ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

«Η διπολιτισμική, ελληνική και αμερικανική, φύση του Κολλεγίου έχει χαθεί. Παραμένει ένα πολύ καλό σχολείο, αλλά έχει συγκλίνει, σε νοοτροπία και αρχές, με την ελληνική πραγματικότητα». Ετσι περιγράφει στην «Κ» την κατάσταση στο Κολλέγιο Αθηνών πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου του και κορυφαίος επιχειρηματίας της χώρας.

Η διολίσθηση του Κολλεγίου, στα μάτια των επικριτών του, από σχολείο των αρίστων από κάθε κοινωνική τάξη σε προνομιακό πεδίο αναπαραγωγής και διαιώνισης της οικονομικής ελίτ, η σταδιακή επικράτηση των πελατειακών σχέσεων και του κληρονομικού δικαιώματος ως κριτηρίων επιλογής των μαθητών, αντανακλά την ευρύτερη παρακμή της εγχώριας αστικής τάξης. Η «ελληνοποίηση» αυτή του σχολείου είναι που κρύβεται πίσω από την πολυετή σύγκρουση μεταξύ του διοικητικού συμβουλίου του Ελληνοαμερικανικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος (ΕΕΙ), που διοικεί ουσιαστικά το Κολλέγιο και του Συμβουλίου Επιτρόπων (Board of Trustees), του έτερου οργάνου διοίκησης, με έδρα τη Νέα Υόρκη.

Η πρόσφατη δικαστική απόφαση στη Νέα Υόρκη, σύμφωνα με την οποία το διοικητικό συμβούλιο δεν είχε το δικαίωμα να τερματίσει τη σχέση του Συμβουλίου Επιτρόπων με το Κολλέγιο, φέρνει στην επιφάνεια, μέσα από συνομιλίες της «Κ» με σημαντικό αριθμό σημερινών και παλαιότερων εμπλεκομένων, μία σειρά από ζητήματα σχετικά με την αξιοκρατία, τη χρηστή διακυβέρνηση και την παραπαιδεία στο τεράστιας επιρροής ιδιωτικό εκπαιδευτικό ίδρυμα. Η επιβίωσή του ως θεσμού αριστείας ανοιχτός στην κοινωνία θα εξαρτηθεί από τον τρόπο που τα δύο συμβούλια θα διαχειριστούν τώρα τις σχέσεις τους, ξεπερνώντας εγωισμούς και προσωπικές εμπάθειες.

Οι πρώτες δεκαετίες: Η εποχή της αθωότητας, η εξάρτηση από τις ΗΠΑ

Το Ελληνοαμερικανικό Εκπαιδευτικό Ιδρυμα συστάθηκε το 1925, με βασικούς εμπνευστές τους Εμμανουήλ Μπενάκη και Στέφανο Δέλτα (πατέρα και σύζυγο, αντίστοιχα, της Πηνελόπης Δέλτα, της οποίας δισέγγονος είναι ο σημερινός πρόεδρος Αλέξανδρος Σαμαράς). Το καταστατικό του προέβλεπε την παράλληλη σύσταση του Συμβουλίου Επιτρόπων, με έδρα τη Νέα Υόρκη.

Τέσσερα χρόνια αργότερα, με τον νόμο 3776/1929 επί κυβέρνησης Ελευθέριου Βενιζέλου, με υπουργό Παιδείας τον Κωνσταντίνο Γόντικα, καθορίστηκε το ειδικό καθεστώς του Κολλεγίου.

Στη συνέχεια, το Δ.Σ. του ΕΕΙ και οι Επίτροποι κατέληξαν σε ένα κοινό «συμφωνητικό» (τα επίμαχα bylaws) που όριζε τις αρμοδιότητες των δύο οργάνων. Μεταξύ άλλων, το Συμβούλιο Επιτρόπων ανέλαβε τον διορισμό και την κάλυψη του μισθού του διευθυντή (president) του σχολείου, ο οποίος, για τα επόμενα 70 χρόνια, ήταν πάντα Αμερικανός. Το κορυφαίο στέλεχος του σχολείου που αναγνωρίζεται από την ελληνική νομοθεσία –το υπουργείο Παιδείας– ήταν ο συνδιευθυντής, που επιλέγεται από το διοικητικό συμβούλιο του ΕΕΙ.

Τα χρόνια του Ομηρου Ντέιβις, πανίσχυρου διευθυντή του σχολείου από το 1930 έως το 1960, ήταν μία περίοδος διοικητικά ανέφελη. Το Κολλέγιο ήταν πολύ μικρότερο από ό,τι σήμερα – 594 μαθητές φοιτούσαν εκεί το 1945. Η συντριπτική πλειονότητά τους επιλεγόταν με εξετάσεις στη Δ΄ Δημοτικού (δεν υπήρχαν χαμηλότερες τάξεις).

Με τη βοήθεια πόρων από τις ΗΠΑ, το σχολείο αναζητούσε σε κάθε άκρη της ελληνικής επικράτειας προικισμένα παιδιά (αγόρια μόνο, εκείνη την εποχή) περιορισμένων οικονομικών μέσων. Τα έξοδα πολλών μαθητών καλύπτονταν από τις περιφερειακές υποτροφίες, που χρηματοδοτούνταν από εύπορους αποφοίτους ή Ελληνοαμερικανούς που ήθελαν να στηρίξουν τον τόπο καταγωγής τους, ενώ είχαν εξασφαλισμένη διαμονή στο οικοτροφείο του σχολείου.

Εκεί διέμεναν μαζί με γόνους Ελλήνων της Διασποράς, αλλά και των μεγαλοαστικών οικογενειών της Αθήνας. Οι οικότροφοι στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεπερνούσαν τους 200, με το ποσοστό των υποτρόφων την εποχή εκείνη να προσεγγίζει το 30% (μετά τον Πόλεμο είχε φτάσει και το 45%). Αλλά το κυρίαρχο στοιχείο στον σχολικό πληθυσμό ήταν τα παιδιά της μεσαίας τάξης (επαγγελματιών, δημοσίων υπαλλήλων κ.ο.κ.).

Πολλοί καθηγητές τότε προέρχονταν από κέντρα της Διασποράς (Αλεξάνδρεια, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη) και «έφερναν μαζί τους έναν κοσμοπολιτισμό και μία υψηλή αστική παράδοση», σημειώνει στην «Κ» απόφοιτος των αρχών της δεκαετίας εκείνης και μετέπειτα επιφανής δημόσια προσωπικότητα. Υπό την καθοδήγηση του Ντέιβις και άλλων, όπως ο διευθυντής του οικοτροφείου Γιώργος Φυλακτόπουλος, το σχολείο διαπνεόταν από μια «προτεσταντική ηθική» (η φράση ανήκει στον ίδιο απόφοιτο), που προέβλεπε –με γονική συναίνεση– ως και τη σωματική ποινή και αποθάρρυνε την επιδειξιομανία. Ως και τη δεκαετία του ’70, όπως αναφέρει άλλος απόφοιτος, «αν έβλεπες μαζί έναν υπότροφο ταπεινών καταβολών και τον γιο μιας μεγάλης επιχειρηματικής οικογένειας, δεν θα ήξερες ποιος είναι ποιος».

Επιπλέον, τα χρόνια εκείνα, οι μαθητές που χρειάζονταν επιπλέον βοήθεια σε κάποιο μάθημα απευθύνονταν στη διεύθυνση και όριζε εκείνη ποιος καθηγητής (και αν) θα αναλάμβανε τη συμπληρωματική διδασκαλία, λαμβάνοντας επιπλέον αμοιβή από το σχολείο. 

Η περίοδος της μεταπολίτευσης και το ΠΑΣΟΚ

Η πιο ενεργός εμπλοκή του διοικητικού συμβουλίου του ΕΕΙ στη διαχείριση των υποθέσεων του Κολλεγίου ξεκινά μετά τη μεταπολίτευση, σε μία εποχή όπου ήδη η Ελλάδα είναι λιγότερο φτωχή και άρα το σχολείο εξαρτάται λιγότερο από αμερικανικά χρήματα. Οπως αφηγούνται στην «Κ» άνθρωποι που έζησαν τις κρίσεις που βίωσε τότε το σχολείο, η πρώτη αφορμή ήταν η σύγκρουση μεταξύ του Δ.Σ. και του πρώτου συνδιευθυντή μετά την περίοδο της χούντας, του Σοφοκλή Μαρκιανού. 

Ο Μαρκιανός ήταν ένας εξαιρετικός φιλόλογος, αγαπητός στους μαθητές του. Ηταν όμως και μία ισχυρή προσωπικότητα, που είχε παραγκωνίσει τον τότε πρόεδρο στη διεύθυνση του σχολείου. Στις φορτισμένες μέρες μετά την πτώση της χούντας, το Δ.Σ., υπό τον Γιώργο Γόντικα (τραπεζίτη και γιο του υπουργού Παιδείας που προώθησε τον ιδρυτικό νόμο του σχολείου), θεώρησε ότι ο συνδιευθυντής του σχολείου, ειδικά με την πολιτική προσλήψεων που εφάρμοζε, το έστρεφε σε αριστερή κατεύθυνση. Η σύγκρουση με τον Γόντικα οδήγησε τελικά σε παραίτηση του Μαρκιανού και σε πιο στενή εποπτεία, εκ μέρους του Δ.Σ., της διαχείρισης του διδακτικού προσωπικού του σχολείου. 

Ακολούθησε η εποχή τού (επίσης απόφοιτου του Κολλεγίου, το ίδιο έτος με τον Γόντικα) Ανδρέα Παπανδρέου. Το ΠΑΣΟΚ είχε ταχθεί προεκλογικά υπέρ του κλεισίματος των ιδιωτικών σχολείων. Σύμφωνα με μία εκδοχή μάλιστα, ο Παπανδρέου απετράπη από μια πιο επιθετική πολιτική απέναντι στο σχολείο έπειτα από παρέμβαση του Ελληνοαμερικανού γερουσιαστή Πολ Σαρμπέινς, την οποία είχε ζητήσει ο τότε πρόεδρος του Συμβουλίου Επιτρόπων και πρόεδρος της Mobil Oil Ουίλιαμ Ταβουλαρέας. 

Παρ’ όλ’ αυτά, η ενίσχυση του ΣΕΛΚΑ (του σωματείου εργαζομένων του σχολείου) και οι υπέρογκες αυξήσεις των μισθών των εκπαιδευτικών, σε συνδυασμό με το πάγωμα των διδάκτρων που επέβαλλε η κυβέρνηση Παπανδρέου, έφερε το σχολείο το 1983 –τη χρονιά που έκλεισε το οικοτροφείο– στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Το διοικητικό συμβούλιο εκ των πραγμάτων εξωθήθηκε σε έναν πιο παρεμβατικό ρόλο, ώστε να διασφαλίσει την επιβίωση του Κολλεγίου. 

Το σχολείο τελικά διασώθηκε, με την κρίσιμη συνεισφορά του Γιάννη Λάτση. Η ιστορία τον θέλει να πιέζει τον Γόντικα να του πει πόσα χρήματα χρειάζεται για να πληρωθούν τα χρέη του σχολείου στην Εθνική Τράπεζα και τελικά, αντιμέτωπος με την αστική συστολή του τελευταίου, να του δίνει λευκή επιταγή. Ο Γόντικας, γνωρίζοντας ότι το Δ.Σ. είχε πάρει έναν ολισθηρό δρόμο, καθώς ήδη συνεδρίαζε σε εβδομαδιαία βάση, παραιτήθηκε τελικά το 1990, στο όνομα της ανανέωσης. Λίγοι ακολούθησαν το παράδειγμά του.

Νέα ήθη, «ζητήματα διακυβέρνησης» και αδυναμία συνεννόησης

Κατά την τελευταία δεκαετία του 20ού αιώνα, με επικεφαλής του Ιδρύματος τον Χαράλαμπο Βελλή, εδραιώθηκε το νέο καθεστώς. Το διοικητικό συμβούλιο σύστησε μία σειρά από επιτροπές από μέλη του, που διαχειρίζονται σχεδόν κάθε πτυχή της ζωής του σχολείου (έχουν πλέον φτάσει τις 26). Μεταξύ των θεμάτων αυτών ήταν και οι διαπραγματεύσεις με το ΣΕΛΚΑ, που, όπως αναφέρει στην «Κ» η Πατρίσια Ποτίτ, διευθύντρια του σχολείου μεταξύ του 1994-9, «επεδίωκε ανάλογη προστασία των θέσεων εργασίας όπως στο Δημόσιο, αλλά με πολύ υψηλότερες αμοιβές». Το συνδικάτο, από την πλευρά του, πάντα μιλούσε για αυταρχική συμπεριφορά του Δ.Σ. απέναντι στους καθηγητές.

Η πρακτική των ιδιαίτερων μαθημάτων, που είχε ξεκινήσει τα προηγούμενα χρόνια, σταδιακά ξέφυγε από τον έλεγχο, όπως και ο αριθμός των λεγόμενων policy cases – των μαθητών που εισάγονταν όχι βάσει κλήρωσης ή εξετάσεων, αλλά επειδή αποτελούσαν εξυπηρετήσεις προς άτομα με επιρροή. Τέτοιου είδους προνομιακή μεταχείριση απολάμβαναν οι εκλεκτοί των μεγάλων δωρητών του σχολείου, αλλά –ανάλογα με την περίπτωση και τις ανάγκες του ΕΕΙ– επίσης και όσοι προτείνονταν από πολιτικούς, υψηλόβαθμους αξιωματούχους της διοίκησης και του δικαστικού σώματος κ.ο.κ. Καμία πηγή –ούτε οι πιο επικριτικές– δεν μίλησε στην «Κ» για διαφθορά ή περιπτώσεις χρηματισμού στις επιλογές αυτές. Ωστόσο, σωρευτικά η πολιτική αυτή αλλοίωσε τον χαρακτήρα του Κολλεγίου.

Το σχολείο είχε γιγαντωθεί σε μέγεθος, αλλά ο αριθμός των υποψηφίων με προνομιακή πρόσβαση –τα policy cases, οι γιοι και (μετά το 1977) οι κόρες των αποφοίτων, τα αδέλφια μαθητών, τα παιδιά του προσωπικού– ήταν τόσο μεγάλος, που το ποσοστό των εισαχθέντων μέσω υποτροφιών είχε μειωθεί αισθητά. Οι μέρες της «προτεσταντικής ηθικής» είχαν παρέλθει για τα καλά, με πολλούς μαθητές να επιδεικνύουν προκλητικά τον πλούτο και την ισχύ των οικογενειών τους. «Η κοινωνική μορφή του μαθητικού πληθυσμού άλλαξε», σημειώνει πρώην μέλος του Δ.Σ. «Από σχολείο των αρίστων, έγινε σχολείο των πλουσίων». Τα policy cases και τα ιδιαίτερα, πέρα από τα  θέματα διακυβέρνησης, ήταν σημεία διογκούμενων τριβών μεταξύ του διοικητικού συμβουλίου και του Συμβουλίου Επιτρόπων.

Αυτές οι εξελίξεις αποτέλεσαν το υπόβαθρο για την έκθεση του Harvard για λογαριασμό του Δ.Σ. του Ιδρύματος – έμπνευση της Ποτίτ. Η έκθεση (δημοσιεύθηκε τον Αύγουστο του 1998) έκανε λόγο για «σοβαρά  ζητήματα διακυβέρνησης» στο Κολλέγιο. Ειδικότερα, σημείωνε ότι το Δ.Σ. υπεισερχόταν σε υπερβολικό βαθμό σε θέματα καθημερινότητας του σχολείου και ιδιαίτερα στις προσλήψεις και στις απολύσεις του διδακτικού προσωπικού. Η μικροδιαχείριση αυτή, τόνιζαν οι συντάκτες της έκθεσης, υπονόμευε τη δυνατότητα διαμόρφωσης μακροπρόθεσμων στρατηγικών, για θέματα όπως η χρηματοδότηση και η τεχνολογική αναβάθμιση του σχολείου.

Η έκθεση του Harvard έγινε δεκτή στα λόγια, αλλά ουσιαστικά θάφτηκε από το διοικητικό συμβούλιο. Δεν έλειπαν μάλιστα εκείνοι στην ελληνική πλευρά που, με συνωμοσιολογική καχυποψία, θεωρούσαν την έκθεση στημένη από τον Μιχάλη Δερτούζο, φημισμένο καθηγητή του MIT και πρόεδρο του Συμβουλίου Επιτρόπων, με σκοπό να ενισχύσει τον ρόλο των τελευταίων στη διοίκηση του σχολείου.

Μέρος του προβλήματος διακυβέρνησης, όπως αναγνώριζαν τα πιο φωτισμένα μέλη του Σωματείου του ΕΕΙ (στο οποίο ανήκουν πολλές από τις πιο ισχυρές οικογένειες της χώρας), ήταν η αδυναμία ανανέωσης του Σώματος, καθώς απαιτούνταν η υπερψήφιση νέων μελών με ποσοστό 80%. Αυτό συνέβαλε στη δημιουργία ενός κλειστού κλαμπ, εσωστρεφούς και απρόθυμου να δεχθεί εξωτερική κριτική.

Η αδιαφορία του Δ.Σ. για τα συμπεράσματα της έκθεσης και η απροθυμία του να της εκχωρήσει βασικές αρμοδιότητες διεύθυνσης του σχολείου ήταν από τους λόγους που οδήγησαν την Ποτίτ σε παραίτηση. Για τους Επιτρόπους, ο διευθυντής έπρεπε να είναι κάποιος εκτός του ελληνικού συστήματος, ώστε να μπορεί να το διευθύνει ανεξάρτητα από προσωπικές σχέσεις και εξαρτήσεις. Η άλλη όψη του νομίσματος αυτού, την οποία πάντα αναδείκνυε η ελληνική πλευρά, ήταν ότι οι διευθυντές, ορισμένοι εκ των οποίων δεν μιλούσαν καν ελληνικά, ήταν ανεπαρκώς εξοικειωμένοι με την ελληνική πραγματικότητα.

Οι σχέσεις της αμερικανικής με την ελληνική πλευρά έφτασαν σε οριακό σημείο επί των ημερών του Διονύση Σκιώτη στη θέση του διευθυντή. Ο Σκιώτης, γεννηθείς στην Κίνα, υπότροφος του Κολλεγίου και καθηγητής του Harvard, όπου είχε διατελέσει διευθυντής του τμήματος Μεσανατολικών Σπουδών, ήλθε στο Ψυχικό με σκοπό να αποκαταστήσει την εξουσία του διευθυντή. Η σύγκρουσή του με τον Βελλή έφτασε στα άκρα, με το Δ.Σ. να τον κατηγορεί για συμμαχία με την ηγεσία του ΣΕΛΚΑ (ήταν η εποχή που ο νόμος 2986/2002 έδινε στους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς καθεστώς εργασιακής προστασίας σχεδόν ίδιο με αυτό των συναδέλφων τους στα δημόσια σχολεία). 

Οι δίκες και τα χαμένα εκατομμύρια

Το 2003 οι Επίτροποι συναινούν τελικά στην αποπομπή Σκιώτη και στη συνέχεια ο Βελλής παραιτείται. Ο νέος πρόεδρος του Δ.Σ., ο πρώην ευρωβουλευτής Γιώργος Αναστασόπουλος, απειλεί με καταγγελία των bylaws και διακοπή των σχέσεων των δύο οργάνων.

Στη συνέχεια, όμως, επιχειρεί να βρει τρόπο συνεννόησης με τον Αλέξη Μίχα, το επενδυτικό στέλεχος που είχε διαδεχθεί τον Δερτούζο στην προεδρία του Συμβουλίου Επιτρόπων. Ο κλονισμός των σχέσεων των δύο πλευρών αναδεικνύεται από το γεγονός ότι αδυνατούν για τρία χρόνια να εκλέξουν νέο διευθυντή.

Τον Φεβρουάριο του 2006, ωστόσο, οι εντολοδόχοι των δύο οργάνων (ο τραπεζίτης Πέτρος Σαμπατακάκης για τους Επιτρόπους, ο νομικός Αντώνης Μαρκεζίνης για το ΕΕΙ) καταλήγουν σε μία κοινή πρόταση, σε επίπεδο γενικών αρχών, για την επίλυση των διαφορών. Εν τω μεταξύ, όμως, τον Ιανουάριο του 2006 ο Αναστασόπουλος είχε αντικατασταθεί ως πρόεδρος του ΕΕΙ από τον Αλέξανδρο Σαμαρά. 

Σε επιστολή του προς τον Μίχα τον Μάιο του 2006, ο Σαμαράς ζητεί διάλογο από «μηδενική βάση». Ο νέος πρόεδρος του Ιδρύματος καθιστά σαφές ότι γι’ αυτόν ο ρόλος των Επιτρόπων περιορίζεται στην εξασφάλιση πόρων για το σχολείο.

Η θέση του διοικητικού συμβουλίου για τον ρόλο των «Αμερικανών» γίνεται σαφής από την έκθεση του 2006-7, όπου ασκείται κριτική κατά της «πολύ περιορισμένης συμβολής» των trustees στα οικονομικά του σχολείου: «Ενδεικτικά αναφέρεται ότι τα τελευταία 5 χρόνια μέχρι πέρυσι η συμμετοχή του BoT στο συνολικό Πρόγραμμα Υποτροφιών του Κολλεγίου ήταν μηδενική και στον συνολικό προϋπολογισμό του ΕΕΙ μόνο 0,5%».

Η απάντηση των Επιτρόπων ήταν ότι ήταν εξαιρετικά δύσκολο να κινητοποιηθούν πόροι από εύπορους Αμερικανούς για ένα σχολείο που λειτουργούσε με αναξιοκρατικά κριτήρια, με την ελληνική λογική της πελατειακής συναλλαγής. Χαρακτηριστική γι’ αυτούς είναι η περίπτωση ακαδημαϊκού βραβείου που θεσπίστηκε με πόρους ανώνυμου δωρητή στις αρχές της δεκαετίας του ’90.

Το βραβείο, αξίας 30.000 δολαρίων, σύμφωνα με τις επιθυμίες του δωρητή, προοριζόταν για καθηγητές που υπερέβαιναν του καθήκοντος στο διδακτικό τους έργο. Αντί να συμβεί αυτό, το βραβείο απονεμόταν από το Δ.Σ. με αδιαφανή κριτήρια, χωρίς να λαμβάνεται αναγκαστικά υπόψη η ποιότητα του διδακτικού έργου του νικητή. Το 2006, ο δωρητής απέσυρε τη χρηματοδότηση για το βραβείο.

Η ρήξη και το κόστος

Η οριστική ρήξη μεταξύ των δύο πλευρών επέρχεται τον Νοέμβριο του 2007, όταν, με επιστολή Σαμαρά, το Συμβούλιο Επιτρόπων ενημερώνεται για τη διακοπή της σχέσης του με το Κολλέγιο.

Μία εβδομάδα αργότερα, το διοικητικό συμβούλιο ασκεί αγωγή στα δικαστήρια της Νέας Υόρκης (η επιλογή έδρας αυτή θεωρήθηκε μέγα στρατηγικό λάθος) για την επικύρωση της διακοπής των σχέσεων και τη μεταβίβαση των πόρων του κεφαλαίου προικοδοτήσεως (περίπου 15 εκατ. δολαρίων σήμερα) των Επιτρόπων στο ΕΕΙ.

Το κόστος της οκταετούς δικαστικής διένεξης, που περιελάμβανε σειρά δικών, δεν περιορίζεται στα τρομακτικά νομικά έξοδα των δύο πλευρών (6,5 εκατ. δολάρια οι Επίτροποι, εκ των οποίων τα μισά περίπου τα κάλυψε η ασφάλιση νομικής προστασίας, 6,5 εκατ. ευρώ το Δ.Σ.). Σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», οι Επίτροποι συζήτησαν σοβαρά το ενδεχόμενο, σε περίπτωση δικαστικής ήττας, να ξεκινήσουν καινούργιο σχολείο, ανταγωνιστικό προς το Κολλέγιο. Δωρεά μέλους του Συμβουλίου Επιτρόπων ύψους 10 εκατομμυρίων δολαρίων που προοριζόταν για το Κολλέγιο κατέληξε τελικά στο MIT. Το 2005, λίγο πριν αναλάβει την προεδρία του ΕΕΙ ο Αλέξανδρος Σαμαράς, είχε ξεκινήσει, με πρωτοβουλία του Γιώργου Γόντικα και με την ενεργό συμμετοχή μεταξύ άλλων δύο επιφανών αποφοίτων της τάξης του ’65, του κ. Σαμπατακάκη, chief risk officer της Citigroup μεταξύ του 1999-2004 και του Σπύρου Λάτση, μία φιλόδοξη εκστρατεία για τη δημιουργία ενός ταμείου χορηγιών ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ. 

Η πρωτοβουλία, όπως και άλλες προηγούμενες, ναυάγησε. Ατομα με άμεση γνώση της υπόθεσης εστιάζουν σε διαφορετικούς λόγους γι’ αυτό. Κάποιοι μιλούν για την απροθυμία του Δ.Σ. να χαλαρώσει τον ασφυκτικό έλεγχο που ασκούσε στις υποθέσεις του σχολείου. Αλλοι τονίζουν τη σκιά που έριξε η εντεινόμενη σύγκρουση των δύο οργάνων διοίκησης, η οποία αποθάρρυνε πιθανούς δωρητές. Οποια κι αν είναι η ακριβής αιτιολογία, είναι σίγουρο ότι η αντιπαράθεση μεταξύ Αθήνας και Νέας Υόρκης έχει υπονομεύσει ουσιωδώς τις προοπτικές του σχολείου. 

Τα πρώτα θετικά σημάδια για την ανανέωση

Το Κολλέγιο, φυσικά, δεν έχει μείνει άπορο. Αντιθέτως, χάρη στη βελτιωμένη οικονομική διαχείριση των τελευταίων ετών, τα υψηλά δίδακτρα και τις μεγάλες δωρεές που έχει προσελκύσει, κυρίως από εφοπλιστικές οικογένειες, λειτουργεί χωρίς ελλείμματα και έχει ενισχύσει σημαντικά τις κτιριακές και αθλητικές υποδομές του. Η κυριότερη προσθήκη ήταν το νηπιαγωγείο Καρρά, που άνοιξε τις πύλες του το 2014 και που αποτελεί ένα ιδιαίτερα προσοδοφόρο τμήμα του (μη κερδοσκοπικού) Ιδρύματος. Η ετήσια δαπάνη για υποτροφίες, που προέρχεται κυρίως από τον προϋπολογισμό του σχολείου, αυξήθηκε από 1,37 εκατ. ευρώ το 2005-6 (όταν χορηγήθηκε σε 377 μαθητές έκπτωση στα δίδακτρα) σε 4 εκατ. ευρώ και 793 μαθητές, από σύνολο 4.500, το 2015-6. 

Ωστόσο, οι δαπάνες για υποτροφίες ως ποσοστό των εσόδων του σχολείου έχουν μειωθεί, σύμφωνα με γνώστη των οικονομικών του, από 25% πριν από σαράντα χρόνια σε κάτω από 10% σήμερα. Πολλοί μίλησαν στην «Κ» για το διαχρονικό πρόβλημα της ανεπαρκούς στήριξης του σχολείου από τους αποφοίτους του. Ωστόσο, παρά τις ηρωικές προσπάθειες όσων ασχολούνται, απουσιάζουν οι δομές συστηματικής επιδίωξης των αναγκαίων οικονομικών πόρων. Στις ΗΠΑ, όπως αναφέρει μέλος του Συμβουλίου Επιτρόπων, «η οικονομική ενίσχυση εκπαιδευτικών ιδρυμάτων είναι ολόκληρη επιχείρηση και είναι επιστήμη». Το πανεπιστήμιο του Princeton, για παράδειγμα, έχει 180 υπαλλήλους που ασχολούνται αποκλειστικά με την εξεύρεση πόρων και τις σχέσεις με τους αποφοίτους.

Εν τω μεταξύ, οι μεγάλοι δωρητές του Κολλεγίου έχουν προτιμήσει να χρηματοδοτήσουν κτίρια, κολυμβητήρια και άλλες υποδομές για τα δικά τους παιδιά αντί της πιο ανώνυμης στήριξης σε προικισμένα παιδιά πιο ταπεινής προέλευσης. «Η λογική του endowment [του κεφαλαίου προικοδοτήσεως] δεν είναι διαδεδομένη στην Ελλάδα. Ο Ελληνας θέλει η δωρεά του να φαίνεται», αναφέρει ένας δωρητής. 

Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ένας στους τρεις νεοεισαχθέντες μαθητές αποτελούσε μέχρι πρότεινως policy case – ποσοστό που αναμένεται να αυξηθεί, καθώς οι απόφοιτοι του νηπιαγωγείου εισάγονται από φέτος απευθείας στην Α΄ Δημοτικού. Μέλη του Δ.Σ., νυν και πρώην, υπερασπίζονται την πρακτική με το επιχείρημα ότι «τα ίδια κάνουν και τα αμερικανικά πανεπιστήμια και σχολεία». Η πρακτική όντως υπάρχει και στις ΗΠΑ, αλλά, όπως τονίζουν όσοι στηλιτεύουν τις μεθόδους του Κολλεγίου, είναι πολύ πιο περιορισμένη και είναι σαφώς καθορισμένα τα οφέλη των ιδρυμάτων από κάθε περίπτωση.

Τα ιδιαίτερα μαθήματα επεκτείνονται συνεχώς, με τους μαθητές του IB να πληρώνουν το πιο υψηλό αντίτιμο, φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να προσλαμβάνουν άτομα για να τους γράφουν εκθέσεις. Εν τω μεταξύ, το Δ.Σ. εξακολουθεί να συνεδριάζει κάθε εβδομάδα. Η τελική συνέντευξη εκπαιδευτικών που προορίζονται για μία θέση στο σχολείο γίνεται ενώπιον επιτροπής του.

Μετά τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης, που είναι ιδιαίτερα επικριτική προς τον Αλέξανδρο Σαμαρά, τα πρώτα σημάδια είναι θετικά. Στη γενική συνέλευση του Σωματείου του ΕΕΙ στις 29 Νοεμβρίου, το διοικητικό συμβούλιο εισηγήθηκε να γίνει απολύτως σεβαστή η απόφαση, που δίνει εντολή στις δύο πλευρές να καθίσουν ξανά στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων (σύμφωνα με πληροφορίες της «Κ», πριν από τη συνέλευση έγινε ψηφοφορία στο Δ.Σ. για το ενδεχόμενο άσκησης έφεσης, πρόταση που απορρίφθηκε με ψήφους 10-1). Το Δ.Σ σύστησε μία εξαμελή επιτροπή (τρία μέλη του Δ.Σ. και τρία του Σωματείου) για την επερχόμενη διαπραγμάτευση. Αντίστοιχη ομάδα σύστησαν και οι Επίτροποι. Στην πρώτη δεν θα συμμετέχει ο Αλέξανδρος Σαμαράς, καθώς αυτοεξαιρέθηκε. Αλλά και ο Αλέξης Μίχας φέρεται να είναι διατεθειμένος να παραιτηθεί αν αυτό θα συμβάλει στην εξεύρεση λύσης.

Οι προοδευτικοί της ελληνικής πλευράς έχουν καταθέσει μέσα στα χρόνια σειρά προτάσεων για τα μεγάλα ζητήματα: για την αναβίωση αξιοκρατικών μεθόδων εισαγωγής των μαθητών (π.χ. στην ηλικία της Α΄ Γυμνασίου), την καταπολέμηση της μάστιγας των ιδιαιτέρων και την ανανέωση του ΕΕΙ (με όρια θητείας για τα μέλη Δ.Σ. και μείωση της απαιτούμενης πλειοψηφίας για την εκλογή νέων μελών). Οι προτάσεις αυτές λίμναζαν για χρόνια. Το σοκ της δικαστικής ήττας ίσως αποτελέσει το έναυσμα για την ενεργοποίησή τους. Αντίστοιχες συζητήσεις –για ανώτατα όρια θητείας και άνοιγμα σε διαφορετικού τύπου μέλη– έχουν ξεκινήσει και μεταξύ των Επιτρόπων («είμαστε όλοι άνδρες και όλοι απόφοιτοι του Κολλεγίου», σημειώνει ένας στην «Κ» και «πολλοί έχουμε αυτές τις θέσεις για 20 και 30 χρόνια»).

Ακόμα και οι αισιόδοξοι, ωστόσο, φοβούνται να ελπίσουν. Εχουν, άλλωστε, γίνει πολλές απόπειρες συμφιλίωσης και υπέρβασης των παθογενειών την τελευταία εικοσαετία, χωρίς το σχολείο –που από σβέλτο, παλαιάς κοπής ιστιοφόρο, έχει μετατραπεί σε ένα δυσκίνητο υπερωκεάνιο– να αλλάξει πορεία. Και οι δομές διακυβέρνησης παραμένουν προβληματικές ακόμα και πέρα από τη σύγκρουση των δύο οργάνων διοίκησης, όπως αναδεικνύεται από τη δύσκολη σχέση του νυν διευθυντή, Σπύρου Πολλάλη, με τον συνδιευθυντή Διονύση Τσελέντη.

Τα ιδρυτικά ιδεώδη, η ποιότητα των υποδομών και του διδακτικού προσωπικού, οι εξαιρετικές επιδόσεις των μαθητών, αλλά και η αφοσίωση που νιώθουν πολλοί λαμπροί απόφοιτοι για το σχολείο, συντείνουν στο ότι αξίζει η προσπάθεια. Το Κολλέγιο μπορεί και πάλι να σταθεί στο ύψος του οράματος που εξέφρασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος στην τελετή εγκαινίων του Μπενάκειου τον Μάιο του 1929, όταν έλεγε ότι «εις τα ιδιωτικά εκπαιδευτήρια γίνεται δυνατόν όπως πραγματοποιώνται αι μεγαλύτεραι και επιτυχέστεραι καινοτομίαι» γιατί «έχουν την ελευθερίαν της οποίας στερούνται τα δημόσια και διά τούτο δύνανται να επιτελέσουν μεγαλυτέρας προόδους». Αρκεί να λειτουργούν με τρόπο που να φεύγει μπροστά από την ελληνική πραγματικότητα, αντί να γίνονται μέρος της.

Έντυπη

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ