ΒΙΒΛΙΟ

Πεθαίνοντας σ’ ένα λιβάδι της Τσετσενίας

ΝΙΚΟΣ ΔΑΒΒΕΤΑΣ

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

ΑΝΤΟΝΙ ΜΑΡΑ
Ο τσάρος της αγάπης
και της τέκνο
μτφρ.: Αχιλλέας Κυριακίδης
εκδ. Iκαρος, σελ. 368

Δύο χρόνια μετά το πολύκροτο βιβλίο του «Αστερισμός ζωτικών φαινομένων», ο Αμερικανός συγγραφέας Αντονι Μάρα επανέρχεται με μια πρωτότυπη συλλογή οκτώ ιστοριών, όπου η κάθε μία εισχωρεί τόσο αριστοτεχνικά μέσα στην άλλη και «δένουν» όλες μαζί, ώστε είναι δύσκολο να πούμε αν τελικά διαβάζουμε διηγήματα ή ουσιαστικά ένα νέο υβριδικό μυθιστόρημα, που φέρει τη σφραγίδα ενός μεγάλου ταλέντου. Το γεγονός πάντως ότι ο Μάρα, παρότι γεννήθηκε στην Ουάσιγκτον, έζησε και σπούδασε στη Ρωσία, φαίνεται πως καθορίζει ακόμη τη θεματική του.

Εξάλλου, οι εμπειρίες που γέννησαν το προηγούμενο έργο του είναι ακόμη νωπές και μιλάμε φυσικά για την επαφή του με την αυτοδιοικούμενη περιοχή της Τσετσενίας, που δύο φορές τα τελευταία χρόνια προσπάθησε να ανεξαρτητοποιηθεί από τη Ρωσία και τις δύο φορές ισοπεδώθηκε, στην κυριολεξία, από τα ρωσικά στρατεύματα. Ετσι, και στις οκτώ ιστορίες του, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, πρωταγωνιστεί η Τσετσενία ή, για να είμαστε πιο ακριβείς, ένα λιβάδι της –εμβληματικό τοπίο– που ζωγράφισε ο τοπιογράφος Πιοτρ Ζαχάροφ Τσετσένιετς, το μακρινό 1843.

Οι ιστορίες του Μάρα ξεκινούν από το Λένινγκραντ του 1937, όταν ο λογοκριτής ζωγράφος και γραφίστας Ρομάν Μάρκιν, που έχει αναλάβει να σβήνει από φωτογραφίες και πίνακες αντικαθεστωτικούς Σοβιετικούς και να τους αντικαθιστά με εξέχουσες μορφές του ΚΚΣΕ, παίρνει τη διαταγή να προσθέσει στο ειδυλλιακό λιβάδι του Πιοτρ Ζαχάροφ τη μορφή ενός κομματάρχη. Ο Μάρκιν όμως, που βασανίζεται από τύψεις για την αναίτια εκτέλεση του αδελφού του στα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας, αποφασίζει να ενθέσει στον πίνακα του Τσετσένου ζωγράφου, όχι τον κομματάρχη, αλλά τη μορφή του αδικοχαμένου αδελφού του. Τακτική που θα ακολουθήσει και σε άλλους πίνακες και φωτογραφίες που «διορθώνει» κατόπιν διαταγών. Αυτή η παλιά τοπιογραφία, με την καινούργια ένθεση, θα γίνει το μήλον της Εριδος. Πολλοί άνθρωποι θα τη θελήσουν τα επόμενα χρόνια και θα τη διεκδικήσουν με οποιοδήποτε τίμημα. Κατά ένα τρόπο, ο πίνακας γίνεται μια σκυτάλη που, από ιστορία σε ιστορία, μεταβιβάζεται και σε διαφορετικό άνθρωπο, μόνο που η μεταβίβαση ούτε αναίμακτη είναι ούτε εικονική. Εκείνο που στην πραγματικότητα διεκδικούν οι επίγονοι δεν είναι η εικόνα ενός λιβαδιού της Τσετσενίας, αλλά η ίδια η χώρα με τα πλούσια κοιτάσματά της, τη γεωγραφική και στρατηγική της θέση.

Ο Μάρα, με αφορμή τον πίνακα και τους πάσης φύσεως νόμιμους ή παράνομους διεκδικητές του, στήνει ένα απίστευτο γαϊτανάκι τραγικών προσώπων, που χωρίς καμία ηρωική διάθεση βρίσκονται παγιδευμένοι στις μυλόπετρες της Ιστορίας. Θύματα ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος και στη συνέχεια ενός ολοκληρωτικού πολέμου, οι ήρωες του συγγραφέα διανύουν το τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα σε μια χώρα που διαρκώς αλλάζει για να μην αλλάξει στην ουσία τίποτα. Είτε βρίσκεται στην εξουσία ο Μπρέζνιεφ είτε ο Γκορμπατσόφ, ο Γέλτσιν ή ο Πούτιν, οι ίδιες συμμορίες λυμαίνονται τον κρατικό πλούτο, οι ίδιες φυλακές γεμίζουν κι αδειάζουν, οι ίδιες διαμάχες αναζωπυρώνονται κάθε τόσο απαιτώντας το αίμα των νεαρών Ρώσων. Οι άνθρωποι αλέθονται από την κίνηση της Ιστορίας, απομένει όμως πάντα ένα ελάχιστο ίχνος, ένα αντικείμενο που μας θυμίζει το σύντομο πέρασμά τους από τη ρωσική ή την τσετσενική γη.

Η φωτογραφία μιας οικογένειας που κάνει μπάνιο μέσα σε μια μολυσμένη λίμνη, η κασέτα με τις οδηγίες ενός πατέρα προς τον στρατευμένο γιο του, η αφίσα μιας ταινίας, η λογοκριμένη φωτογραφία μιας χορεύτριας συνιστούν από μόνα τους πολύτιμα τεκμήρια όχι μονάχα των «πέτρινων» χρόνων αλλά και μιας γενοκτονίας που άφησε ασυγκίνητη τη Δύση.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ