ΑΝΘΡΩΠΟΙ

Κωνσταντίνος Τζούμας: «Είμαι... του αφρού. Δεν μπορώ τα βαθυστόχαστα»

ΒΥΡΩΝΑΣ ΚΡΙΤΖΑΣ

Φωτογραφίες: Βαγγέλης Ζαβός

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Ξέρεις, προέκυψαν διάφορες φυλές τα τελευταία χρόνια. Οι οποίες υποθέτω εξέλεξαν την κυβέρνηση που τους εκφράζει. Εχω την εντύπωση ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα συμπλεγματικό κόμμα, που συγκεντρώνει αγανακτισμένους, δυσαρεστημένους από προηγούμενες κυβερνήσεις, 17η Νοέμβρη, αιώνιους φοιτητές... Ολοι όσοι δεν έχουν θέση σε μια κανονική κοινωνία βρίσκονται εκεί. Και στοχάζονται διάφορα, έχουν ιδεοληψίες, τα Ελληνικά τους είναι άθλια, ενδυματολογικά δεν το συζητάω... Είναι η λαίλαπα του μεταμοντέρνου, αυτό το “anything goes”. Νομίζουν ότι θα αλώσουν την Ευρώπη και ότι όλος ο κόσμος θα ακολουθήσει τη δική τους ατσούμπαλη τρέλα. Κι εκείνο το χαμόγελο μέχρι τ’ αυτιά των ανθρώπων με θέσεις-κλειδιά; Λες και παίρνουν αντικαταθλιπτικά. Ε, αυτό λοιπόν είναι το πλαίσιο στο οποίο καλούμαστε καθημερινά να κάνουμε ραδιόφωνο, να κάνουμε ταινίες, να γράψουμε ένα βιβλίο, να δημιουργήσουμε πέντε πράγματα ενάντια στη μέρα».

Κατά κάποιον τρόπο, η συνέντευξη με τον Κωνσταντίνο Τζούμα έχει αρχίσει και έχει τελειώσει με τον παραπάνω μονόλογο, ο οποίος ήρθε προτού προλάβω να ξεκινήσω τις ερωτήσεις μου... Αυτός ο μετρ του προφορικού λόγου, στον οποίο ανατρέχουν χιλιάδες άνθρωποι κάθε πρωί για να τους φτιάξει τη μέρα μέσα από τη συχνότητα του En Lefko, έχει το χάρισμα να είναι χειμαρρώδης, χωρίς ποτέ να γίνεται κουραστικός ή να βγαίνει εκτός θέματος. Αλλωστε με τον Τζούμα δεν υπάρχει ποτέ μόνο ένα θέμα...

Στην περίπτωση της συνάντησή μας, υπάρχει βέβαια μια αφορμή: σχεδόν 20 χρόνια μετά τον τελευταίο του κινηματογραφικό ρόλο, ο ίδιος επιστρέφει στο σινεμά, πρωταγωνιστής στην επερχόμενη ταινία του Σταύρου Τσιώλη «Γυναίκες που περάσατε από δω». «Μια μέρα που καθόμουν στο καφέ Φίλιον, ήρθε ο Σταύρος και μου άφησε κάτι κόλλες χαρτί. “Κωνσταντίνε, για δες αυτό”. Ηταν από τα ωραιότερα σενάρια που είχα διαβάσει!» Τα γυρίσματα διήρκεσαν έναν μήνα και ήταν πολύ κουραστικά για εκείνον, γιατί είχε χάσει την επαφή. Πάντως συνεννοήθηκαν με τον Τσιώλη. «Ο Μπουνιουέλ, o Σακελλάριος και ο Τσιώλης», μου λέει, «είναι οι τρεις σκηνοθέτες που μπορούν μέσα σε έναν μήνα γυρισμάτων και δέκα ημερών μοντάζ να έχουν μια ταινία έτοιμη. Γιατί; Γιατί ξέρουν από πριν ακριβώς τι θέλουν να κάνουν. Τον έβλεπα πώς διηύθυνε τους ηθοποιούς. Ελεγε “αυτό είναι ευκολία” ή “αυτό το έχουμε δει εκατό φορές στην τηλεόραση”. Τόσο καιρό που απουσίαζα από το σινεμά, έκανα συζητήσεις με νέα παιδιά που είχαν όλα την καλή διάθεση, καμία αμφιβολία επ’ αυτού, αλλά δεν ήξεραν πού πάν’ τα τέσσερα». Αραγε δεν θαύμασε καμία πρόσφατη ελληνική ταινία, αρνούμενος τη μία πρόταση μετά την άλλη; «Μου έκανε εξαιρετική εντύπωση η “Στρέλλα” του Πάνου Κούτρα, όπως και το “Xenia”. Τώρα, οι ταινίες του νέου, διαταραγμένου όπως λέμε, σινεμά δεν με πήρανε μαζί τους, για να είμαι ειλικρινής. Δεν είναι λίγο, πάντως, που ο “Αστακός” του Λάνθιμου πήγε στην Αμερική και έκοψε εισιτήρια κανονικά, σε μεγάλες αίθουσες με κόσμο. Αυτό είναι σοβαρό. Σημαίνει πως κάτι γίνεται».

Οταν τα γυρίσματα για το «Γυναίκες που περάσατε από δω» τελείωσαν, ο Τζούμας επέστρεψε σε αυτό που εδώ και χρόνια αποτελεί την κύρια ιδιότητά του, στη ραδιοφωνική του εκπομπή στον En Lefko, με τις μουσικές επιλογές της Kafka (Κατερίνας Καφεντζή). Του ζητάω να μου εξηγήσει τη διαχρονική επιτυχία της εκπομπής: «Λέω αυτά που θα μου άρεσε να ακούω. Είμαι επηρεασμένος από το ραδιόφωνο που άκουγα στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’70. Μου άρεσε αυτό το σχόλιο, που ήταν και καθημερινό και ποιητικό ταυτόχρονα. Πολλοί μου λένε: “Ρε φίλε, πνέει ένας αέρας ελευθερίας και το γουστάρω αυτό”». Αν η εκπομπή του διαφέρει από τις άλλες, αυτό προέκυψε τυχαία. «Ολοι θέλουν να κάνουν κάτι που να μην έχει ξαναγίνει», λέει. «Ιδίως στην τέχνη, έχουν μια διαστρεβλωμένη αντίληψη περί πρωτοτυπίας. Δεν υπάρχει, αγόρι μου γλυκό, κάτι που να μην έχει ξαναγίνει. Το θέμα είναι ο τρόπος που το κάνεις. Ξέρεις τι θα ήταν στ’ αλήθεια πρωτότυπο; Μια δουλειά που να πληρώνει καλά!».

Ο Κωνσταντίνος Τζούμας γεννήθηκε στον Πειραιά το 1944. Σε ηλικία 11 ετών έστηνε στο σπίτι παραστάσεις που σατίριζαν την αγγλική κοινωνία, με αποχρώσεις από το καυστικό ύφος του Οσκαρ Ουάιλντ. Τον είχε στοιχειώσει επίσης η ιδέα ενός ιεραποστόλου που καταβαραθρώνει τον δράκουλα (για δράκουλα είχε επιλέξει ένα παιδί της γειτονιάς με μεγάλα μάτια). Σε ηλικία 15 ετών έχασε τη μητέρα του. Αρχισε να βγαίνει τα βράδια, να χορεύει ροκ εντ ρολ, να αλητεύει, να μαθαίνει μπιλιάρδο και την τέχνη της επιβίωσης. Οταν ανακοίνωσε στον πατέρα του πως ήθελε να γίνει ηθοποιός, εκείνος απάντησε: «Για νέο μού το λες; Το έχω καταλάβει». Σπούδασε υποκριτική στη σχολή Θεοδοσιάδη και, όταν πια το 1971 ταξίδεψε έως το Μανχάταν συμμετέχοντας σε περιοδεία με τη Ζουζού Νικολούδη, αποφάσισε να μείνει μόνιμα εκεί, μέχρι και το 1975.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, παίζει σε φιλμ όπως το «Happy Day» του Βούλγαρη, η «Γλυκιά συμμορία» του Νικολαΐδη, ο «Δράκουλας των Εξαρχείων» του Ζερβού. Και μετά βάζει μια άνω τελεία. «Κάποια στιγμή», θυμάται σήμερα, «έπειτα από πολλές ταινίες που είχα κάνει, κατάλαβα ότι όλο αυτό δεν πήγαινε πουθενά. Ημουν μια περσόνα που απλώς την ήθελαν στις ταινίες τους, με τη λογική τού “καλό είναι να έχουμε κι αυτόν”. Ούτε τα εκφραστικά μου μέσα είχα τη δυνατότητα να εξελίξω ούτε τίποτα. Και εκεί ήρθε το θέατρο, όπου μου προέκυψε Μπέκετ».

O αρχηγος των εναλλακτικων

Ανεξάρτητα από τους σπουδαίους θεατρικούς ρόλους σε έργα όπως το «Περιμένοντας τον Γκοντό», η νεότερη γενιά τον γνώρισε περισσότερο ως περσόνα παρά ως ηθοποιό. Ο Τζούμας είναι ο αρχηγός των εναλλακτικών που δεν φοβούνται να βγουν για ποτό με γυαλιστερό παπούτσι. O κάτοικος του κέντρου που θέλει ένταση και δράση, αλλά βρίσκει ανούσια την πληθώρα συνθημάτων στους τοίχους. Ο υπέρμαχος της ελευθερίας, υπό την προϋπόθεση ότι συνδυάζεται με πειθαρχία. Ο τυφλωμένος από τη λάμψη των «μεγάλων φυσιογνωμιών», που γνωρίζει από πρώτο χέρι την μπλόφα της διασημότητας. Οσο μου μιλάει για θέματα σοβαρά, τα μάτια του ξεφεύγουν κάθε τόσο προς τα πάνω και κοιτούν τα μαλλιά μου, σαν κάτι να μην του αρέσει στο χτένισμα. Το χαμόγελό του αναδίδει μια παιδική αφέλεια. Ο λόγος του μια σοφία, που δεν έρχεται ούτε από τα πανεπιστήμια ούτε από τα καφενεία· έρχεται από τον δρόμο.

Τον ρωτάω τι θα έκανε αν μεγάλωνε στην Ελλάδα της κρίσης. «Θα τα μάζευα και θα έφευγα έξω», απαντά με το γνωστό, απότομο ύφος του. «Παλιά μας έλεγαν ότι η χώρα αυτή προσφέρεται μόνο για διακοπές και λέγαμε: “Αντε, ρε, πολύ κυνικό”. Σήμερα το πιστεύω κι εγώ. Αν προέκυψε στη ζωή σου χρήμα, πήγαινε να ζήσεις αλλού. Ή προκάλεσε ταξίδια. Τα παιδιά εδώ δεν ταλαιπωρούνται μόνο από την κρίση, αλλά και από τα προνομιούχα κουτσουράκια που βρίσκονται σε θέσεις-κλειδιά. Δέχονται μια ιδέα, την υιοθετούν, παίρνουν και το credit και αφήνουν το παιδί που τη σκέφτηκε απέξω». Καθώς μιλάμε, δίπλα μας περνάει μια γνωστή του. Του λέει πως ετοιμάζει ταινία, αλλά τα γυρίσματα θα γίνουν στο Παρίσι, γιατί στην Ελλάδα δεν βρέθηκαν χρήματα. «Ετσι είναι αυτά», της απαντά. «Οι ξένοι... Γι’ αυτό είμαστε ξενομανείς, κατάλαβες;»

Παρότι όλοι συμφωνούν ότι ο Κωνσταντίνος Τζούμας μεγαλώνει με στυλ, ο ίδιος είναι ο τελευταίος που θα επαναλάβει το χιλιοειπωμένο κλισέ ότι κάθε ηλικία έχει τα θετικά της. «Εντάξει, αποκτάς ένα μυαλό... Αλλά και τι να το κάνεις; Δεν μπορείς να το χρησιμοποιήσεις. Είναι σαν μια στύση που σου προκύπτει όταν δεν έχεις με κανέναν να τη μοιραστείς». Στα πάρτι δεν χορεύει πλέον, ούτε και πίνει. Προτιμά τις εξόδους για φαγητό. Κατά καιρούς, πάντως, συναντά φίλους σε καφετέριες και βαθμολογεί μαζί τους τις γυναίκες που περνάνε (σύνδεση με τον τίτλο της νέας του ταινίας), ενώ πολύ συχνά πιάνει κουβέντα σε όμορφες δεσποινίδες. «Το φλερτ είναι ένα χούι που δεν κόβεται», εξηγεί. «Βέβαια, κάποτε το έκανα σκεπτόμενος ότι θα οδηγηθώ κάπου, θα υπάρξει μια χημεία κ.λπ. Τώρα στα πρώτα πέντε λεπτά καταλαβαίνω πως αυτό το πράγμα δεν με αφορά. Δεν έχω αντοχές. Παλιά, μέσα σε ένα βράδυ πήγαινα σινεμά, πήγαινα σε μπαρ, μετά σε κλαμπ, μετά έκανα έρωτα... Τα τελευταία χρόνια, ένα σινεμά πάω μόνο και έχω κλείσει. Ειδικά αν πέσω σε καμιά ταινία αυτού του Δανού, του Τρίερ, εκεί πια έχω κλείσει σίγουρα».

Υπήρξαν εποχές που ο έρωτας έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του. «Μερικές φορές ναι, πάθαινα ένα αισθηματικό πατατράκ», εξομολογείται. «Αλλά όχι στο σημείο να μην ξέρω τι κάνω, να πίνω κ.λπ. Κυρίως μου άρεσε η ιδέα ότι είμαι με μια κοπέλα όμορφη, φίνα, με πορσελάνινη επιδερμίδα... Αυτά τα πράγματα με ενδιέφεραν. Ποτέ δεν θέλησα να βρω έναν άνθρωπο που θα με αγαπήσει πραγματικά και θα τον αγαπήσω κι εγώ και θα πάμε εις βάθος. Δεν μου πέρασε καν από το μυαλό. Μάλιστα, όσες φορές κάποια παρτενέρ μού έλεγε “αισθάνομαι πράγματα για σένα κ.λπ.”, της απαντούσα: “Μα, είσαι σίγουρη; Πόσο σίγουρη μπορείς να είσαι;”. Αφού ξέρουμε ότι οι άνθρωποι όσο εύκολα παθιάζονται, άλλο τόσο εύκολα τους περνάει. Συχνά, τη στιγμή που σφίγγεις στην αγκαλιά σου ένα πρόσωπο, πάνω απ’ τον ώμο της διαπιστώνεις ότι οι γάμπες του διπλανού τραπεζιού είναι πολύ ελκυστικές».

Tρία αυτοβιογραφικά βιβλία

Μέσα στην τόση αγάπη που δέχεται καθημερινά, από τον κόσμο που τον σταματάει στον δρόμο και τα μηνύματα των ακροατών του, ο Τζούμας δεν δείχνει να αποζητά θαυμαστές. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, αναδίδει την αύρα ενός ανθρώπου που τολμά να είναι ο εαυτός του, ακόμα κι αν αυτό τον αποκλείει από πολλά. Δεν έχει οικογένεια, δεν έχει κινητό, δεν έχει αυτοκίνητο. «Εγώ δεν...» λεγόταν μια παλιά παράστασή του.

Πολλοί τον βρίσκουν σνομπ και υπερόπτη. Λένε πως το κύριο ταλέντο του έγκειται στο ότι ξέρει πώς να πλασάρει τον εαυτό του. Αρκετοί θεωρούν υπερβολή το να κυκλοφορούν στην αγορά τρία αυτοβιογραφικά βιβλία του. (Προς τιμήν του, στην τελευταία σελίδα του «Πανωλεθρίαμβου» χαρακτηρίζει τα γραπτά του «μάλλον ανοικονόμητα».) Στο μεταξύ, ο ίδιος παραμένει ο πιο αυστηρός κριτής του εαυτού του. «Είμαι ημιμαθής και επιπόλαιος», λέει. «Του αφρού. Δεν μπορώ τα βαθυστόχαστα. Ούτε φιλοσοφημένος είμαι ούτε αυτή τη μανία με την τέχνη που έχουν ορισμένοι καταλαβαίνω. Ο Τολστόι είχε πει πως η τέχνη είναι κενή αναψυχή αργόσχολων ανθρώπων. Σκέψου, ο Τολστόι! Εγώ θα έλεγα πως ζω με εικόνες. Αυτό μου έχει μείνει». Η πιο όμορφη εικόνα που έχει δει στη ζωή του είναι ένα κορίτσι που έκλαιγε μέσα σε ένα εστιατόριο. Σήμερα, τον συγκινούν κυρίως οι τυχαίες πράξεις παράλογης γενναιοδωρίας: «Κάποιος με τον οποίο δεν έχετε καμία απολύτως σχέση, σε μια ξένη πόλη, ας πούμε, ή σε ένα αεροδρόμιο, κάνει κάτι που σε διευκολύνει. Σε ξεμπλοκάρει, σου δείχνει έναν άλλο δρόμο και φεύγει...».

Πριν από μερικές μέρες, ο Κωνσταντίνος Τζούμας ανέφερε στη ραδιοφωνική του εκπομπή έναν στίχο του Μικ Τζάγκερ από το «Sympathy for the devil»: «Αυτό που σας μπερδεύει/ είναι η φύση του παιχνιδιού μου». Οταν του το θυμίζω, μου γνέφει καταφατικά και μου εξηγεί: «Ο τρόπος μας σας μπερδεύει, όχι το ίδιο το παιχνίδι. Στην ουσία, δεν απέχουμε πολύ ο ένας από τον άλλο. Αλλά επειδή εσείς έχετε μάθει στο αμπέχονο, στη γροθιά, στο να βανδαλίζετε το κέντρο της πόλης, έχετε την εντύπωση ότι είμαστε από άλλο πλανήτη. Εδώ είμαστε. Παίζουμε κι εμείς ένα παιχνίδι ενάντια σε όλα όσα συμβαίνουν. Αλλά ο τρόπος μας είναι διαφορετικός».  

Info:

Η εκπομπή του Κωνσταντίνου Τζούμα και της Κafka με τίτλο «Café Society» μεταδίδεται στον En Lefko από Δευτέρα έως Παρασκευή, 10.00-12.00.

Tα αυτοβιογραφικά βιβλία του κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Καστανιώτη. H ταινία του Σταύρου Τσιώλη «Γυναίκες που περάσατε από δω» αναμένεται σύντομα στις αίθουσες.
 

Περιοδικό "Κ"

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ