σηματοδοτεί τις δομικές, θεσμικές και άλλες μεταρρυθμίσεις της αγοράς που η Ελλάδα χρειάζεται να αναλάβει για να εξέλθει γερά από την κρίση. Αυτή είναι η πραγματική ατζέντα της μεταρρύθμισης για τον κοινό τόπο που ορίζει ποια Ελλάδα πρέπει να οικοδομηθεί. Το ένστικτο αντίστασης ή αποτροπής στις μεταρρυθμίσεις διάσωσης συνδέει την πολιτική με τη λαϊκίστικη μάχη ενάντια στο ξένο. Ο λαϊκισμός δίνει μια βραχυπρόθεσμη συναισθηματική ανάταση, αλλά συσκοτίζει την πραγματική ανάγκη  να σχεδιαστεί ένα μοντέλο μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Ο Σημίτης το αναγνώρισε αυτό μετά την πρωθυπουργία του Ανδρέα, αλλά αν ο όρος δεν είναι πλέον της μόδας, καλώς. Αλλά, ρητά ή σιωπηρά, ο εκσυγχρονισμός σηματοδοτεί μια ατζέντα που η Ελλάδα πρέπει να κατέχει –και να επιτρέπεται να κατέχει– έτσι ώστε να μπορεί να αντιμετωπίσει τις επιλογές ως προς το τι ταιριάζει στον σημερινό κόσμο.

* Ο κ. Kevin Featherstone είναι καθηγητής της έδρας Σύγχρονων Ελληνικών Σπουδών «Ελευθέριος Βενιζέλος» στο London School of Economics.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ